468/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated468/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ.. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3α, 3β, και 3γ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 9/2/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Οι υπό στοιχεία 7α, 7β, 7γ και 7δ εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Κοροβέση, η οποία δήλωσε ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 468/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Κ., κατοίκου ..., 2)Χ. Λ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον α)Γ. Λ. του Χ. και β)Δ. Λ. του Χ., 3)Θ. Π., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις: α)Ε. Π., χήρα Θ., το γένος Δ. Λ., β)Α. Π. του Θ., και γ) Α. Π. του Θ., 4) Α. Τ., κατοίκου ..., και 5)Γ. Φ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α)Α. Φ., χήρα Γ., το γένος Θ. Θ., β)Φ. Φ. του Γ., και γ)Α. Φ. του Γ.. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, και 4 παραιτήθηκαν σύμφωνα με την από 31/7/2013 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αναίρεσης και οι υπό στοιχεία 5 παραιτήθηκαν σύμφωνα με την από 13/12/2013 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αναίρεσης που κατατέθηκαν στη Γραμματέα του Αρείου Πάγου και επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους.
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Σ. Γ., κατοίκου ..., 2)Π. Κ., κατοίκου ..., 3)Β. Κ., κατοίκου ..., 4)Δ. Α., κατοίκου ..., 5)Ν. Ι., κατοίκου ..., 6)Α. Β., κατοίκου ... και 7)Ι. Β., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 6ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μπούσιο.
Των καθών η κλήση: 1)Ι. Μ. του Δ., ως κληρονόμου της αναιρεσείουσας Κ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Λ., 2)Ε. χήρας Π. Τ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αναιρεσείοντος Π. Τ., 3α)Δ. Ζ. του Μ., β)Δ. Ζ. του Δ. και γ)Μ. Ζ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αναιρεσείουσας Ε. Ζ., 4α)Ε. Σ., χήρας Ν., το γένος Ι. Ζ., κατοίκου ..., β)Ε.
Σ. του Ν., γ)Α. συζ. Α. Τ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Γ. Σ., 5α)Σ. Π. του Σ., β)Γ. Π. του Σ., κατοίκων ... ως κληρονόμων της αναιρεσείουσας Α. Β., 6α)Ι. Δ. του Β., β)Π. Δ. του Β., και γ)Ρ. χήρας Β. Δ., το γένος Π. Ν., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Β. Δ., 7α)Ε. Φ. του Θ., β)Κ. συζ. Ε. Φ., το γένος Π.
Σ., κατοίκων ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους 1)Θ. Φ. του Ε. και 2)Π. Φ. του Ε., των τελευταίων ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Θ. Φ., γ)Σ. Φ. του Θ., δ)Σ. συζ. Σ. Φ., το γένος Θ. Π., κατοίκων ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους 1)Μ. Φ. του Σ. και 2)Θ. Φ. του Σ., των τελευταίων ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Θ.
Φ.. (Των 7α και 7γ ως κληρονόμων της Μ. Φ., χήρας Θ.), 8α)Ξ. χήρας Ι. Ξ., β)Χ. Ξ. του Ι., γ)Μ. Ξ. του Ι., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Ι. Ξ. (ή Χ.), 9α)Σ. Γ., χήρας Γ., το γένος Ι. Σ., β)Γ. Γ. του Γ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Γ. Γ., 10α)Μ. χήρας Δ. Μ., το γένος Β. Π., β)Ι. Μ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αναιρεσείοντος Δ.
Μ.. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3α, 3β, και 3γ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 9/2/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Οι υπό στοιχεία 7α, 7β, 7γ και 7δ εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Κοροβέση, η οποία δήλωσε ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης.
Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Μ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλη Φραντζεσκάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/1/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΕΠΕ", νομίμως εκπροσωπουμένου που τελεί υπό εκκαθάριση και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1989 τριτανακοπή και τους από 13/2/1990 πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5032/1991 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα και 3089/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24/1/2003 αίτησή τους. Μετά την δήλωση βίαιων διακοπών και ματαίωση στις 18/11/2009 και στις 9/5/2012, η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 24/10/2014 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 15/9/2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/1/2003 αίτησης για αναίρεση των υπ’ αρ. 3089/2002 οριστικής και 5032/1991 εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου - καλούντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (αρθρ.495 παρ.1 ΚΠολΔ), γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αναδρομικά την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου.
Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο έβδομος αναιρεσείων Σ. Κ., οι υπεισελθόντες ως κληρονόμοι στη θέση των αποβιωσάντων όγδοου (Χ. Λ.) και δέκατου έκτου (Θ. Π.) των αναιρεσειόντων, καθώς και η εικοστή αναιρεσείουσα Α.
Τ. με την από 31.7.2013 δήλωσή τους, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα (31.7.2013) στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου από τον έχοντα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα (αρθρ.98 ΚΠολΔ) δικηγόρο Αθηνών Μιλτιάδη Νικολαΐδη του Αντωνίου και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 24.1.2003 αιτήσεως κατά των τελευταίων, για αναίρεση των υπ’ αριθμ.3089/2002 και 5032/1991 οριστικής και εν μέρει οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών (βλ.
υπ’ αριθμ. ...24.7.2013, ...26.7.2013 και ...15.7.2013 ειδικά πληρεξούσια της συμβ/φου Αθηνών Πολυξένης Καλατζή και τις υπ’ αριθμ..../19.12.2013 και .../15.1.2014 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Δ. Β.). Επίσης οι υπεισελθόντες ως κληρονόμοι στη θέση του αποβιώσαντος δωδέκατου αναιρεσείοντος (Γ. Φ.) με την από 13.12.2013 δήλωση, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα (13.12.2013) στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, από τον έχοντα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα Μιλτιάδη Νικολαϊδη του Αντωνίου και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, καθώς και οι υπεισελθόντες ως κληρονόμοι στη θέση του επίσης αποβιώσαντος δέκατου πέμπτου αναιρεσείοντος (Θ.
Φ. δια της πληρεξουσίου τους δικηγόρου Έλενας Κοροβέση και με δήλωσή τους στο ακροατήριο, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναιρέσεως (βλ. υπ’ αριθμ....8.11.2013 ειδική πληρεξούσιο της ίδιας συμβ/φου και υπ’ αριθμ....19.12.2013 και ...15.1.2014 εκθέσεως επιδόσεως της ίδιας δικαστικού επιμελητού, καθώς και το υπ’ αριθμ....13.2.2015 πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Θεόδωρου Κ.Λιακάκου).
Οι παραιτήσεις αυτές, που έγιναν σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 573 παρ.1, 299, 294, 296 και 297 είναι νόμιμες και συνακόλουθα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ.1 εδ.1 του ίδιου κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς τους εν λόγω παραιτηθέντες (αναιρεσείοντες και υπεισελθόντες στη θέση αυτών που απεβίωσαν) οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας (αρθρ. 74 παρ.1 ΚΠολΔ) καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε τριτανακοπή που αυτοτελώς μπορεί να ασκηθεί από κάθε τρίτο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον (αρθρ 586 και 583 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά την παρ.3 εδ.β του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι εκτός, ένατος, δέκατος, ενδέκατος και δέκατος ένατος από τους αναιρεσείοντες και υπό στοιχ. 6, 7, 8, 9 και 15 καθών η από 23.7.2014 κλήση δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο (Σ.
Γ. του Θ. Π. Κ. του Α., Β. Κ. του Η., Δ. Α. του Π., Ι. Β.). Όλοι αυτοί έχουν κλητευθεί, με την επίδοση της παραπάνω κλήσεως (άρθρο 568 παρ.4 εδ.β’ ΚΠολΔ) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ..../13.10.2014, .../13.10.2014, .../21.10.2014, .../16.10.2014, .../13.10.2014 και .../16.10.2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Αθηνών Δ.
