468/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated468/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Α. Α. του Θ., κατοίκου ... και 2) υπό εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Χ., χήρας Σ. Μ., η οποία απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 26-4-2018 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Σ., χήρας Β. Λ., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της Α. Μ. του Χ., χήρας Σ. Μ., η οποία απεβίωσε, και ως καθολικής διαδόχου του Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 4) Β. Μ. του Σ., συζύγου Α. Λ., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της Α. Μ. του Χ., χήρας Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε, και ως καθολικής διαδόχου του Σ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκούσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-1-1995 και 5-1-1996 και με αριθμούς καταθέσεως 3/5-1-1995 και 6/10-1-1996, αντίστοιχα, αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/1996 και 165/1997 μη οριστικές, 160/2003 και 167/2003 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου, οι οποίες διορθώθηκαν με τις 241/2003 και 242/2003 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, αντίστοιχα, 128/2004 και 5/2007 μη οριστικές και 208/2009 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 888/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 208/2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κατά το εις το σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 109/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2014 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 26-4-2018 κλήση τους ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι - καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 31-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ` αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση ως αποδεικνύεται από το από 30-11-2016 απόσπασμά ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Α. Μ. του Δήμου …. και το …416/28-11-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ίδιου Δήμου προκύπτει ότι η Α. Μ. αποβίωσε στις 10-11-2016 και πλησιέστερους συγγενείς της κατέλειπε τις θυγατέρες της Α. Μ. και Β. Λ. το γένος Μ.. Επομένως, παραδεκτά συνεχίζεται από τους ανωτέρω η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Κέρκυρας στις 13-2-2014 ,δηλ πριν το θάνατο της ανωτέρω. Αντιθέτως, ο θάνατος του Ν. Μ. δεν γνωστοποιήθηκε νομότυπα και συνεπώς ως προς αυτόν δεν επήλθε βιαία διακοπή της δίκης.
Από το άρθρο 568παρ 4 ΚποΛΔ, κατά το οποίο ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους λοιπούς διαδίκους ,και από το άρθρο 576 παρ 1 και 2 του ίδιου κώδικα ,κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτήν ,συνάγεται ότι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος οφείλει να κλητεύει τον αναιρεσείοντα ,σε καταφατική δε περίπτωση ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση ως προκύπτει από τις …52/17-7-2018 και …51/17-7-2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικ Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Π. Ν., αντίγραφο με ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της ένδικης αναίρεσης με παραίτηση από πρηγούμενη κλήση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες. Όμως, αυτοί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την άνω δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν όμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα χωρήσει σαν να ήταν παρόντες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 εδ.α' του Α.Κ. συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας, ο δικαιούχος δικαιούται να ζητήσει εκτός των άλλων και αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη η οποία συνίσταται στην μείωση της υφισταμένης περιουσίας του. Έτσι στην περίπτωση παρανόμου και υπαιτίου εξορύξεως και αφαιρέσεως από ξένο ακίνητο αδρανών υλικών καθώς και εκριζώσεως και αφαιρέσεως δένδρων από αυτό, ο κύριος του ακινήτου δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση, την αξία, των εξορυχθέντων αδρανών υλικών πριν την εξόρυξή των, δηλαδή υπό την αδιατάρακτη στη φύση κατάστασή των πριν την εκδήλωση ανθρώπινης ενεργείας, και την αξία των εκριζωθέντων δένδρων , αφού η περιουσία του μειώθηκε κατά τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά (Α.Π. 888/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα , και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Οι ενάγοντες... είναι συγκύριοι...κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτικού ακινήτου ο οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
Γύρου του Νομού …., εμβαδού 2.304,96 τ.μ... Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην συγκυριότητα των αρχικώς εναγόντων το έτος 1950, δυνάμει άτυπου δωρεάς προς αυτούς από τον πατέρα τους Α. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει κληρονομιάς από τον προαποβιώσαντα πατέρα του. Το ακίνητο αυτό, τόσον οι ενάγοντες όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, νέμονταν και κατείχαν συνεχώς, αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από του έτους 1950 οι αρχικοί ενάγοντες και προ του έτους αυτού ο δικαιοπάροχος πατέρας τους και μέχρι την έγερση των επιδίκων αγωγών (1995 και 1996 αντίστοιχα), επιβλέποντας αυτό, φυτεύοντας σ' αυτό κυπαρίσσια και προστατεύοντας τούτο από επιβουλή τρίτων, καταστάντες ούτω οι ενάγοντες με τον τρόπο αυτό συγκύριοι τούτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόψει της υπερεικοσαετούς συννομής τους επ' αυτού.
