468/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated468/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - σχετ. ΑΠ 969/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6772Β/27.9.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Θ. Ε. Λ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων - καλών Δήμος Βόλου, οι αναιρεσίβλητοι - καθ' ων η κλήση κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανιστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο.
Full text
Απόφαση 468 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμίδας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Π. Μ., 2)Ι. Β., 3)Μ. Μ., 4)Α. Μ., 5)Γ. Μ., 6)Γ. Μ., 7)Α. Κ., 8)Π. Β., 9)Γ. Α., 10)Β. Α., 11)Ν. Α., 12)Α. Β., 13)Χ. Β., 14)Α. Γ., 15)Χ. Γ., 16)Ν. Γ., 17)Ι. Δ., 18)Μ. Ι., 19)Ι. Κ., 20)Γ. Κ., 21)Ν. Κ., 22)Σ. Κ., 23)Ε. Κ., 24)Π. Μ., 25)Σ. Μ., 26)Μ. Μ., 27)Κ. Μ., 28)Α. Ν., 29)Α. Ν., 30)Ε. Π., 31)Κ. Ε., 32)Δ. Ν., 33)Θ. Β., 34)Α. Γ., 35)Σ. - Μ. Γ., 36)Γ. Γ., 37)Ι. Γ., 38)Α. Κ., 39)Θ. Κ., 40)Α. Κ., 41)Μ. Κ., 42)Δ. Λ., 43)Γ. Μ., 44)Γ. Γ., 45)Ε. Ε., 46)Δ. Κ., 47)Κ. Γ., 48)Π. Α., 49)Σ. Γ., 50) Ε. Κ., 51)Ι. Κ., 52)Σ. Κ., 53)Η. Κ., 54)Μ. Μ., 55)Δ. Μ., 56)Α. Ν., 57)Α. Μ., 58)Μ. Μ., 59)Σ. Α., 60)Ε. Α., 61)Α. Α., 62)Ζ. Γ., 63)Α. Δ., 64)Γ. Ζ., 65)Κ. Θ., 66)Ε. Κ., 67)Κ. Κ. - Β., 68)Ε. Κ., 69)Β. Λ., 70)Ά. Λ., 71)Γ. Μ., 72)Ε. Μ., 73)Δ. Μ., 74)Α. Μ., 75) Μ. Ν. - Ν., 76)Μ. Ξ., 77)Γ. Π., 78)Δ. Π., 79)Σ. Π., και 80)Γ. - Α. Ν., όλων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 9/1/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 312/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλλε την έκδοση απόφασης εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 16/2015 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και με την από 16/6/2017 κλήση του καλούντος, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την από 15/11/2012 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ' αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.
Αν δε την συζήτηση επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τον άλλο διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επισπεύδει , κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους διαδίκους που κλητεύθηκαν νόμιμα , ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη ( άρθρο 576§3 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - σχετ. ΑΠ 969/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6772Β/27.9.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Θ. Ε. Λ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων - καλών Δήμος Βόλου, οι αναιρεσίβλητοι - καθ' ων η κλήση κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανιστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο.
Η κλήτευση έγινε με την επίδοση της από 16.6.2017 κλήσης του αναιρεσείοντος, με την οποία επαναφέρεται η υπόθεση προς συζήτηση ύστερα από την έκδοση της 312/2014 παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, προς την Δικηγόρο Αθηνών Ε. Β., η οποία, έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσιβλήτους κατά τη δικάσιμο της 24.9.2013, μετά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση.
Σημειώνεται ότι δεν ήταν αναγκαία η επίδοση στους αναιρεσιβλήτους και αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αφού με επιμέλεια αυτών έγινε η επίσπευση της συζήτησης για την αρχική δικάσιμο της 27.11.2012 (βλ. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης σχετική παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων για επίδοση στον αναιρεσείοντα αντιγράφου αυτής με την πράξη ορισμού της ως άνω αρχικής δικασίμου καθώς και την από 16.5.2012 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Μ.