Β. Η προς τον αγνώστου διαμονής Β. Κ. επίδοση (έκθεση .../16.10.2014) έχει γίνει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τηρηθείσας της οριζόμενης στα άρθρα 134 παρ.1 και 135 ΚΠολΔ διαδικασίας (δημοσιεύσεις στις εφημερίδες ... και ... στις 23.10.2014 και 22.10.2014 αντίστοιχα). Επομένως οι εν λόγω αναιρεσείοντες θα δικασθούν ως να ήταν παρόντες και η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία αυτών.
Οι καθών η κλήση υπό στοιχ.4α1, 4α2 και 4β Ε. χα Ν. Σ., Ε. Σ. του Ν., Α. Α. Τ., που υπεισήλθαν ως κληρονόμοι στη θέση του αποβιώσαντα τέταρτου αναιρεσείοντα Γ. Σ., οι υπό στοιχ. 5α και 5β καθών η κλήση Σ. Π. και Γ. Π., που υπεισήλθαν ως κληρονόμοι στη θέση της αποβιώσασας έκτης αναιρεσείουσας Α. Β., οι υπό στοιχ.13α, 13β και 13γ καθών η κλήση Ξ.
χα Ι. Ξ., Χ. Ξ. του Ι. και Μ. Ξ. του Ι., που υπεισήλθαν, ως κληρονόμοι, στη θέση του δέκατου έβδομου αναιρεσείοντα Ι. Ξ., οι καθών η κλήση υπό στοιχ. 16α και 16β Σ. Γ. χήρα Γ., το γένος Ι. Σ. και Γ. Γ.Γ., που υπεισήλθαν ως κληρονόμοι στη θέση του αποβιώσαντος εικοστού πρώτου αναιρεσείοντα Γ. Γ., καθώς και οι καθών η κλήση υπό στοιχ.17α και 17β Μ.
χα Δ. Μ., το γένος Β. Π. και Ι. Μ. του Δ., που υπεισήλθαν ως κληρονόμοι στη θέση του εικοστού δεύτερου αναιρεσείοντα Δ. Μ., δεν παραστάθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο πλήν όμως οι διάδικοι αυτοί έχουν κλητευθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσίβλητο και δη με την επίδοση στους καλουμένους της οικείας κλήσεως, μη απαιτουμένης της επιδόσεως και αντιγράφου της αναιρέσεως, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 εδ.
β, 291 και 292 ΚΠολΔ). Η παραπάνω κλήτευση προκύπτει από τις υπ’ αριθμ....20.10.2014, .../20.10.2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Σύρου Α. Δ., την υπ’ αριθμ..../13.10.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Αθηνών Δ. Β., την υπ’ αριθμ..../20.10.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Κερκύρας Β. Μ., τις υπ’ αριθμ..../20.10.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Κερκύρας Β.
Μ., τις υπ’ αριθμ..../16.10.2014, .../16.10.2014, .../16.10.2014, .../16.10.2014, .../16.10.2014, .../14.10.2014, .../15.10.2014, .../16.10.2014, .../16.10.2014 και .../13.10.2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελητού Αθηνών Δ. Β.. Ενόψει τούτων και οι εν λόγω υπεισελθόντες στη θέση των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων θα δικασθούν ως να ήταν παρόντες και η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επίσης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός, ο οποίος έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσίβλητο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, ενώ του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αναιρέσεως μαζί με κλήση για προγενέστερη δικάσιμο, δεδομένου ότι η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση μετά από επανειλλημένες αναβολές και ματαίωση της συζήτησης (βλ.
υπ’ αριθμ..../13.10.2014 και 7398β/17.10.2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Αθηνών Δ. Β. και Χ. Π., αντίστοιχα). Εφόσον όμως ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος έχει νόμιμα κλητευθεί θα θεωρηθεί ως κατ’ αντιμωλία δικαζόμενος, και αντιπροσωπευόμενος από τον παριστάμενο ομόδικό του πρώτο αναιρεσίβλητο, με τον οποίο κατά το άρθρο 588 παρ.1 ΚΠολΔ, συνδέεται με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (αρθρ.76 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω η δεύτερη καθής η από 23.7.2014 κλήση Ε. χα Π. Τ., που υπεισήλθε ως κληρονόμος στη θέση του αποβιώσαντα δεύτερου αναιρεσείοντος Π.Τ. και υπο στοιχ.3α, 3β και 3 καθών η κλήση Δ. Ζ. του Μ.. Δ. Ζ. του Δ. και Μ. Ζ. του Δ., που υπεισήλθαν ως κληρονόμοι στη θέση της αποβιώσασας τρίτης αναιρεσείουσας Ε. Ζ., παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Δ.
Μπούσιου. Πλήν όμως ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ πληρεξουσιότητα, από δε τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτοί κλήθηκαν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση πρώτο αναιρεσίβλητο. Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η κλήτευση των εν λόγω υπεισελθόντων στη θέση του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας (αρθρ.74 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εν λόγω απολιπομένους - καθών η κλήση, να προχωρήσεις αυτή, ως προς τους παρισταμένους, νομίμως, λοιπούς διαδίκους.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να αναφέρεται ενάριθμα, καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει των παραδοχών αυτών καταγνώσθηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αρχικοί αναιρεσείοντες, με την από 20.11.1989 τριτανακοπή και τους από 13.2.1990 πρόσθετους λόγους που άσκησαν ενώπιον του Εφετείου ζήτησαν, εκτός της πρώτης (Κ. Μ.), ως μέλη του καθού Συνεταιρισμού να ακυρωθεί έναντι αυτών για τους επικαλούμενους λόγους, η εκδοθείσα μεταξύ των καθών υπ’ αριθμ.1722/1987 εφετειακή απόφαση και η θεωρούμενη ως έχουσα ενσωματωθεί σ’ αυτήν υπ’ αριθμ.4275/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ προσέτι η πρώτη (Κ.
Μ.) ζήτησε την ακύρωση των αποφάσεων αυτών λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από τη στέρηση της χρήσεως του κοινόχρηστου δρόμου, που υφίσταται μέσα στο μεταβιβασθέν στον πρώτο καθού οικόπεδο, η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως του οποίου ως στηριζομένη σε κλήρωση που έγινε, σε εκτέλεση νόμιμης αποφάσεως Γενικής Συνελεύσεως Συνεταιρισμού αποτέλεσε το αντικείμενο των τριτανακοπτομένων αποφάσεων.
Επί της τριτανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων της εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ.10870/1990 απόφαση με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της δίκης μέχρι την επίδοση αντιγράφου της τριτανακοπής στο αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και στη συνέχεια με κλήση των τριτανακοπτόντων (αρχικών αναιρεσιβλήτων) πλην του Π.
Τ., επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η τριτανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.5032/1991 εν μέρει οριστική απόφαση, η οποία κατά το μέρος που αφορά την αναίρεση απέρριψε την τριτανακοπή και τους προσθέτους λόγους ως προς την Κ. Μ. (πρώτη αρχικά αναιρεσείουσα) η οποία παρότι δεν ήταν μέλος του καθού Συνεταιρισμού ζητούσε την ως προς αυτήν ακύρωση της τριτανακοπτομένης αποφάσεως, στηρίζουσα το έννομο συμφέρον της στο ότι εκ της υπάρξεως της τριτανακοπτομένης αποφάσεως απειλείται το δικαίωμά της προς χρήση του επί του επιδίκου υπάρχοντος κοινόχρηστου δρόμου και συνακόλουθα η προσωπικότητά της.
Ειδικότερα ως προς την εν λόγω τριτανακόπτουσα κρίθηκε νόμιμη η τριτανακοπή μόνο κατά τους λόγους με τους οποίους ζητούσε την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων λόγω ακυρότητας της συμβάσεως της από 11.12.1972 μεταβιβάσεως του ενδίκου οικοπέδου, ως αφορώσας σε ακίνητο εκτός συναλλαγής, αφού τούτο εν μέρει ήταν κοινής χρήσεως δρόμος και λόγω αοριστίας της από 29.9.1978 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκαν οι τριτανακοπτόμενες αποφάσεις.