Το ακίνητο αυτό ουδέποτε υπήρξε λογγότοπος απροσπέλαστος και ανεπίδεκτος πράξεων νομής και κατοχής, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενοι- εκκαλούντες, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ακίνητό τους αυτό βρίσκεται στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με το όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Μ. και υπάρχουν σ' αυτό φυτευμένα 100 περίπου κυπαρίσσια μικρά και μεγάλα και το επισκέπτονταν τακτικά οι ενάγοντες ως προελέχθη , ενεργώντας σ' αυτό τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής του...Η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμος εταιρία, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, συνδιαχειριστών και ομορρύθμων εταίρων αυτής, έχει ως αντικείμενο την εξόρυξη και εκμετάλλευση λατομικών αδρανών υλικών και διατηρεί προς τούτο επιχείρηση εκμετάλλευσης λατομείου σε ευρύτερη έκταση 80 περίπου στρεμμάτων, στην ίδια περιοχή, η οποία αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή συνεχόμενα αγροτεμάχια, ορισμένα από τα οποία εκμισθώνει από τους ιδιοκτήτες τους, ενώ άλλα ανήκουν στην κυριότητά της ή στην συγκυριότητα των ομορρύθμων εταίρων της.
Μεταξύ δε αυτών, συμπεριλαμβάνονται και τα δύο όμορα του επιδίκου ακινήτου των εναγόντων, ακίνητα ιδιοκτησίας της.... Οι εναγόμενοι μίσθωσαν από τον πρώτο αρχικό ενάγοντα Α. Μ., όμορο τού επιδίκου ακίνητο ιδιοκτησίας του, προκειμένου να εξυπηρετηθούν στην άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ήτοι στην εξόρυξη και εκμετάλλευση του υπάρχοντος σ' αυτό αδρανούς υλικού...Η εναγομένη εταιρεία, εισήλθε, τον Μάρτιο 1994, στο επίδικο ακίνητο των εναγόντων και με εκσκαπτικά μηχανήματα διενήργησε εκσκαφή ενός μέτρου εντός του ακινήτου των εναγόντων, αλλοίωσε τα όρια αυτού από την πλευρά που αυτό συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων ...
Όταν διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες, ο δεύτερος των εναγομένων ζήτησε συγνώμη για την πράξη αυτή και υποσχέθηκε ότι δεν θα διαταραχθεί εκ νέου το ακίνητο των εναγόντων, επανατοποθέτησαν από κοινού οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι τα όρια διαχωρισμού των ακινήτων τους, βάφοντας τη λιθιά που αποτελούσε το όριο διαχωρισμού τους που αποτελούσε το όριο διαχωρισμού τους με κόκκινο χρώμα και τοποθέτησαν τρεις οριοδεικτικούς πασσάλους στους οποίους έδεσαν κόκκινες σακούλες, για να είναι εμφανή τα όρια του επιδίκου στον χειριστή του σκαπτικού μηχανήματος που έκανε εξόρυξη στο διπλανό ακίνητο της εναγομένης.
