Legislator Case Law & Legislation
468/2016 AI generated

468/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 468/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 468 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

468/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 468 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 468 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 468/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Λ., κατοίκου ... και 2) Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) με καταστατική έδρα τη …, πραγματική δε το ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: α) Χριστίνα Γενναδοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και β) Ιωάννη Φιλιώτη και 2) εταιρείας με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2010 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5510/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 957/2013 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 957/ 2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την από 31.1.2012 έφεση των αναιρεσειόντων, καθώς και την από 24.1.2012 αντίθετη έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως προς τη δεύτερη αυτών (αναιρεσιβλήτων), ενώ τη δέχθηκε κατά τα λοιπά ως προς τους αναιρεσείοντες και αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 5510/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ως προς αυτούς την από 22.9.2010 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για το συνολικό ποσό των 342.463,38 ευρώ, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια την αγωγή αυτή για το μεγαλύτερο ποσό των 437.274,27 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο οι αναιρεσείοντες στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως αποζημίωση για την ισόποση ζημία που της προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και παραδεκτά στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577§§1&3 ΚΠολΔ). Αντίθετα, απαράδεκτα στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, αφού ως προς αυτήν, ως προς την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, δεν προβάλλονται με την αίτηση αναίρεσης και ούτε θα ήταν δυνατόν να προβληθούν από τους αναιρεσείοντες, που υπήρξαν απλοί ομόδικοί της, αιτιάσεις κατά της εφετειακής απόφασης, η οποία επικύρωσε τη σχετική απορριπτική κρίση της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, δεν παρέστη στο ακροατήριό του, μολονότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρ. 568§4 του ΚΠολΔ και του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/13.11.2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ρυθμίζει τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν η επίδοση ή κοινοποίηση πρόκειται να γίνουν σε πρόσωπο γνωστής εκεί διαμονής, όπως εν προκειμένω που η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εδρεύει σε γνωστή διεύθυνση στη ... (βλ. σχετικά τις .../10.8.2015 και .../10.8.2015 δυο βεβαιώσεις της .../Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα Μάλτας, από τις οποίες προκύπτει ότι στις 25.6.2015 επιδόθηκε κατά τις διατυπώσεις του δικαίου της Μάλτας στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και η από 19.5.2015 βεβαίωση αναβολής της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, που υπογράφεται από την αρμόδια γραμματέα του Αρείου Πάγου).