Οι λόγοι αυτοί ως προς την εν λόγω τριτανακόπτουσα - αναιρεσείουσα απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμοι ο πρώτος και ως ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος. Ειδικότερα ως προς τους λόγους περί ακυρότητας της μεταβιβάσεως του ενδίκου οικοπέδου ως αφορώσας σε ακίνητο εκτός συναλλαγής (ως εν μέρει κοινοχρήστου) που αφορά τόσο την εν λόγω τριτανακόπτουσα όσο και τους λοιπούς και ως αφορώσας σε οικόπεδο μη άρτιο και οικοδομήσιμο έγινε δεκτό με την παραπάνω συμπροσβαλλομένη με την αναίρεση εν μέρει οριστική υπ’ αριθμ. 5032/1991 απόφαση: "Περαιτέρω, ενόψει του ότι επί ενοχικής συμβάσεως η εκ μέρους του εξ αυτής οφειλέτη αδυναμία παροχής, έστω και τέτοια νομική, έχει μεν κατά νόμο ορισμένα αποτελέσματα, αλλά μεταξύ αυτών δεν είναι και εκείνο του ότι γίνεται άκυρη η εν λόγω σύμβαση (αρθρ. 335 επ.
και 380 επ. ΑΚ) οι λόγοι της τριτανακοπής ότι η σύμβαση της 11.12.1972 είναι άκυρη ως εκ του ότι αφορούσε μεταβίβαση ακινήτου, που ήταν, εν όλω ή εν μέρει, απαγορευμένη από το νόμο ως αναφερόμενη σε οικόπεδο μη άρτιο και οικοδομήσιμο πολεοδομικά ή σε ακίνητο εκτός συναλλαγής και συγκεκριμένα τέτοιο που εν μέρει ήταν κοινής χρήσεως δρόμος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά νόμο".
Επίσης ο λόγος της τριτανακοπής με τον οποίο εζητείτο η ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων λόγω προσβολής της προσωπικότητας των τριτανακοπτόντων - αναιρεσειόντων ένεκα της στερήσεως της χρήσεως του επί του επιδίκου υπάρχοντος κοινόχρηστου δρόμου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, για το λόγο ότι "ήταν αυτοτελές έναντι των λοιπών αιτημάτων της τριτανακοπής των και σχετιζομένων με εκείνα της ένδικης από 29.8.1978 αγωγής και γενικότερα με τη δίκη από την οποία προήλθαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις με συνέπεια το ότι απαραδέκτως έχουν ασκηθεί απευθείας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην παραπάνω εν μέρει οριστική απόφαση και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, από την αρχικά πρώτη αναιρεσείουσα Κ. Μ., η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν θεωρήθηκε μέλος του καθού Συνεταιρισμού, αφού αυτή ως ειδική διάδοχος έχει υπεισέλθει στη θέση της αδελφής της Α.
Λ., που ήταν μέλος του καθού Συνεταιρισμού. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αόριστος, καθόσον δεν περιέχει τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και απαραίτητα για το ορισμένο του στοιχεία και ειδικότερα δεν αναφέρεται ενάριθμα ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές της αποφάσεως και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα δικαίου, η έννομη συνέπεια των παραδοχών αυτών, καθώς και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης.
Προσέτι ο λόγος ως προς την εν λόγω πρώτη αναιρεσείουσα και συνακόλουθα στον υπεισελθόντα στη θέση της καθού η από 24.10.2014 κλήση Ι. Μ. του Δ. είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε ιδιότητά της διαφορετική από εκείνη που αποτέλεσε αντικείμενο της διαγνωστικής δίκης και μάλιστα σε ιδιότητα η επίκληση της οποίας γίνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, καθόσον αυτά (επιχειρήματα) δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενος διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την προαναφερθείσα εν μέρει οριστική υπ’ αριθμ.5032/1991 απόφαση, η υπόθεση επανεισήχθη για συζήτηση με την από 11.4.2000 κλήση των λοιπών (πλην των παραπάνω δύο) τριτανακοπτόντων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ.3089/2002 οριστική απόφαση.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως αυτής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των περιεχομένων στην οικεία υπ’ αριθμ.14/1996 εισηγητική έκθεση μαρτυρικών καταθέσεων, με τα λοιπά επικληθέντα και προσκομισθέντα, σ’ αυτό, αποδεικτικά μέσα δέχθηκε ως προς την προαναφερθείσα τριτανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο δεύτερος καθού η τριτανακοπή αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός, που συστήθηκε σύμφωνα με το Ν.602/1915 και του οποίου τόσο οι τριτανακόπτοντες, στους οποίους αφορά η μετ’ απόδειξη συζήτηση, όσο και ο πρώτος καθού η τριτανακοπή είναι μέλη, απέκτησε το 1970 μεγάλη κτηματική έκταση, στη θέση Χαλκούτσι Αττικής, την οποία μετά την αφαίρεση των κοινόχρηστων χώρων που δημιουργήθηκαν και παραδόθηκαν στην Κοινότητα Σκάλας Ωρωπού, διαχώρισε σε οικοδομικά τετράγωνα και σε οικόπεδα, τα οποία σύμφωνα με το καταστατικό του θα παραχωρούσε στα μέλη του.
Η πιο πάνω διανομή αποτυπώθηκε στο από Νοεμβρίου 1972 ρυμοτομικό σχέδιο του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Σ., που μεταξύ άλλων εγκρίθηκε και με την υπ’ αριθμ.ΤΝ 4441/23.12.1971 απόφαση της Νομαρχίας Αττικής, η οποία καθόριζε και τους όρους και περιορισμούς δόμησης του Οικισμού, ενώ προσέτι με την κατ’ εξουσιοδότηση της Γενικής Συνελεύσεως εκδοθείσα υπ’ αριθμ.98/30.5.1973 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, καθορίστηκαν υποχρεωτικοί, πέραν των παραπάνω, όροι δόμησης του αφορούσαν στην περίφραξη των οικοπέδων, στην κατασκευή βόθρων και βοηθητικών κτισμάτων, στην εγκατάσταση πτηνοτροφείων καθώς και στην έγκριση των σχεδίων δόμησης από τους οικιστές του Συνεταιρισμού πριν από τη λήψη της σχετικής οικοδομικής άδειας από τις Πολεοδομικές Αρχές.
Κατά την κλήρωση των οικοπέδων που πραγματοποιήθηκε, σε εκτέλεση του άρθρου 44 ταυ Καταστατικού του συνεταιρισμού, στις 11-12-1972, ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού, έλαχε στον πρώτο από τους καθ’ ων συνεταίρο, το στη θέση "..." Χαλκουτσίου ευρισκόμενο οικόπεδο, το εμφαινόμενο στο ρυμοτομικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Σ. με τον αριθμό ... του … Οικοδομικού Τετραγώνου, εμβαδού 1696 τετρ. μέτρων. Το εν λόγω οικόπεδο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, κατά τους όρους δόμησης που είχαν καθοριστεί με τη, με αριθμό ΤΥ 4441/23-12-1974, εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αττικής, που προπαρατέθηκε, αφού κατ’ αυτή το ελάχιστο εμβαδόν των οικοπέδων ανερχόταν σε 2000 τετρ.
μέτρα, επιπλέον δε, ευρισκόμενο στην άκρη ολόκληρης της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού στην πιο πάνω θέση "...", δεν διαχωρίστηκε σε τμήματα - μερίδες- του ενός (1) στρέμματος, αλλά τέθηκε στην κληρωτίδα αυτοτελές. Πιο συγκεκριμένα, όπως βεβαιώθηκε από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τον πρώτο από τους καθ’ ων έγγραφα, η επίμαχη κλήρωση έγινε με βάση το ρυμοτομικό διάγραμμα του πολ.