Μ.) οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε - με σημείωση του Προέδρου στο πινάκιο - για την ανωτέρω δικάσιμο της 24.9.2013, κατά την οποία, όπως ήδη σημειώθηκε, οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν κανονικά. Ενόψει τούτων και όσων σημειώθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα αλλά δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη την αρχή της παρούσας συνεδρίαση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
ΙΙ. Η κρινόμενη από 9.1.2012 αίτηση για αναίρεση της 252/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου , η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επαναφέρεται νόμιμα προς συζήτηση με την αναφερόμενη ανωτέρω κλήση του αναιρεσείοντος Δήμου Βόλου ύστερα από έκδοση της 312/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως εφετείο, κρίνοντας επί της με αριθμό …/2010 εφέσεως του εναγόμενου και τώρα αναιρεσείοντος Δήμου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή των εδώ αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε κάθε ένα των εναγόντων την ειδική παροχή του άρθρου 14 ν.3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1.2.2007 έως 31.1.2007, συνολικού ποσού 4.048 ευρώ.
Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 - 118 του ίδιου κώδικα α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.
Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα στοιχεία αυτά καθιστά την αγωγή αόριστη, η πλημμέλεια δε αυτή συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης - με ποινή το απαράδεκτο - προδικασίας και λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη. Η αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για απόφαση ειρηνοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε σε έφεση κατ' αποφάσεως του ειρηνοδικείου, εφόσον το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Ειδικότερα, για να είναι ορισµένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µισθωτού, όπως η ένδικη εδώ από 2.2.2009 αγωγή, µε την οποία ζητείται η επιδίκαση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν.3016/2002, αρκεί η επίκληση ότι ο μισθωτός παρέχει τις υπηρεσίες του στο Δημόσιο ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και ότι αμείβεται σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης που ισχύει κάθε φορά.
Επομένως, η ένδικη αγωγή, η οποία περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, δεν πάσχει νομική αοριστία και, συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση που την έκρινε ορισμένη, ορθά κατά τούτο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ καθώς και τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην επόμενη σκέψη της παρούσας.
Eίναι δε αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 560 παρ. 1 (και όχι από 559 αριθ. 1) ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι ο προϋπολογισμός του αναιρεσείοντος Δήμου παρέχει τη δυνατότητα χορήγησης της ως άνω παροχής και να αναφέρεται το είδος της παρεχόμενης από τους ενάγοντες εργασίας.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και κατά συνέπεια δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι, εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της χορηγούμενης με αυτούς εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας, για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από τον δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 "Συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κλπ" (ΦΕΚ Α 180) (Κεφάλαιο Α' ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 όμως του ιδίου νόμου με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 (με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών), του ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110), ορίστηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738 /1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές , όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...5... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 14 ν. 3016/2002 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά "ειδική παροχή", καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων από την Διοίκηση και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίστηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, " ...
ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις ...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 καθώς και των ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτού, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" [κεφάλαιο Β], που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟTA, οι οποίοι διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών, στην οποία οι υπάλληλοι διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών αυτών, διότι, αν οι τελευταίοι λαμβάνουν την προσωπική διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή [αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης μετά από εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών], οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται ( ΟλΑΠ 16/2015 ).
Επομένως, για τη χορήγηση της πιο πάνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτή χορηγείται σε υπαλλήλους της ιδίας υπηρεσίας, προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους (ΑΠ 1392/2015, ΑΠ 960/2014) ούτε η υπαγωγή των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εφόσον αυτή παρέχεται μόνο εάν η Διοίκηση, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, μετά από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 22/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1392/2015), ενώ για την επιδίκαση αυτής απαιτείται επιπλέον αφενός μεν οι ενάγοντες να μην λαμβάνουν τόσον αυτοί, όσο και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας στην οποία μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 916/2017), αφετέρου δε και ειδικότερα για εκείνους που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή των ΟΤΑ να διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η παροχή αυτή, [με την προϋπόθεση ότι είχε χορηγηθεί νόμιμα, κατά τα προαναφερθέντα], είχε διατηρηθεί και εξακολούθησε να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, όπου διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν οι ενάγοντες (ΑΠ 913/2017, ΑΠ 960/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 2.2.2009 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αφού ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο ο καθένας (από το 1983 έως το 2006) και απασχολούνται έκτοτε από τον αναιρεσείοντα Δήμο με υπαλληλική σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, ζήτησαν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς ολοκλήρου του ποσού της αναφερόμενης ανωτέρω ειδικής παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.2005 έως 31.12.2008, επικαλούμενοι απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002, πολλών ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού και με τις οποίες επεκτάθηκε η χορήγηση της επίδικης μηνιαίας ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε πολλές κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ , των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση της παροχής αυτής ως προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους στους οποίους καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1.1.2005 και σε διοριζόμενους ή μετατασσόμενους μετά την 1.1.2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, για το χρονικό διάστημα από 1.2.2007 έως 31.1.2007 την εν λόγω ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002, ποσού 176 ευρώ (για το προγενέστερο διάστημα από 1.6.2005 έως 31.1.2007 δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995), εφόσον από μισθολογική άποψη δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο αυτό μισθολογικό καθεστώς, την δε παροχή αυτή ελάμβαναν πολλές ετερόκλητες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και σε ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει εξαρχής τον χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων και, συνεπώς, η μη απόληψή της από τους ενάγοντες- αναιρεσιβλήτους συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των λοιπών εργαζομένων που την λαμβάνουν και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.