2. Κατά το άρθρ. 23 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, η οποία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία, όπως περαιτέρω ορίζεται στο ίδιο άρθρο, πρέπει να καταρτισθεί α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις, γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις του είδους, για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. Ειδικότερα, το ως άνω άρθρο αποτελεί την κύρια έκφραση της αναγνωριζόμενης με τον Κανονισμό στα μέρη αυτονομίας της βουλήσεως, που επιτρέπει σ’ αυτά να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του Κανονισμού για τη διεθνή δικαιοδοσία και να υποβάλουν έτσι τις διαφορές τους στο δικαστήριο που θα επιλέξουν, καθιστώντας αυτό με μόνη τη συμφωνία τους φορέα διεθνούς δικαιοδοσίας. Η συμφωνία μπορεί να έχει ως αντικείμενο και τον αποκλεισμό της δικαιοδοσίας συγκεκριμένων δικαστηρίων, δηλαδή δεν αφορά μόνο τις θετικές, αλλά και τις αρνητικές ρήτρες παρέκτασης (ΔΕΚ 24.6.1986, Anterist/Lyonnais, 22/1985, ΣυλλΝομολ 1986.1951, σκέψη 13). Κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, οι σχετικές ρήτρες πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά υπό την έννοια ότι θα πρέπει να έχουν αποτελέσει αντικείμενο συναίνεσης των μερών, η ύπαρξη της οποίας θα πρέπει επιπλέον να εκδηλώνεται με ακρίβεια και σαφήνεια (ΔΕΚ 14.12.1976, Estasis Salotti/Ruwa, 26/1976, ΣυλλΝομολ 1976.1831, σκέψη 7? ΔΕΚ 14.12.1976, Segoura/ Bonakdarian, 25/1976, ΣυλλΝομολ 1976.1851, σκέψη 6? ΔΕΚ 9.11.2000, Coreck, C-387/1998, ΣυλλΝομολ 2000.Ι-9337 σκέψη 13). Το κύρος της ρήτρας παρέκτασης είναι ανεξάρτητο από το κύρος της σύμβασης στην οποία περιέχεται και αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει το κύρος της σύμβασης αυτής είναι το δικαστήριο της παρέκτασης (ΔΕΚ 3.7.1997, Benincasa, C-269/1995, ΣυλλΝομολ 1997.Ι-3667, σκέψεις 29-32). Η παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί να συμφωνηθεί είτε για ήδη γεννημένες είτε και για μελλοντικές διαφορές, στην τελευταία όμως περίπτωση η συμφωνία των μερών πρέπει να προσδιορίζει ρητά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση την οποία αφορά και ισχύει μόνο για τις διαφορές που θα προκύψουν από τη σχέση αυτή, χωρίς πάντως να πρέπει να μνημονεύονται ρητά και οι επιμέρους διαφορές. Σε κάθε περίπτωση αρμόδιος να ερμηνεύσει τη ρήτρα παρέκτασης με σκοπό τον προσδιορισμό των διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της είναι ο εθνικός δικαστής που καλείται να την εφαρμόσει (ΔΕΚ 10.3.1992, Duffryn/Petereit, C-214/1989, ΣυλλΝομολ 1992.Ι-1745, σκέψεις 30-31, 36). Στο πλαίσιο αυτό γίνεται δεκτό ότι ρήτρα παρέκτασης για συγκεκριμένη σύμβαση καταλαμβάνει και τις συναφείς με αυτή αδικοπραξίες των μερών, εκτός αν η παρανομία δεν ήταν προβλέψιμη (ΔΕΚ 21.5.2015, Cartel Damage Claims Hydrogen Peroxide, C-352/2013, σκέψεις 69-70) ή υπάρχει αντίθετη βούληση των μερών (ΑΠ 1697/2013). Η συμφωνία παρέκτασης ισχύει κατ’ αρχήν μόνο μεταξύ των μερών, όμως κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η διεύρυνση των υποκειμενικών της ορίων και η επίκλησή της υπέρ ή κατά διαδίκου που ήταν τρίτος κατά την κατάρτισή της, όπως στις περιπτώσεις καθολικής ή ειδικής διαδοχής ή προκειμένου για συμβάσεις υπέρ τρίτων (ΔΕΚ 14.7.1983, Gerling/ Amministrazione del Tesoro dello Stato, 201/1982, ΣυλλΝομολ 1983.2503, σκέψεις 13, 19? ΔΕΚ 19.6.1984, Tilly Russ/Nova, 71/1983, ΣυλλΝομολ 1984.2417, σκέψεις 24-25? ΔΕΚ 21.5.2015, Cartel Damage Claims Hydrogen Peroxide, C-352/2013, σκέψη 65? ΑΠ 1542/2014). Σε περίπτωση εξ άλλου παθητικής ομοδικίας, ναι μεν ορίζει το άρθρ. 6 σημείο 1 του Κανονισμού ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί επίσης να εναχθεί, αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός από αυτούς, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους, όμως ο ίδιος κίνδυνος υπάρχει και στην περίπτωση που ένας από τους περισσότερους εναγομένους έχει συμφωνήσει παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Ο κίνδυνος αυτός δεν καλύπτεται από την ως άνω ρύθμιση, αλλά ούτε και από τις ρυθμίσεις του άρθρ. 23 του Κανονισμού, αφού δεν προβλέπεται η δυνατότητα επίκλησης της συμφωνίας παρέκτασης ενός των ομοδίκων υπέρ ή κατά των λοιπών και αντίθετα φαίνεται να προσκρούει στην αρχή της προβλεψιμότητας, στην οποία σε μεγάλο βαθμό πρέπει κατά την 11η αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού να βασίζονται οι κανόνες δικαιοδοσίας. Έτσι υποστηρίζεται κυρίως στη θεωρία ότι επί απλής ομοδικίας, αν ένας μόνον από τους ομοδίκους συνάψει συμφωνία παρέκτασης, η συμφωνία δεσμεύει μόνον τον ίδιο και όχι και τους ομοδίκους του, αφού το άρθρ. 6 σημείο 1 του Κανονισμού θεμελιώνει τη δωσιδικία της ομοδικίας μόνο στο σύνδεσμο της κατοικίας ενός από αυτούς και όχι σε άλλους συνδέσμους ή στην παρέκταση [Kropholler, Europaisches Zivilprozessrecht (1996)4 άρθρ. 6 αριθ. 10? Geimer/ Schutze, Europaisches Zivilprozessrecht (1997) άρθρ. 6 αριθ. 30? Αρβανιτάκης, Διεθνής Δικαιοδοσία στις σύνθετες δίκες κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών, Liber Amicorum Κ. Κεραμέως (2000)