μηχανικού Γ. Σ., που προπαρατέθηκε, το οποίο ήταν ανηρτημένο στην αίθουσα συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης κατά τη διάρκεια της κλήρωσης, στην εν λόγω κλήρωση συμμετείχαν 530 συνεταίροι, μεταξύ των οποίων και οι ήδη τριτανακόπτοντες, στους τελευταίους δε έλαχαν αντίστοιχα οικόπεδα - μερίδες- τα οποία, όπως και το επίδικο, είχαν εισαχθεί στην κληρωτίδα.
Τα προς κλήρωση οικόπεδα - μερίδες - είχαν διαφορετικό εμβαδόν, δηλαδή, εμβαδόν κυμαινόμενο από 1000 τετρ. μέτρα μέχρι 1696 τετρ. μέτρα το μεγαλύτερο, όπως λ.χ. τα, με αριθμούς 12β’ , 51α’ και 51 γ’ , οικόπεδα είχαν εμβαδόν 1096, 1257 και 1250 τετρ. μέτρα, αντίστοιχα. Κατά τη διαδικασία της κλήρωσης συμμετείχε, επίσης, ο πρώτος από τους καθ’ ών, με αριθμό Μητρώου ..., ως ο ...ος στη σειρά προσέλευσης, έλαχε δε σ’ αυτόν, που "τράβηξε αυτοπροσώπως" τον κλήρο από την κληρωτίδα, ο με αριθμός ...
κλήρος, δηλαδή, το οικόπεδο των 1.696 τετρ. μέτρων. Τόσο κατά τη διάρκεια της κλήρωσης, όσο και μετά το πέρας αυτής, καμιά ποτέ δεν προβλήθηκε από τους συνεταίρους αντίρρηση ή διαμαρτυρία ή έστω ένσταση κατά του κύρους της διαδικασίας που τηρήθηκε σχετικά. Ούτε, επίσης, το οικείο 21/11-12-1972 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μελών προσβλήθηκε ποτέ ως πλαστό, ούτε, τέλος, το περιεχόμενο του αμφισβητήθηκε ποτέ από τους συνεταίρους.
Αντίθετα, όλοι οι συνεταίροι, που συμμετείχαν στην κλήρωση αυτή, με ανάταση των χεριών αποφάνθηκαν παμψηφεί, ότι η διαδικασία της κλήρωσης διενεργήθηκε κανονικώς, "νομίμως και κατά την προβλεπόμενην διαδικασίαν" ενώ, μεταγενέστερα, με περιεχόμενο στις οικείες συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης σ’ αυτούς της κυριότητας των λαχόντων σ’ αυτούς οικοπέδων πανομοιότυπο όρο "αναγνώρισαν την διανομή που έγινε με κλήρωση των οικοπέδων από τον συνεταιρισμό προς τα μέλη του, ως καλώς γενομένη και παραιτήθηκαν από κάθε δικαίωμα τους προσβολής της διανομής των οικοπέδων που έγινε με κλήρωση για οποιοδήποτε λόγο και αιτία".
Γεγονός είναι, ότι με τη, με αριθμό Ε.9414/19-4-1969, απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που προπαρατέθηκε, με την οποία παραχωρήθηκαν στον καθ’ ου συνεταιρισμό οι πιο πάνω κοινόχρηστες εποικιστικες εκτάσεις για τη δημιουργία θέρετρων των εν ενεργεία υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας, ρητά καθορίστηκε, ότι κάθε οικόπεδο - θέρετρο πρέπει να είναι έκτασης "2000 τετρ.
μέτρων ρυμοτομημένο". Με βάση τον όρο αυτό εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της οικοπεδικής έκτασης του συνεταιρισμού με τη, με αριθμό ΤΥ-4441/23-12-1971, απόφαση του Νομάρχη Αττικής, με την οποία, όπως ήδη ειπώθηκε, ορίστηκε το ελάχιστο εμβαδόν του κάθε οικοπέδου σε 2000 τετρ. μέτρα. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, η Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού, στη συνεδρίαση της 16-4-1973, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, προς ψήφιση, θεμάτων, το διαχωρισμό των με αριθμούς ... (του ...
Ο.Τ.) και του ... (του ... Ο.Τ.) οικοπέδων, συνολικού εμβαδού 1692 και 1696 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, σε δύο (2) τεμάχια, ώστε από τη δημιουργία δύο (2) επιπλέον οικοπέδων να δικαιωθούν δύο (2) ακόμη συνεταίροι, παρεχομένου του δικαιώματος στους ήδη δύο (2) κληρούχους των πιο πάνω οικοπέδων να επιλέξουν ένα (1) από τα τέσσερα (4) δημιουργούμενα οικόπεδα ή από τα δέκα (10) αδιάθετα μέχρι τότε οικόπεδα.
Η απόφαση, όμως, αυτή της Γενικής Συνέλευσης ήταν διαδικαστικά παράνομη, αφού λήφθηκε, μετά από σχετική πρόταση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού Κ. Φ., αναφερόμενη σε αίτηση του συνεταίρου Ν. Κ., δηλαδή, μονομερώς και χωρίς κλήρωση (βλ. σχετ. το 27/16-4-1973 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού), κατά παράβαση του άρθρου 1 του καταστατικού, αφού η διχοτόμηση των πιο πάνω οικοπέδων δεν αναφερόταν ως θέμα στην ...4-4-1973 πρόσκληση, καθώς και του άρθρου 44 του καταστατικού του συνεταιρισμού, σύμφωνα με το οποίο, τα οικόπεδα που προέκυψαν από το διαχωρισμό της μεγαλύτερης έκτασης που παραχωρήθηκε στο συνεταιρισμό για τη δημιουργία θέρετρων - οικοπέδων των μελών του, παραχωρούνται σ’ αυτούς με κλήρωση, η οποία διενεργείται κατά τη διάρκεια έκτακτης γενικής συνέλευσης συγκαλουμένης με πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου, μεταξύ των προηγούμενων κατά προτεραιότητα εγγραφής συνεταίρων, με βάση πίνακες καταρτιζόμενους με διαδικασία καθοριζόμενη από το διοικητικό συμβούλιο, αλλά και κατά παράβαση της Ε.9414/1969 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας και της ΤΥ-4441/1971 εγκριτικής απόφασης του Νομάρχη Αττικής, που προπαρατέθηκαν, προβλέπουσες ελάχιστο εμβαδόν των οικοπέδων 2000 τετρ.
μέτρα. Η διοίκηση, όμως, του συνεταιρισμού προφανώς τελούσε σε γνώση της αντισυμβατικής, παράτυπης και παράνομης πιο πάνω απόφασης της, αφού στις 8-12-1973 προσκάλεσε τον πρώτο από τους καθ’ ών να πληρώσει στο συνεταιρισμό το τίμημα του λαχόντος σ’ αυτόν οικοπέδου (του ... του ... Ο.Τ.), εμβαδού 1.696 τετρ. μέτρων και όχι (1696:2=) 848 τετρ.
μέτρων, ανερχόμενο σε δρχ. 23.373,20, τίμημα, το οποίο, ας σημειωθεί, καταβλήθηκε ολοσχερώς από τον πιο πάνω κληρούχο στις 17-12-1973 (βλ. σχετ. γο από 8-12-1973 σημείωμα του συνεταιρισμού προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, το από 17-12-1973 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της ίδιας Τράπεζας και το ...1988 πωλητήριο συμβόλαιο, περί του οποίου γίνεται μνεία αμέσως παρακάτω).
Αναντίρρητο είναι, επίσης, το γεγονός, ότι καμία μέχρι την πιο πάνω ημεροχρονολογία (16-4-1973) μεταβολή δεν επήλθε στα οικόπεδα που κληρώθηκαν στη θέση "..." Χαλκουτσίου από άποψη αρτιότητας, οικοδόμησης ή αγοραστικής αξίας είτε με ειδικό νόμο ή νομαρχιακή απόφαση, είτε με τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, είτε με προσκύρωση άλλης οικοπεδικής έκτασης από το συνεταιρισμό.