Έτσι, όπως περαιτέρω έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, για την αποκατάσταση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, πρέπει να χορηγηθεί και στους ενάγοντες- αναιρεσιβλήτους η επίδικη ειδική παροχή, καθόσον υπάγονται και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού του Δημοσίου, δηλαδή πληρούν την μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της.
Επίσης το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα επιδόματα πρόσθετης επιδοματικής παροχής , εξόδων κίνησης και κινήτρου απόδοσης συνιστούν ειδικές επιδοματικές παροχές, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, τυγχάνουν ετεροειδείς σε σχέση με την επίδικη παροχή και δεν συμψηφίζονται με αυτή, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους, χωρίς διάκριση χαμηλόμισθων ή μη .
Με την κρίση του αυτή, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 και 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εδώ εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, κατ' αρχήν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, βάσει της οποίας χορηγήθηκε η επίδικη ειδική παροχή των 176 ευρώ, καταργήθηκε από 1.1.2004 με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, ενώ, όσον αφορά ειδικά τους οκτώ πρώτους των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων , οι οποίοι φέρεται ότι είχαν διοριστεί πριν από το χρονικό αυτό σημείο , δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη παραδοχές ότι ελάμβαναν αυτοί την εν λόγω παροχή μέχρι 31.12.2003 ή ότι είχαν ενεργή αξίωση την 1.1.2004 για την λήψη αυτής , ώστε να την δικαιούνται ως προσωπική διαφορά και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και η μη καταβολή της να συνιστά παραβίαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.
Εξάλλου, όπως επίσης σημειώθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ως άνω ειδική παροχή δεν συνιστά, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη, προβλεπόμενη από τον νόμο ευθεία και γενική αύξηση των τακτικών αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό, που παρέχεται εάν η Διοίκηση ασκήσει νομίμως την διακριτική της ευχέρεια, μετά από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 ν 3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, δεν συνέτρεχε η αναγκαία κατά τον νόμο προϋπόθεση για την χορήγηση της παροχής αυτής στους αναιρεσιβλήτους, δεδομένου ότι αυτοί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ελάμβαναν τις προαναφερόμενες πρόσθετες μισθολογικές παροχές (επιδόματα), οι οποίες υπερβαίνουν σωρευτικά το ποσό των 176 ευρώ.
Πέραν απ' αυτά, η προσβαλλομένη δεν διέλαβε τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002 και ειδικότερα δεν διέλαβε στο σκεπτικό της σε ποιες κατηγορίες υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Δήμου ή του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ επεκτάθηκε η παροχή αυτή και υπό ποίες συνθήκες και όρους, ούτε αν είχε προβλεφθεί ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, ούτως ώστε να κριθεί εάν η σχετική ΚΥΑ είχε εκδοθεί νόμιμα και μέσα στα πλαίσια της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ δεν διευκρινίζεται εάν η ανωτέρω παροχή εξακολούθησε να καταβάλλεται νόμιμα σε υπαλλήλους (και ποίας κατηγορίας) ως προσωπική διαφορά και μετά την 31.12.2003 στην Υπηρεσία, όπου τοποθετήθηκαν και εργάζονται οι αναιρεσίβλητοι.
Σε κάθε, άλλωστε, περίπτωση, από την συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της Διοίκησης να επεκτείνει την χορήγηση της παροχής αυτής στους αναιρεσιβλήτους, ανεξάρτητα αν αυτή χορηγείται παράνομα σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι, όπως σημειώθηκε στη νομική σκέψη, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει την αιτίαση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος.
Ενόψει όλων τούτων και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 εδάφιο πρώτο ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα Δήμο, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί και απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού καθώς και της παρούσας δίκης κατ' άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 252/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 4.1.2010 έφεση του εναγόμενου Δήμου Βόλου.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη 588/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου.
ΔΙΚΑΖΕΙ επί της αγωγής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού καθώς και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