ΙΙ αριθ. 5,

ΙΙΙ αριθ. 3, σ. 116 και 124? Σαχπεκίδου, Η παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο (2000) σ. 123 - 124? Νίκας/Σαχπεκίδου(-Σαχπεκίδου), Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία (2016) σ. 393/394 αριθ. 66? Ι. Δεληκωστόπουλος, Ζητήματα από την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 (2011) § 4

ΙΙΙ, αριθ. 2, σ. 138]. Ωστόσο ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων με δύσκολα αναστρέψιμες συνέπειες αυξάνει και είναι ιδιαίτερα μεγάλος στην περίπτωση συμφωνίας παρέκτασης από έναν των ομοδίκων που ενέχεται εις ολόκληρο με τους λοιπούς για την αυτή ζημία, όπως μεταξύ άλλων προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρ. 71 και 926 ΑΚ, οπότε τότε ο προβληματισμός για την ανάγκη διεύρυνσης των υποκειμενικών ορίων της συμφωνίας παρέκτασης εμφανίζεται εντονότερος. Η υποβάθμιση στην περίπτωση αυτή της συμφωνίας των μερών ως απαραίτητης ουσιαστικής προϋπόθεσης για το κύρος ρήτρας παρέκτασης μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη αποφυγής του πολλαπλασιασμού των αρμόδιων δικαστηρίων για διαφορές που προέρχονται από την ίδια νομική και πραγματική σχέση με στόχο τη νομική ασφάλεια (ΔΕΚ 10.3.1992, Duffryn/Petereit, C-214/1989, ΣυλλΝομολ 1992.Ι-1745, σκέψη 20). Εξ άλλου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (Ολ ΑΠ 293/1981? Ολ ΑΠ 860/1984? ΑΠ 527/2013). Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και του Κανονισμού 44/2001 έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 788/1994). Τέλος, κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ’ αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών (ΔΕΚ 11.5.2006, Friesland Coberco Dairy Foods, C-11/2005, Συλλ 2006.Ι-4285, σκέψεις 35 και 37) μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΔΕΚ 18.7.2007, Ministero dell’ Industria, C-119/2005, Συλλ 2007.Ι-06199, σκέψη 43? ΟλΑΠ 19/1999) θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ). Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013). Κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το Δικαστήριο περιορίζεται στην αποσαφήνισή του και δεν επεκτείνεται στην εφαρμογή του στην ένδικη υπόθεση, η οποία παραμένει έργο αποκλειστικά του εθνικού δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, που απευθύνονται από τα εθνικά δικαστήρια, απολαύουν του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης, που αυτά προσδιορίζουν με ευθύνη τους και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το ενωσιακό Δικαστήριο (ΔΕΚ 15.5.2003, Salzmann, C-300/2001, Συλλ 2003.Ι-4899, σκέψεις 29 και 31), ούτε και μπορεί αυτό να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν ολοφάνερα προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της εκκρεμούς σ’ αυτό κύριας δίκης ή πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσης ή δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία για να δώσει αυτό χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (ΔΕΚ 22.6.2006, Conseil General de la Viene, C-419/2004, Συλλ 2006.Ι-5645, σκέψη 19). Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξ άλλου δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε ήδη σε προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ερώτημα που ήδη υποβλήθηκε (ΔΕΚ 11.6.1987, Pretore di Salo, 14/1986, Συλλ 1987.2545, σκέψη 12). Παρέπεται ότι η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ’ αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ (Ο λΑΠ 16/2013).

Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή της αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά της δεύτερης αυτών και των αναιρεσειόντων, πρόβαλε κατ’ αυτών αξιώσεις αποζημίωσης για υλικές ζημίες της και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της, προς θεμελίωση των οποίων εκτίθενται ειδικότερα στην ένδικη αγωγή της τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα και πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία … πλοίου ..., του οποίου τη διαχείριση έχει η εταιρεία ...., που εδρεύει στον … και έχει γραφείο και στο .... Ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με τυπική έδρα στη ... και πραγματική στην ..., αποτελεί εταιρεία του ομίλου εταιρειών του τρίτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος δραστηριοποιείται στις ναυλώσεις και στη διαχείριση πλοίων. Ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν ο μοναδικός διευθύνων σύμβουλος και πραγματικός εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, καθώς την ήλεγχε πλήρως και κρυπτόταν όπισθεν αυτής προς εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων ήταν καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα το μοναδικό μέλος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης. Ότι στις 9.6.2006 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης το υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό ναύλωσης, με το οποίο η πρώτη χρονοναύλωσε στη δεύτερη το ως άνω πλοίο. Ότι η πρώτη εναγομένη με άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκναύλωσε το πλοίο αυτό στο Υπουργείο Εμπορίου του Ιράκ για τη μεταφορά φορτίου σίτου από το Αμβούργο της Γερμανίας στο Ιράκ, όμως κατά παράβαση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού της με την ενάγουσα καθυστέρησε για πέντε μήνες την απόδοση του πλοίου σ’ αυτή. Ότι στις 17.2.2007 η ενάγουσα προσέφυγε σε διαιτησία στο Λονδίνο, διεκδικώντας συνολικά 1.327.159 δολλάρια ΗΠΑ για επισταλίες και δεδουλευμένους ναύλους. Ότι στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας η ενάγουσα πείστηκε από τους συνηγόρους της πρώτης εναγομένης ότι πίσω από αυτή κρυπτόταν ως πραγματικός επιχειρηματίας ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος ήταν πρόσωπο φερέγγυο με σημαντική περιουσία και επομένως δεν ήταν αναγκαία η παροχή από μέρους της εγγυήσεων προς εξασφάλιση του ποσού που θα επιδίκαζε στην ενάγουσα η διαιτητική απόφαση, όμως οι σχετικές διαβεβαιώσεις αποδείχθηκαν εκ των υστέρων απατηλές. Ότι η καθυστέρηση απόδοσης στην ενάγουσα του πλοίου της οφειλόταν σε ισόχρονη καθυστέρηση απόδοσης του πλοίου αυτού από το Ιρακινό Δημόσιο στην πρώτη εναγομένη, η οποία άσκησε κατ’ αυτού αξιώσεις ποσού 6.791.007,91 δολλαρίων ΗΠΑ από επισταλίες και λοιπά έξοδα που προέκυψαν από την υποναύλωση του πλοίου. Ότι η πρώτη εναγομένη προς εξασφάλιση της απαίτησής της κατά του Ιρακινού Δημοσίου κατάσχεσε συντηρητικά χρηματικές απαιτήσεις του 8.266.671,01 δολλαρίων ΗΠΑ κατά τραπεζών της Νέας Υόρκης. Ότι στις 3.8.2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του τρίτου εναγομένου και του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ε. Μ. προς συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Ότι στις 4 και 12.10.2007 καταβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα το ποσό των 177.560,16 δολλαρίων ΗΠΑ, με το οποίο εξοφλήθηκε η απαίτησή της για δεδουλευμένους ναύλους, ενώ στις 14.11.2007 υπογράφτηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η εκκρεμής διαιτητική διαδικασία θα αναστελλόταν για έξι τουλάχιστον μήνες, μετά την πάροδο των οποίων κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα είχε το δικαίωμα καταγγελίας της αναστολής και λύσης του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού και ακόμη ότι οι εκκρεμείς στην διαιτησία απαιτήσεις της ενάγουσας θα περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των απαιτήσεων της πρώτης εναγομένης κατά του Ιρακινού Δημοσίου, ότι θα συνεργάζονταν μεταξύ τους για τη θεμελίωση των απαιτήσεων αυτών, ότι η πρώτη εναγομένη θα ενημέρωνε την ενάγουσα για την πορεία της διαδικασίας κατά του Ιρακινού Δημοσίου και ότι σε περίπτωση συμβιβασμού με το Ιρακινό Δημόσιο η ενάγουσα θα δικαιούταν κατ’ ελάχιστον ποσοστό 20% από το ποσό που θα εισέπραττε η πρώτη εναγομένη. Ότι μόλις το Νοέμβριο του 2008 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε ήδη από 20.5.2008 συμβιβαστεί με το Ιρακινό Δημόσιο και είχε συναινέσει στην άρση της συντηρητικής κατάσχεσης των απαιτήσεών του, αφού είχε ήδη από τον Ιούλιο του 2008 εισπράξει από αυτό το ποσό του συμβιβασμού, που ανήλθε σε 5.000.000 δολλάρια ΗΠΑ. Ότι στις 22.5.2008 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε το από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό της με την ενάγουσα, επικαλούμενη δήθεν άρνηση του Ιρακινού Δημοσίου να συζητήσει για απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, όπως αυτό υποτίθεται ότι θεωρούσε την απαίτηση της ενάγουσας. Ότι ακολούθως η ενάγουσα συνέχισε τη διαιτητική διαδικασία και εκδόθηκε η από 29.9.2009 διαιτητική απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει σ’ αυτή αποζημίωση 