Τέτοια μεταβολή δεν επήλθε και μέχρι τις 29-9-1978, οπότε ο πρώτος από τους καθ’ ων, σε εκτέλεση του απορρέοντος από τη σύμβαση, που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 44 παρ. 7 του καταστατικού του συνεταιρισμού, καταρτίστηκε μεταξύ του ίδιου και του συνεταιρισμού, μετά βεβαίως την τήρηση από μέρους του όλων των καταστατικών υποχρεώσεων του, ενόψει της επίμαχης κλήρωσης της 11-12-1972, ενοχικού του δικαιώματος να αξιώσει την παραχώρηση σ’ αυτόν του λαχόντος στον ίδιο, με την κλήρωση, οικοπέδου, από το συνεταιρισμό, υποχρεούμενο να προβεί στην αξιούμενη παραχώρηση, με την από 29-9-1978 αγωγή του κατά του συνεταιρισμού, ο οποίος, ας σημειωθεί, στα συντασσόμενα εν τω μεταξύ από τον ίδιο διάφορα έγγραφα, πίνακες και διαγράμματα ρυμοτομίας και διανομής οικοπέδων κλπ., στα οποία εμφάνιζε το επίδικο οικόπεδο μικρότερο και διαφορετικό του λαχόντος από την κλήρωση οικοπέδου, όπως λ.χ.
στον κτηματολογικό πίνακα, στις πινακίδες του μηχανικού Γ. Σ. κλίμακας 1:1500 και στις πινακίδες με αριθμούς 12 και 13 κλίμακας 1:500, αντίστοιχα, όπου το εν λόγω οικόπεδο εμφάνιζε με εμβαδόν 1646, 1672 και 1400 τετρ. μέτρα, αντίστοιχα, παράλληλα δε, δεν συμμορφωνόταν προς τις οχλήσεις του -πρώτου από τους καθ’ ων- προς μεταβίβαση σ’ αυτόν της κυριότητας του πιο πάνω οικοπέδου, δηλαδή, προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από την πιο πάνω κλήρωση παροχής προς τον ίδιο, ζήτησε, για τον παραπάνω λόγο, να αναγνωριστεί ότι καταρτίστηκε ενοχή με τον εναγόμενο συνεταιρισμό από την κλήρωση των οικοπέδων της 11-12-1972, κατά την οποία κληρώθηκε στον ίδιο το επίδικο οικόπεδο και με βάση την οποία είναι υποχρεωμένος ο τελευταίος να του το μεταβιβάσει με συμβ/κό έγγραφο, επιπλέον δε, ότι η απόφαση της Γ.Σ.
των μελών του της 16-4-1973 για τη διχοτόμηση του λαχόντος σ’ αυτόν οικοπέδου δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ενοχική σχέση που καταρτίστηκε μεταξύ του ίδιου και του συνεταιρισμού από την πιο πάνω κλήρωση. Στην αγωγή αυτή εκδόθηκε αρχικά η 4220/1979 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού την έκρινε νόμιμη, διέταξε αποδείξεις σε βάρος του εναγομένου συνεταιρισμού ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της προτεινόμενης από μέρους του ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου του, ακολούθως δε, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η 4275/1984 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου (ουσιαστικά η τριτανακοπτόμενη απόφαση), η οποία, μετά την απόρριψη της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης ως ουσιαστικά αβάσιμης, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Ύστερα μάλιστα από έφεση του εναγομένου συνεταιρισμού (από 16-11-1984, με αριθμό έκθ. κατάθ. 12.226/1984) κατά της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η 1722/1987 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια, σε εκπλήρωση της απορρέουσας από το άρθρο 44 του καταστατικού του συνεταιρισμού σχετικής υποχρέωσης του τελευταίου, αλλά και σε εκτέλεση "των οριστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του παρόντος Δικαστηρίου" που προπαρατέθηκαν, καταρτίστηκε το ...19-4-1988 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αριστομένη Ιωάν.
Αναγνωστόπουλου που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον πρώτο από τους καθ’ ων, συνεταίρο του δευτέρου απ’ αυτούς, η κυριότητα του λαχόντος σ’ αυτόν, με αριθμό ... του ... Ο.Τ., από την κλήρωση της 11-12-1972, οικοπέδου, τότε μη άρτιου, αλλά οικοδομήσιμου, με βάση το άρθρο 25 του ν. 1337/1983. Καμιά δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ο πρώτος από τους καθ’ ών, ενόψει της μεταγενέστερης από 16-4-1973 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του συνεταιρισμού, νόμιμα άσκησε την παραπάνω αναγνωριστική αγωγή του κατά του συνεταιρισμού, εμμένοντας στην από μέρους του τελευταίου τήρηση της προκύπτουσας από την κλήρωση των οικοπέδων της 11-12-1972 υποχρέωσης του μεταβίβασης σ’ αυτόν της κυριότητας του λαχόντος στον ίδιο από την κλήρωση αυτή οικοπέδου, αφού, κατά την κρατούσα ήδη στη νομολογία και τη θεωρία άποψη με τη σύμβαση μεταξύ συνεταιρισμού και μέλους του παράγεται, και αν αυτή ακόμη καταρτίστηκε άτυπα, ευθεία αξίωσις επί τελέσει της οικείας μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας του κληρωθέντος τεμαχίου", η οποία αξίωση δεν παρεμποδίζεται εξαιτίας της έλλειψης συμβ/κού τύπου, αφού οι διατάξεις των άρθρων 166, 369 και 217 παρ. 2 ΑΚ επιβάλλουν τον τύπο του συμβ/κού εγγράφου, "όταν αμέσως και ευθέως εκ της συμβάσεως απορρέει η υποχρέωσις μεταβιβάσεως κλπ.
εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, όχι δε και όταν, εξ αφορμής της συμβάσεως, καθιδρύεται εκ του νόμου η σχετική ενοχή". Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει, τόσο από τις γενικές διατάξεις του ν.602/1 115 (άρθρα 1 παρ. 1, 5 αριθ.10, 14, 17 επ., 64 κλπ.), ισχύοντος, στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου έκδοσης της επίμαχης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του συνεταιρισμού, όσο και από τις ειδικές διατάξεις περί οικοδομικών συνεταιρισμών, δηλαδή, αυτήν του άρθρου 1 του α.ν.201/1967, κατά την οποία, ως τέτοιος συνεταιρισμός θεωρείται ο, κατά το καταστατικό του, έχων ως κύριο ή παράλληλο σκοπό την απόκτηση και "διανομή" στα μέλη του εκτάσεων για την ανέγερση οικοδομής κλπ.
και εκείνη του άρθρου 7 επ. του ν.886/1971, κατά την οποία καθορίζονται και οι όροι κτήσης οικοπέδων από τα υπό διανομή ακίνητα, ακόμη και από τρίτα πρόσωπα, μη μέλη του συνεταιρισμού που κατέβαλαν το τίμημα και με απλές αποδείξεις, ότι με αφορμή τη σύμβαση μεταξύ συνεταιρισμού και μέλους του, η οποία, μη έχουσα το κατά το άρθρο 369 ΑΚ αντικείμενο, δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβ/κού εγγράφου, δημιουργείται από το νόμο ευθεία υποχρέωση του συνεταιρισμού να τηρήσει την αρχή της ισότητας απέναντι στους συνεταίρους του και, παράλληλα, να μεταβιβάσει στο μέλος του το οικόπεδο που συμφωνήθηκε και προσδιορίστηκε κατά την προβλεπόμενη από το καταστατικό του διαδικασία (κλήρωση κλπ.), η εκπλήρωση της οποίας - υποχρέωσης - από το συνεταιρισμό μπορεί να επιδιωχθεί με την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν βεβαιώθηκε, ότι το επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 1696 τετρ. μέτρων, είχε, κατά το χρόνο της επίμαχης κλήρωσης (11-12-1972), ουσιωδώς μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με την αξία των υπόλοιπων οικοπέδων-μερίδων-,μικρότερου οπωσδήποτε εμβαδού. Το εν λόγω οικόπεδο αποτελούσε, όπως προειπώθηκε, τμήμα του ...