Εκ των ανωτέρω καταδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν, τους ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου και αυτοί ήταν οι ενάγοντες, καθώς και τα ακριβή όρια αυτού σε σχέση με το δικό τους διπλανό ακίνητο. Η ως άνω παραδοχή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι τον Σεπτέμβριο 1993, εξέφρασαν την επιθυμία να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο από τους ενάγοντες και συζήτησαν μ' αυτούς σχετικά με την αγορά του...
Συνεπώς...οι εναγόμενοι εγνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιοκτησίας των εναγόντων. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά του επιδίκου από τους εναγόμενους ουδόλως παρεσχέθη στους τελευταίους από τους πρώτους άδεια δοκιμαστικής εξορύξεως στο επίδικο για τη διαπίστωση καταλλήλου λατομικού υλικού ...
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων και οι αντίστοιχοι λόγοι των υπό κρίση εφέσεων αναφορικά με την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων να ζητούν τις αγωγικές αξιώσεις τους, ως μη κύριοι του επιδίκου ακινήτου ή ότι αυτοί συνήνεσαν σε δοκιμαστικές εξορύξεις σ' αυτό και ότι οι καταγγελλόμενες στην αγωγή εξορύξεις εγένοντο στα πλαίσια συμφωνίας τους τυγχάνουν αβάσιμοι και επομένως απορριπτέοι.
Παρά ταύτα όμως, οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν τα όρια του επιδίκου, τους ιδιοκτήτες αυτού και δεν είχε προηγηθεί καμμία σχετική ειδική συμφωνία με τους ενάγοντες για τη διενέργεια δοκιμαστικών εξορύξεων στο επίδικο προς διερεύνηση της ποιότητας του υπεδάφους του, τον Αύγουστο 1994, εισήλθαν εντός του επιδίκου αυθαιρέτως και παρανόμως και άρχισαν να εξορύσσουν αδρανές λατομικό υλικό , σε έκταση αυτού εμβαδού 1.022 τ.μ.
και εξόρυξαν συνολικά 10.000 κυβικά μέτρα αδρανούς υλικού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω εκσκαφή και εξόρυξη αδρανούς υλικού , της τάξεως των 10.000 κυβικών μέτρων του Αυγούστου 1994, είχε ως αποτέλεσμα να κατέβει η στάθμη του εδάφους στο επίδικο τμήμα κατά 10 έως 12 μέτρα και να δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά σε σχέση με το εναπομείναν άθικτο τμήμα αυτού και με δεδομένο ότι η εξόρυξη εγένετο με χρήση εκρηκτικών υλικών που είχε ως επακόλουθη την διατάραξη της συνοχής του εδάφους, κατά την διάρκεια του χειμώνα κατέπεσε μεγάλο τμήμα εκ του υπολοίπου ακινήτου και το αδρανές αυτό υλικό οι εναγόμενοι το συνέλεξαν και το εκμεταλλεύθηκαν καρπούμενοι την αξία του.
Η ποσότητα αυτού του υλικού ανήλθε σε 8.000 κυβικά μέτρα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το λατομικό υλικό που εξόρυξαν και εκμεταλλεύθηκαν οι εναγόμενοι εκ του επιδίκου ακινήτου των εναγόντων , είναι κατάλληλο για λατομική εκμετάλλευση...οι εναγόμενοι εξόρυξαν αδρανές υλικό ευρισκόμενο στο υπέδαφος του ...ακινήτου των εναγόντων και ακολούθως προέβαιναν σε επεξεργασία αυτού στις εγκαταστάσεις τους,
απομακρύνοντας τα μη χρήσιμα γι' αυτούς υλικά και ακολούθως διαβάθμιζαν το υλικό αυτό, δημιουργώντας άμμο χτισίματος, άμμο μπετού, χαλίκι 3 Άλφα, ψηφίδα, σκύρο και γενικό υλικό υπόλοιπο, τα οποία υλικά μετά την επεξεργασία αυτή αποκτούν μεγαλύτερη αξία σε σχέση με το αρχικό υλικό που εξορύσσεται. Κατά τον διορισθέντα πραγματογνώμονα...Β. Ι., η αξία του εξορυχθέντος πετρώματος στην εν λόγω περιοχή, ανέρχεσαι σε 1.000 δραχμές ανά κυβικό μέτρο χωρίς επεξεργασία και σε 2.000 δραχμές με επεξεργασία, στην ίδια δε αξία καταλήγει και ο Γεωλόγος- γεωφυσικός Π. Π. στην από 29-3-1997 γνωμάτευσή του...