453.300 δολλαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων προς 6% για το διάστημα από 17.2.2007 έως 29.9.2009, συνολικού ποσού 76.619,34 δολλαρίων ΗΠΑ, όμως η είσπραξη των ποσών αυτών κατέστη αδύνατη από την ενάγουσα, αφού με απατηλά μέσα ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων και ακολουθώντας ως προς την πληρωμή παρελκυστική τακτική αποξένωσαν εν τέλει την πρώτη αυτών από τα περιουσιακά της στοιχεία. Ότι ειδικότερα προς το σκοπό αυτό διαβεβαίωσαν κατ’ επανάληψη ψευδώς την ενάγουσα ως προς την φερεγγυότητα του τρίτου αυτών και ως προς την πρόθεσή του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, ενώ απέκρυψαν το συμβιβασμό που πέτυχαν με το Ιρακινό Δημόσιο, με συνέπεια έτσι να καθυστερήσει η ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας, η δε ενάγουσα, πειθόμενη στις διαβεβαιώσεις τους, να αποσύρει το αίτημά της για παροχή εγγυήσεων από την πρώτη εναγομένη και να μην ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της. Το Εφετείο έκρινε ότι η υπόθεση υπάγεται στη διεθνή δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων ως προς την πρώτη εναγομένη με βάση έγκυρη συμφωνία παρέκτασης μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, που περιέχεται στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τους. Έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη. Αντίθετα ως προς τον δεύτερο και τον τρίτο των εναγομένων, οι οποίοι δεν συμβλήθηκαν στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, το Εφετείο έκρινε ότι η σχετική ρήτρα παρέκτασης δεν τους δεσμεύει, αφού η συμφωνία παρέκτασης ισχύει μόνο μεταξύ των μερών της συμφωνίας. Έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αφού απέρριψε την ένσταση του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων για έλλειψη ως προς αυτούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, δίκασε ακολούθως ως προς αυτούς την υπόθεση. Ωστόσο η κρίση αυτή των δικαστηρίων της ουσίας ως προς τα υποκειμενικά όρια της περιεχόμενης στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ρήτρας παρέκτασης δεν είναι κατά τα προεκτεθέντα αναμφίβολη και αντίθετα αυξημένος είναι ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ως προς τους εναγομένους, δηλαδή αφενός μεν ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και αφετέρου ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι φέρεται να ενέχονται εις ολόκληρο για την αυτή σε βάρος της ενάγουσας ζημία κατά τις διατάξεις των άρθρ. 71 και 926 ΑΚ. Κρίνεται έτσι σκόπιμο να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και να απευθυνθεί κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): Αν η ρήτρα παρέκτασης που συμφωνήθηκε κατά το άρθρ. 23 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 μεταξύ εταιρειών και εν προκειμένω περιλαμβάνεται στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό της πρώτης με τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, κατά το άρθρ. 10 του οποίου "η παρούσα συμφωνία διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, υπόκειται στην αγγλική δικαιοδοσία και οποιαδήποτε διαφορά από ή σε σχέση με αυτή υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court) της Αγγλίας και της Ουαλίας", καταλαμβάνει για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που την αντιπροσωπεύουν και δημιουργούν ευθύνη της κατά το άρθρ. 71 του ελληνικού ΑΚ, και τα υπαίτια πρόσωπα που ενήργησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ευθύνονται κατά το ίδιο άρθρο σε συνδυασμό και με το άρθρ. 926 του ελληνικού ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "..." την από 31.7.2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση ως προς αυτούς της υπ’ αριθ. 957/ 2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, την έκδοση οριστικής απόφασης.

Απευθύνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) το ερώτημα: "Αν η ρήτρα παρέκτασης που συμφωνήθηκε κατά το άρθρ. 23 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 μεταξύ εταιρειών και εν προκειμένω περιλαμβάνεται στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό της πρώτης με τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, κατά το άρθρ. 10 του οποίου "η παρούσα συμφωνία διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, υπόκειται στην αγγλική δικαιοδοσία και οποιαδήποτε διαφορά από ή σε σχέση με αυτή υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court) της Αγγλίας και της Ουαλίας", καταλαμβάνει για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που την αντιπροσωπεύουν και δημιουργούν ευθύνη της κατά το άρθρ. 71 του ελληνικού ΑΚ, και τα υπαίτια πρόσωπα που ενήργησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ευθύνονται κατά το ίδιο άρθρο σε συνδυασμό και με το άρθρ. 926 του ελληνικού ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας". Και

Διατάσσει να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου στη γραμματεία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίγραφα της παρούσας απόφασης, της αναιρεσιβαλλόμενης υπ’ αριθ. 957/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 5510/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