Ο.Τ. του ρυμοτομικού διαγράμματος του μηχανικού Γ. Σ., το υπόλοιπο του οποίου δεν είχε διανεμηθεί, γιατί βρισκόταν στην άκρη της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού και γειτνίαζε με άλλες ιδιοκτησίες τρίτων και με τη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, κληρώθηκε αυτούσιο. Ήταν, όμως, τότε μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, όπως μη άρτια και μή οικοδομήσιμα ήταν όλα τα οικόπεδα (οικοπεδικές μερίδες) που διανεμήθηκαν, τα οποία, εκτός του παραπάνω και του, με αριθμό ... (του ...
Ο.Τ.), συνολικού εμβαδού 1692 τετρ. μέτρων, οικοπέδου, μπορούσαν να συνενωθούν ανά δύο (2) σε ένα και να αποτελέσουν, έτσι, ένα ενιαίο και αυτοτελές, άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, που, με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούσε να οικοδομηθεί, όπως έτσι, άλλωστε, έγινε με το λαχόν στην πρώτη τριτανακόπτουσα Ε.
Ζ. οικόπεδο και το λαχόν στο συνεταίρο Τ. όμορο οικόπεδο. Πιο συγκεκριμένα, όπως βεβαιώθηκε από το ρυμοτομικό διάγραμμα ρυμοτομίας και διανομής οικοπέδων στη θέση "..." Χαλκουτσίου του μηχανικού Γ. Σ., ο τελευταίος χώρισε την εκεί οικοπεδική έκταση σε οικοδομικά τετράγωνα, αποτελούμενα από οικόπεδα εμβαδού 2000 τετρ.
μέτρων και πλέον, με τους αριθμούς 221-252, δηλαδή, οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα, τα οποία, περαιτέρω, ανάλογα με την έκταση τους, τα χώρισε σε δύο (2) ή τρεις (3) μερίδες εμβαδού 1000 τετρ. μέτρων και πλέον της καθεμιάς απ’ αυτές, αντίστοιχα. Με βάση, επίσης, το αναρτημένο στην αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού πιο πάνω ρυμοτομικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνονται τα οικοδομικά τετράγωνα, τα οικόπεδα με τους αριθμούς τους και οι μερίδες, με τα μικρά αλφαβητικά στοιχεία α’ , β’ και γ’ , πραγματοποιήθηκε η κλήρωση της 11-12-1972.
Το γεγονός ότι "υπήρχε προοπτική" να καταστεί το επίδικο οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στο μέλλον, είτε με τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, είτε με προσκύρωση σ’ αυτό άλλου, συνεχόμενου τμήματος οικοπέδου (τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου ή προσκύρωση, που δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα), όπως καταθέτει ένορκα ο μάρτυρας απόδειξης Δ.
Ζ. του Μ., ήδη απόστρατος στρατηγός, τοπογράφος της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) από το έτος 1960 και εφεξής (και σύζυγος της πρώτης τριτανακόπτουσας), ο οποίος μάλιστα, εντελώς αόριστα υποστηρίζει, ότι η αξία του εν λόγω οικοπέδου λόγω της γειτνίασης του με τη θάλασσα ήταν "υπερδιπλάσια" της αξίας των λοιπών οικοπέδων, την οποία, όμως, δεν προσδιορίζει καθόλου, δεν αρκεί αυτό καθ’ εαυτό, για να υποστηριχθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η παραχώρηση στον πρώτο από τους καθ’ ων οικοπέδου μεγαλύτερης έκτασης εκείνης των οικοπέδων - μερίδων-που παραχωρήθηκαν στους λοιπούς συνεταίρους οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των τελευταίων, των οποίων τα οικόπεδα, όπως υποστηρίζουν, αναπόδεικτα, όμως, οι τριτανακόπτοντες, αδιακρίτως υπολείπονταν σημαντικά ως προς την οικονομική τους αξία του επίδικου οικοπέδου, όπως, έτσι, και σωστά έγινε δεκτό τόσο από την τριτανακοπτόμενη απόφαση (4275/1984 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), όσο και από την οριστική, επίσης, 1722/1987 (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που επικύρωσε την πρώτη απ’ αυτές.
Περαιτέρω, όπως προέκυψε από το 27/16-4-1973 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού, ο πρώτος από τους καθ’ ων είχε συμμετάσχει στην Εφορευτική Επιτροπή για τη διευκόλυνση της διαδικασίας του τέταρτου θέματος, δηλαδή, "της έγκρισης ισολογισμού χρήσης 1972, προϋπολογισμού χρήσης 1973, πεπραγμένων και απαλλαγής της Διοικήσεως από πάσης ευθύνης".
Το γεγονός, όμως, της παράστασης του πρώτου από τους καθ’ ων κατά την πιο πάνω συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού, κατά την οποία, όπως προειπώθηκε, λήφθηκε η απόφαση της διχοτόμησης των, με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, οικοπέδων και μάλιστα χωρίς καμιά διαμαρτυρία ή υποβολή ένστασης από μέρους του δεν ασκεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά έννομη επιρροή, αφού τόσο ο ίδιος (πρώτος από τους καθ’ ών), όσο και ο συνεταιρισμός γνώριζαν, ευθύς εξαρχής, ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε παράτυπα και ως εκ τούτου δεν επρόκειτο ποτέ να υλοποιηθεί.
Παρεκτός μάλιστα των παρατυπιών που ήδη μνημονεύθηκαν σε σχέση με τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, πρέπει, επίσης, να επισημανθεί, ότι η Γενική Συνέλευση δεν είχε συγκροτηθεί νόμιμα, κατά τον υπό το άρθρο 30 του καταστατικού του συνεταιρισμού διαγραφόμενο τύπο. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν βεβαιώθηκε, ότι ο πρώτος από τους καθ’ ών αδιαφόρησε και μάλιστα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για τη λήψη της δυσμενούς γι’ αυτόν πιο πάνω απόφασης.
Αντίθετα, όπως βεβαιώθηκε, - αλλά και προειπώθηκε,- ο ίδιος αποδέχθηκε την πρόσκληση του συνεταιρισμού για καταβολή σ’ αυτόν του τιμήματος του λαχόντος σ’ αυτόν, με την κλήρωση της 11-12-1972, οικοπέδου και όχι του διχοτομημένου οικοπέδου, ο ίδιος, επίσης, μετά την πλήρη, στις 17-12-1973, καταβολή από μέρους του πιο πάνω τιμήματος, όχλησε κατ’ επανάληψη το συνεταιρισμό να στέρξει σε εκπλήρωση της καταστατικής υποχρέωσης του μεταβίβασης σ’ αυτόν του παραπάνω οικοπέδου και, τέλος, ο ίδιος άσκησε την από 29-9-1978 αναγνωριστική αγωγή του κατά του συνεταιρισμού, περί της οποίας έγινε ήδη εκτενής ανάπτυξη.
Σε σχέση, τώρα, με την πραγματική κατάσταση στη θέση του επίδικου οικοπέδου παρατηρούνται τα ακόλουθα: Η περιοχή "..." Χαλκουτσίου Αττικής ανήκε αρχικά στο ... Ορφανοτροφείο και πριν από το έτος 1927 απαλλοτριώθηκε υπέρ του συνεταιρισμού ακτημόνων αγροτών και κτηνοτρόφων (Σ.Λ.Α.Κ.) Χαλκουτσίου. Με την οριστική διανομή που πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 1927 από το Υπουργείο Γεωργίας στην περιοχή τα τεμάχια γης 162 και 164 χαρακτηρίστηκαν, με βάση τη φύση και τη χρήση του εδάφους, ως χέρσα κοινόχρηστη των συνεταίρων του Σ.Α.Α.Κ.
