468/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated468/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 468/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζ. Γ. Π., το γένος Γ. Γ. και 2) Χ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Συγγούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, συγγενούς των αναιρεσειουσών και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, ΙΧΕ αυτοκινήτου, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 30-3-2008 και περί ώρα 12.45’ μ.μ., ο Ν.
Π.... οδηγούσε το υπ’ αριθμ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητό του στην Ε.Ο. ..., με κατεύθυνση προς Καρπενήσι, έχοντας συνεπιβάτιδα τη σύζυγό του Χ. Π.. Στην πορεία του είδε τον Σ. Π.... και αφού μείωσε την ταχύτητά του, ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του στην 18.600 χ/θ, με σκοπό να εξέλθει η σύζυγός του... Την ίδια ώρα και ομόρροπα, πίσω του, σε μικρή απόσταση, οδηγούσε το υπ’ αριθ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες σε τρίτους στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, βλέποντας το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, αιφνιδιάστηκε και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Ν.
Π., το οποίο είχε τη μηχανή του στο οπίσθιο τμήμα του, λίγα λεπτά αφότου είχε κατέβει η σύζυγός του και συζητούσε με τον άνω Σ. Π., αδελφό του πρώτου εναγομένου. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ν. Π., αφού περιστράφηκε μερικώς περί τον άξονά του, εκτινάχθηκε σε απόσταση 13,70 μέτρων δεξιά, ως προς την πορεία του και ακινητοποιήθηκε κατά ένα τμήμα του εντός της οδού και κατά το άλλο τμήμα του εντός του παρακειμένου της οδού ασφάλτινου ερείσματος και του στη συνέχεια αυτού χωμάτινου ερείσματος, το οποίο έχει ανωφέρεια, έχοντας καταπλακώσει τον οδηγό του, ο οποίος είχε εκτιναχθεί έξω από το αυτοκίνητο.
Ακολούθησε εκδήλωση πυρκαγιάς και στα δύο οχήματα που καταστράφηκαν και το δυσάρεστο αποτέλεσμα του θανάτου του Ν. Π., εξαιτίας σωματικών κακώσεων, καθολικών εγκαυμάτων και εισπνοής προϊόντων καύσεως, όπως αναφέρεται στην ιατροδικαστική έκθεση, στα οποία πιθανώς οφείλεται και η ποσότητα αιθανόλης σε ποσοστό 0,80 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του.
Την ώρα του ατυχήματος οι οδικές συνθήκες (ορατότητα, κατάσταση οδοστρώματος), ήταν καλές, επικρατούσε καλοκαιρία και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη. Η οδός είναι ευθεία κατωφέρεια, με μικρή κλίση. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος είναι 6,60 μέτρα, με ασφάλτινο έρεισμα προς το ρεύμα πορείας των εν λόγω αυτοκινήτων 0,60 μ....
Με τα ανωτέρω δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, του θανόντος σε ποσοστό 70% και του πρώτου εναγομένου σε ποσοστό 30%, όπως βάσιμα εν μέρει ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η έφεση των οποίων εξετάζεται κατ’ ουσίαν. Η υπαιτιότητα του θανόντος συνίσταται στο ότι, παρότι η οδός στην οποία κινούνταν έχει μικρό πλάτος οδοστρώματος και μικρό πλάτος ερείσματος και πέραν αυτού υπάρχει χωμάτινη ανωφέρεια και η κίνηση των οχημάτων εκείνη τη στιγμή ήταν αυξημένη, έκανε στάση εντός του οδοστρώματος, σε απόσταση 1,40 μ.
από το ασφάλτινο έρεισμα, όπου βρέθηκαν και θραύσματα γυαλιών και πλαστικού από τη σύγκρουση, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τμήμα στο ρεύμα πορείας του 1,90 μ., αφού, όπως προεκτέθηκε το πλάτος είναι 3,30 μ. (6,60 : 2), αποκόπτοντας με αυτό τον τρόπο την πορεία των κινουμένων πίσω του οχημάτων, οι οδηγοί των οποίων, για να διέλθουν, ήταν αναγκαίο να εισέλθουν στο αντίθετο ρεύμα πορείας, κίνηση που ενείχε μεγάλο κίνδυνο, δεδομένης και της αυξημένης, όπως προεκτέθηκε, κυκλοφορίας.
Η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ω, οδηγούσε με πολλή μεγαλύτερη ταχύτητα, περί τα 100 χλμ/ω. Τούτο αποδεικνύεται από το ότι, παρότι είδε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο από απόσταση 200 μέτρων περίπου, διότι, όπως προεκτέθηκε, η οδός είναι ευθεία με μικρή κατωφέρεια, δεν μπόρεσε, μειώνοντας την ταχύτητα και πραγματοποιώντας ελιγμό αριστερά, εφόσον εκείνη τη στιγμή στο αντίθετο ρεύμα δεν κινούνταν κάποιο όχημα, να αποφύγει τη σύγκρουση, προσπερνώντας το σταθμευμένο όχημα ή έστω να επιπέσει ελαφρά σε αυτό, οπότε οι συνέπειες θα ήταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιο ήπιες....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν καλύπτουν χωρίς λογικά κενά ούτε με πληρότητα και χωρίς αντίφαση το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ ουσιαστικών κανόνων δικαίου, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η διαγνωσθείσα συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος οδηγού του σταθμευμένου οχήματος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα: 1) ενώ αρχικά δέχεται ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος βλέποντας το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, αιφνιδιάστηκε και επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του θανατωθέντος Ν. Π. στην συνέχεια δέχεται ότι παρότι είδε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο από απόσταση 200 μέτρων περίπου....
δεν μπόρεσε, μειώνοντας την ταχύτητα και πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά, εφόσον εκείνη τη στιγμή στο αντίθετο ρεύμα δεν κινούνταν κάποιο όχημα, να αποφύγει τη σύγκρουση, προσπερνώντας το σταθμευμένο όχημα ή έστω να επιπέσει ελαφρά σε αυτό, οπότε οι συνέπειες θα ήταν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιο ήπιες και 2) δεν διευκρινίζει αν με τις πιο πάνω συνθήκες ορατότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού και την ταχύτητα του αυτοκινήτου του υπολογιζόμενου και του χρόνου αντιδράσεως του οδηγού από την εμφάνιση του σταθμευμένου αυτοκινήτου του θανατωθέντος Ν.
Π., θα μπορούσε έγκαιρα να ενεργήσει αποτελεσματική τροχοπέδηση αποφυγής του ως άνω σταθμευμένου αυτοκινήτου ή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, μετά την παραδοχή ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν εκινείτο άλλο όχημα. Επομένως οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά ταύτα πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, να παραπεμφθεί στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 27/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, καθόσον αφορά τους διαδίκους της προκειμένης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, κατά το παραπάνω μέρος της, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αναιρεσείουσες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