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες εκ της παρανόμου και αυθαιρέτου ενεργείας των εναγόμενων, αντιστοιχεί στην αξία του εξορυχθέντος εκ της ιδιοκτησίας τους λατομικού υλικού , όπως υπήρξε αυτό υπό την αδιατάραχτη στη φύση κατάστασή του πριν την ανθρώπινη επέμβαση, ήτοι σ' αυτήν (αξία) χωρίς την περαιτέρω επεξεργασία του.
Κατ' ακολουθίαν εκ της πρώτης παρανόμου ενέργειας των εναγομένων , όπως αυτή διαλαμβάνεται στην πρώτη αγωγή ως άνω, ήτοι της εισβολής του Αυγούστου 1994 στο επίδικο ακίνητό τους και της εξορύξεως εξ αυτού 10.000 κυβικών μέτρων αδρανούς υλικού, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία ύψους 10.000.000 δραχμών ή 29.347 ευρώ, καθόσον εξορύχθηκε εξ αυτού αδρανές υλικό ανεπεξέργαστο 10.000 κυβικών μέτρων και η αξία του ανέρχεται ως ανεπεξέργαστου σε 1.000 δραχμές ανά κυβικό μέτρο, εκ δε της δευτέρας παρανόμου ενεργείας των εναγομένων, όπως αυτή διαλαμβάνεται στην δεύτερη ως άνω αγωγή, ήτοι εισβολής, συλλογής και εξορύξεως στο επίδικο ακίνητο την 3-11-1995 αδρανούς ανεπεξέργαστου υλικού 8.000 κυβικών μέτρων, υπέστησαν ζημία ύψους 8.000.000 δραχμών ή 23.477, 62 ευρώ (8.000 κυβικά μέτρα X 1.000 δραχμές ανά κυβικό μέτρο).
Κατά συνέπειαν δεχόμενο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως αξία του ανεπεξέργαστου υλικού που εξορύχθηκε από το ακίνητο των εναγόντων το ποσό των 1.500 δραχμών ανά κυβικό μέτρο και επιδικάζοντας με βάση την τιμή αυτή στους ενάγοντες τα ποσά των ...00.000 δραχμών και των 8.000.000 δραχμών ... έσφαλε στην ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και θα πρέπει με μερική παραδοχή των αντιστοίχων λόγων των εφέσεων, να γίνουν αυτές δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, να εξαφανισθούν οι αποφάσεις αυτές κατά τις ως άνω παραδοχές τους, διακρατουμένης δε της υποθέσεως και δικάζοντας επί των ...αγωγών κατά το σκέλος αυτό των αξιώσεών τους , θα πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αγωγικές τους αυτές αξιώσεις και να επιδικασθούν για μεν την πρώτη αγωγή το ποσό των 10.000.000 δραχμών ή 29.347 ευρώ, για δε την δεύτερη αγωγή το ποσό των 8.000.000 δραχμών ή 23.477, 62 ευρώ.
Περαιτέρω...οι εναγόμενοι τον Αύγουστο 1994, εισερχόμενοι στο επίδικο ακίνητο και για να ικανοποιήσουν τον σκοπό που επεδίωκαν, ήτοι την εξόρυξη αδρανούς υλικού σ' αυτό, απέκοψαν και ιδιοποιήθηκαν τα υπάρχοντα σ' αυτό (επίδικο) 100 κυπαρίσσια. Τα κυπαρίσσια αυτά ήταν μεγάλης και μεσαίας ηλικίας , η δε αξία τους ανά δένδρο ανέρχονταν σε 30.000 δραχμές.