Χαλκουτσίου, βοσκήσιμη και όχι καλλιεργήσιμη έκταση, ανήκουσα ιδιοκτησιακά στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ στο κτηματολόγιο της πιο πάνω διανομής (πίνακες και διαγράμματα) δεν υπάρχουν τεμάχια εδάφους χαρακτηρισμένα για να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως δρόμοι. Τα πιο πάνω, όμοιας χρήσης, με αριθμούς 162 και 164, τεμάχια γης εφάπτονταν μεταξύ τους, το καθένα δε απ’ αυτά επικοινωνούσε με τον επαρχιακό δρόμο Χαλκουτσίου -Δήλεση.
Έτσι, δεν υπήρχε λόγος να χαρακτηριστούν τεμάχια εδάφους των παραπάνω ως δρόμοι επικοινωνίας μεταξύ τους. Με τη, με αριθμό Ε.26.116/1964, απόφαση του Υπουργού Γεωργίας το, με αριθμό 162, τεμάχιο γης διαιρέθηκε στα 162α’ , 162β’ και 162γ’ τεμάχια, η δε στενή λωρίδα πλάτους τριών (3) περίπου μέτρων που δημιουργήθηκε μεταξύ των τεμαχίων 162β’ , 162γ’ και 173 ανήκε στο 162α’ τεμάχιο γης.
Η έκταση των 162α’ , 162β’ και 164 τεμαχίων γης χρησιμοποιήθηκε ως κοινόχρηστος βοσκότοπος μέχρι τις 19-4-1969, οπότε με την Ε.9414/1969 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας παραχωρήθηκε, μεταξύ άλλων εκτάσεων, στο δεύτερο από τους καθ’ ων συνεταιρισμό, με το ρητό όρο να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά η παραχωρούμενη έκταση ως οικόπεδα - θέρετρα, εμβαδού 2000 τετρ.
μέτρων, των μελών του συνεταιρισμού, ύστερα από έγκριση του σχετικού σχεδίου οικισμού και της νόμιμης διανομής των οικοπέδων στα μέλη του. Ακολούθως, συντάχθηκε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το ρυμοτομικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού Γ. Σ., υπό κλίμακα 1:2000, με το οποίο, μεταξύ άλλων, ενοποιούνται τα τεμάχια γης, με αριθμούς 162α’ , 162β’ και 164 στο τμήμα Β’ , της θέσης "..." Χαλκουτσίου, ενώ, περαιτέρω, με τη, με αριθμό .../22-12-1971, πράξη του συμβ/φου Αθηνών Αριστομένη Ιωάν.
Αναγνωστόπουλου, οι προβλεπόμενοι στο παραπάνω ρυμοτομικό διάγραμμα κοινόχρηστοι χώροι (δρόμοι, πλατείες, πράσινο κλπ.) παραχωρήθηκαν στην Κοινότητα Σκάλας Ωρωπού και ήδη ανήκουν στην τελευταία, όπως, επίσης, ανήκουν σ’ αυτή, τόσο τα τεμάχια γης της διανομής του 1927, με αριθμό 163, δηλαδή, τα οικοδομικά τετράγωνα 70, 78 και μέρος του 83, όσο και οι μεταξύ των πιο πάνω Ο.Τ.
δρόμοι, πλατείες, πράσινο κλπ., που περιήλθαν στην ίδια ως περιουσία του Δημοτικού Σχολείου της Κοινότητας (με το ν. 1566/1988). Αντίστοιχα, στο συνεταιρισμό ανήκαν ιδιοκτησιακά τα Ο.Τ. 65, 66, 67, 68, 69, 73, 75, 76, 77, 80, 81, 82 μέρος των Ο.Τ. 73 και 75, ως εμπίπτοντα μέσα στο τεμάχιο γης, με αριθμό 164, της διανομής του 1927, μέρος του Ο.Τ..., αποτελούμενο από το τεμάχιο 162β’ και η στενή λωρίδα του τεμαχίου;
με αριθμό 162α’ , της διανομής του 1927, οικοπεδική δηλαδή, έκταση, η οποία, αφού διαιρέθηκε στα με αύξοντα αριθμό 221 -... οικόπεδα, εμβαδού 2000 τετρ. μέτρων και πλέον του καθενός (εκτός των με αριθμούς ... και ...) και περαιτέρω σε εβδομήντα (70) μερίδες εμβαδού 1000 και πλέον τετρ. μέτρων της καθεμιάς, αντίστοιχα, εκτέθηκε, στις 11-12-1972, στην κλήρωση.
Από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Γ. Σ. το οποίο, ας σημειωθεί, δεν έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, δεν προκύπτει η ύπαρξη δρόμου μέσα στον οικοδομήσιμο χώρο του Ο.Τ..., λόγος για τον οποίο, άλλωστε, δεν παραχωρήθηκε τέτοιος δρόμος, με την .../22-12-1971 συμβ/κή πράξη, που προπαρατέθηκε, στην Κοινότητα Σκάλας Ωρωπού.
Αντίθετα, με το ίδιο πιο πάνω ρυμοτομικό διάγραμμα προβλέπονται εννέα (9) δρόμοι και μάλιστα οι τέσσερις (4) απ’ αυτούς με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, καταρριπτόμενου, έτσι, του ισχυρισμού των τριτανακοπτόντων περί της μοναδικής μέσω του Ο.Τ... διεξόδου προς τη θάλασσα και περί αποκλεισμού τους από τη δυνατότητα προσπέλασης τους προς τη θάλασσα.
Ωστόσο, με τη, με αριθμό 6458/113/87/23-3-1987, απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 377 της 5-5-1987 (τεύχος 4ο), περί κύρωσης των πινακίδων εφαρμογής του εγκ. σχεδίου οικισμού του Ν. Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μόνιμων Υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας στο Χαλκούτσι Αττικής, προβλέπεται μέσα στον οικδομήσιμο χώρο του Ο.Τ...
τυφλός δρόμος μήκους 24,5 μέτρων και πλάτους 10 μέτρων, ο οποίος, όπως ομολογεί ο πιο πάνω συνεταιρισμός, με το, με αριθμό Πρωτ. 3505/18-1-1988, έγγραφό του προς τη Νομαρχία Ανατ. Αττικής, οφείλεται σε αβλεψία του σε σχέση με τις πινακίδες με αριθμούς 12 και 13, κλίμακας 1:500, που υπέβαλε στην ίδια, προκειμένου να εγκριθεί ως ρυμοτομικό διάγραμμα εφαρμογής το ήδη εγκεκριμένο με τη με αριθμό ΤΥ4441/1971, απόφαση του Νομάρχη Αττικής ρυμοτομικό διάγραμμα, κλίμακας 1:2000 του πολ.
μηχανικού Γ. Σ., όπου στις εν λόγω πινακίδες διαφοροποιεί το Ο.Τ... του αρχικού ρυμοτομικού διαγράμματος με την εμφάνιση σ’ αυτές -πινακίδες- δρόμου διαστάσεων 24,5X10 μέτρων και συνολικού εμβαδού 245 μέτρων, ζητεί δε περαιτέρω ο ίδιος -συνεταιρισμός-, με το πιο πάνω έγγραφο του, την απάλειψη του λάθους, με τη διόρθωση της πινακίδας 12 στο Ο.Τ..., ώστε να επέλθει συμφωνία με το παραπάνω εγκεκριμένο σχέδιο.
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι απόφαση κύρωσης εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου (μερικής ή ολικής) σαν νομικά υποδεέστερη, δεν μπορεί να τροποποιήσει ή να αλλοιώσει την απόφαση έγκρισης του σχεδίου (βλ. σχετ. το με αριθμό Πρωτ. ΔΤΕ/δ/οικ.50.407/567/21-3-1991, έγγραφο του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ (Γενική Δ/νση Πολεοδομίας) προς τον πρώτο από τους καθ’ ων).