Συνεπώς εκ της αυθαιρέτου και παρανόμου ως άνω ενεργείας τους, οι εναγόμενοι προεκάλεσαν ζημία στους ενάγοντες συνολικού ύψους 3.000.000 δραχμών ή 8.804,11 ευρώ και κατά το ποσό αυτό είναι υπόχρεοι για την ανόρθωση της εν λόγω ζημίας των εναγόντων.
Συνεπώς επιδικάζοντας για την αιτία αυτή ...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το εν λόγω ποσό στους ενάγοντες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως απορριπτέοι τυγχάνουν , ως αβάσιμοι , οι συναφείς περί του αντιθέτου λόγοι των ...εφέσεων . Τέλος, εκ των προαναφερομένων παρανόμων πράξεων των εναγομένων δοκίμασαν οι ενάγοντες ψυχικό άλγος ....και υπέστησαν ηθική βλάβη για την ικανοποίηση της οποίας ....κρίνεται ως εύλογη ανάλογος και δικαία η χρηματική καταβολή ως προς μεν την πρώτη αγωγή το ποσό των 4.671,24 ευρώ, ως προς δε τη δεύτερη το ποσό των 3.783, 57 ευρώ.
Συνεπώς, επιδικάζοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα ποσά αυτά ... ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ...απορριπτέοι...τυγχάνουν οι περί του αντιθέτου λόγοι των ...εφέσεων. Μετά ταύτα ...θα πρέπει να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση εφέσεις ... υπό τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις ως προς τους επιμέρους λόγους τους και για το ενιαίο της εκτελέσεως θα πρέπει να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες ...αποφάσεις. Ακολούθως διακρατουμένων των υποθέσεων ...θα πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αγωγές... και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στους ενάγοντες , για μεν την πρώτη αγωγή ...το ποσό των 42.822, 35 ευρώ (29.347 + 8.804,11 + 4 671,24) για δε τη δεύτερη αγωγή το ποσό των 27.261, 19 ευρώ (23.477,62 + 3.783,57), νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως εκάστης των αγωγών αυτών, μέχρις εξοφλήσεως>..
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 298 εδ. α' του Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ του προπαρατεθέντος περιεχομένου της συνάγεται, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και στοιχειοθετούν τηνσυνεπεία της συμπεριφοράς των ταύτης προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία, η οποία αντιστοιχεί στην αξία των εξορυχθέντων εκ του ακινήτου των αδρανών υλικών , υπό την αδιατάρακτο στην φύση κατάσταση τούτων , προ της εξορύξεως αυτών και επίσης στην αξία των εκριζωθέντων δέντρων προ της εκριζώσεως αυτών.
Επομένως οι περί του περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, καθόσον αφορά ειδικότερα τον τρόπο υπολογισμού της εκ της εξορύξεως των αδρανών υλικών και της εκριζώσεως των δένδρων ζημίας των εναγόντων, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων ταύτισε την εκ της ρηθείσης αιτίας ζημία των εναγόντων και εντεύθεν την επιδικαστέα σ' αυτούς αποζημίωση προς την αξία των εξορυχθέντων αδρανών υλικών όχι υπό την αδιατάρακτο στη φύση κατάστασή των προ της ανθρώπινης επεμβάσεως, αλλά προς εκείνην (αξία) μετά την ανθρώπινη επέμβαση, δηλαδή μετά την εξόρυξή των, η οποία είναι σαφώς υπερτέρα της πρώτης, λόγω προσαυξήσεώς της με τις δαπάνες εξορύξεως.
Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τις αναιρετικώς ανέλεγκτες, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ποσό των 1.000 δραχμών ανά κυβικό μέτρο εξορυχθέντος αδρανούς υλικού, που αποτελεί κατά την απόφαση και την σχετική ζημία των εναγόντων αντιστοιχεί στην αξία του υλικού αυτού υπό την αδιατάρακτο στην φύση κατάστασή του προ της εξορύξεως και όχι μετά την εξόρυξη τούτου.
Συνακολούθως δε αβάσιμες τυγχάνουν και οι δια του δευτέρου λόγου αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) προβαλλόμενες συναφείς αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον καθορισμό της αξίας των εξορυχθέντων αδρανών υλικών, εάν δηλαδή αυτή αντιστοιχεί στην αξία του μη εξορυγμένου πετρώματος ή του εξορυχθέντος τοιούτου , χωρίς την περαιτέρω επεξεργασία του, αφού, ως ήδη εξετέθη, κατά την σαφή και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, η αξία του εξορυχθέντος αδρανούς υλικού, υπό την αδιατάρακτο στην φύση ( προ της εξορύξεως του) κατάσταση αυτού ανερχόταν σε 1.000 δραχμές ανά κυβικό μέτρο, και με βάση τη τιμή αυτή υπολόγισε την ζημία των εναγόντων και εντεύθεν την αποζημίωση που αυτοί δικαιούνται.
Ωσαύτως αβάσιμες τυγχάνουν οι δια του αυτού (δευτέρου) λόγου (κατά το δεύτερο σκέλος του) προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον καθορισμό της αξίας των εκριζωθέντων δένδρων, εάν δηλαδή η καθορισθείσα αξία των 30.000 δραχμών εκάστου δένδρου αντιστοιχεί στην αξία αυτού προ της εκριζώσεώς του ή μετά την εκρίζωση αυτού.
Τούτο δε διότι από την προσβαλλομένη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το ρηθέν χρηματικό ποσό των 30.000 δραχμών, που καθορίσθηκε ενιαίως ως αξία εκάστου των εκριζωθέντων δέντρων αντιστοιχεί στην αξία την οποίαν τα δένδρα αυτά είχαν στο έδαφος προ της εξορύξεώς των από τους εναγομένους, ενώ η μη διαφοροποίηση της αξίας των, αναλόγως της μεσαίας ή μεγάλης ηλικίας των εναπόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. , αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" . Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσικομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012,134/2012). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν, με τα άρθρα 5 και 12, αντιστοίχως, του 2915/2001 και τα οποία έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του αυτού νόμου, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου ν. 2915/2001, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου. (Α.Π. 548/2011, 771/2012, 311/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, αφού αποδεικνύουν την έλλειψη κυριότητος των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου και την ανυπαρξία οποιοσδήποτε ζημίας αυτών και δη
α) τις υπ' αριθμ. ...03/6-5- 2011 και ...86/8-2-2011 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Λ. και Β. Σ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ. Γ.,
β) την υπ' αριθμ. …40/3-4-2011 ένορκη βεβαίωση του Λ. Λ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Γ. και
γ) την από 10-10-2008 τεχνική έκθεση και το συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Κ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, καθό μέρος αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, διότι οι ένδικες αγωγές εξεδικάσθησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά την τακτική διαδικασία και εξεδόθησαν προδικαστικές αποφάσεις που διέταξαν αποδείξεις, με βάση δε το ισχύον κατά το χρόνο εκδικάσεώς των νομικό καθεστώς , οι προδιαληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις ήταν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον αφορά δε την από 10-10-2008 τεχνική έκθεση και το συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Κ. , διότι από τη ρητή αναφορά του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη μετά των λοιπών αποδεικτικών και όλα τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται τα διάδικα μέρη, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το συγκεκριμένο έγγραφο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (αρθ 176,183ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2014 αίτηση ανάιρεσης των Α. Α. και της τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία ... ΕΕ κατά της 109/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