Αντίθετα, όμως, με τα παραπάνω, το Ειρηνοδικείο Μαραθώνα, με τις 218/1990 και 120/1993, αντίστοιχα, αποφάσεις του, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σε αιτήσεις συνεταίρων του καθ’ ου συνεταιρισμού κατά των ήδη καθ’ ων η πρώτη απ’ αυτές και του Π. Γ. Λ. η δεύτερη, αντίστοιχα, δεχόμενο τις εν λόγω αιτήσεις ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες, αναγνωρίζει την ύπαρξη στην περιοχή κοινόχρηστου δρόμου, πλάτους 10 μέτρων και μήκους 24,50 μέτρων περίπου, ο οποίος αρχίζει από τη θάλασσα, διέρχεται από τις ιδιοκτησίες των τότε καθ’ ων Μ.
Α. και Π. Λ. και καταλήγει στον κεντρικό δρόμο Χαλκουτσίου Δήλεσι. Το εάν, όμως, μέσα στο επίδικο οικόπεδο υπάρχει κοινόχρηστος δρόμος που οδηγεί προς τη θάλασσα, ο οποίος μάλιστα είναι δημόσιος, όπως ισχυρίζονται ήδη οι τριτανακόπτοντες και όπως δέχονται οι αμέσως παραπάνω ειρηνοδικειακές αποφάσεις ή εάν ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, μέχρι και το έτος 1927, ως ιδιωτικός βοσκότοπος από το ...
Ορφανοτροφείο, εφεξής και μέχρι τις 31-1-1971, ως κοινόχρηστη βοσκήσιμη έκταση (κοινόχρηστος βοσκότοπος των κτηνοτρόφων του ΣAAK Χαλκουτσίου), έκτοτε δε και μέχρι το έτος 1990 ή ακόμη και μέχρι σήμερα ως οικοπεδική έκταση, ανήκουσα αρχικά στο δεύτερο καθ’ ου συνεταιρισμό, ακολούθως δε, (από τις 21-4-1988 - χρόνο μεταγραφής του ...1988 πωλητήριου συμβολαίου-) στον πρώτο καθ’ ου, κληρούχο, όπως ήδη ισχυρίζεται ο τελευταίος, αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης και όχι της παρούσας, για την οποία μάλιστα δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, αφού δεν αποδείχθηκε δόλος ή συμπαιγνία των διαδίκων, σε σχέση με τη γνώση της ύπαρξης ή μη τέτοιου δρόμου στο Ο.Τ....
Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκαν οι ήδη εξεταζόμενοι λόγοι της κρινόμενης τριτανακοπής καθώς και οι αντίστοιχοι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ειδικότερα δε, δεν αποδείχθηκε, ότι η εμμονή του πρώτου από τους καθ’ ων στην κλήρωση της 11-12-1972 και η με βάση την εν λόγω κλήρωση άσκηση της από 29-9-1978 αναγνωριστικής αγωγής του κατά του συνεταιρισμού παρίσταται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την τριτανακοπή των αναιρεσειόντων, την δίκη κάποιων από τους οποίους συνεχίζουν οι καλούντες κληρονόμοι τους, καθώς και τους προσθέτους αυτής (τριτανακοπής) λόγους, δεχθέν ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος για την κήρυξη ανενεργών, έναντι των τριτανακοπτόντων, των τριτανακοπτομένων αποφάσεων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το αποτελούν αντικείμενο της δίκης ζήτημα του βασίμου της επιδιώξεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προς μεταβίβαση σ’ αυτόν από τον δεύτερο καθού αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό, του οικοπέδου που έλαχε σ’ αυτόν κατά την γενομένη νομότυπα ενώπιον της νόμιμος προς τούτο, συγκληθείσας Γενικής Συνελεύσεως του δεύτερου καθού - αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού κλήρωση της 11.12.1972 και της μη συνδρομής λόγου που να καθιστά ανίσχυρη ή καταχρηστική των επιδίωξη αυτή.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αυτεπαγγέλτως προστιθεμένων (άρθρ.562 παρ.4 ΚΠολΔ) οικείων περί Συνεταιρισμών διατάξεων (1 παρ.1 αν 201/1967, 5 παρ.5 και 7, 18 παρ.5, 20 παρ.4, 75 παρ.1 και 76 παρ.1 ν.602/1915) καθώς και των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και γι’ αυτό οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οικείοι λόγοι της αναιρέσεως (2ος, 6ος, 8ος, 12ος και 13ος ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω με τους ίδιους λόγους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε α)ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της οικοπεδοποιηθείσας προς διανομή έκτασης και ότι μπορούσε να διανεμηθεί από τον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό (δεύτερος λόγος), β)ότι το επίδικο ακίνητο δεν πλεονεκτεί έναντι των λοιπών οικοπέδων, ενώ από την κατάθεση του έχοντος προς τούτο ειδικές γνώσεις, ως τοπογράφου της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, μάρτυρα στρατηγού Δ.
Ζ., που κρίθηκε ως αόριστη, προέκυπτε το αντίθετο (έκτος λόγος) γ)ότι αφού και η τρίτη των αναιρεσειόντων Ε. Ζ. απέκτησε το οικόπεδο της κατά τον ίδιο με τον πρώτο αναιρεσίβλητο τρόπο, νόμιμα απέκτησε το δικό του και ο τελευταίος (όγδοος λόγος), δ)ότι το επίδικο οικόπεδο δεν πλεονεκτεί από απόψεως θέσεως (δεν είναι παραθαλάσσιο) και αγοραστικής αξίας (δεν έχει υπερδιπλάσια αξία) των άλλων οικοπέδων που έλαβαν οι λοιποί συνεταίροι και ότι συνακόλουθα δεν παραβιάστηκαν οι αρχές του 281 ΑΚ (δωδέκατος λόγος) και τέλος ε)ότι δεν αποδείχθηκε δόλος ή συμπαιγνία των αναιρεσιβλήτων στην έκδοση της τριτανακοπτομένης αποφάσεως.
Από τις αιτιάσεις αυτές οι υπό στοιχ.α, β και δ είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ προσέτι η υπό στοιχ. β αιτίαση αφορά και στην ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο το οποίο στα πλαίσια της καθιερουμένης από το άρθρο 340 ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων μπορεί να προσδώσει αυξημένη ή όχι αξιοπιστία σε κάποιο ισοδύναμο με τα άλλα, όπως είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις, αποδεικτικό μέσο ή να θεωρήσει, όπως στην προκείμενη περίπτωση την κατάθεση αόριστη.
Η υπό στοιχ.γ αιτίαση αφορά σε επιχείρημα του δικαστηρίου, το οποίο (επιχείρημα) κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν αποτελεί αιτιολογία της αποφάσεως και γι’ αυτό δεν επιδέχεται την από την ερευνώμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή, ενώ η υπό στοιχ.ε αιτίαση αφορά σε πλεοναστική παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης και, δεν, δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε πλήττεται αναιρετικά.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση της συμπροσβαλλομένης εν μέρει οριστικής υπ’ αριθμ.5032/1991 αποφάσεως του Εφετείου, ο οικείος ισχυρισμός της τριτανακοπής περί δόλιας και συμπαικτικής συμπεριφοράς των καθών η τριτανακοπή κατά την έκδοση της τριτανακοπτομένης αποφάσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, γιατί το δεδικασμένο της εν λόγω αποφάσεως δεν δεσμεύει τους τριτανακόπτοντες (9ο φύλλο της απόφασης).
Επομένως το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε ούτε αντικείμενο αποδείξεως, ούτε ζήτημα της μετ’ απόδειξη δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω προσβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου, της οποίας η επίμαχη παραδοχή περί μη αποδείξεως δόλου ή συμπαιγνίας ήταν πλεοναστική. Εξάλλου η αναφορά στους ίδιους λόγους μόνο των αριθμών της διατάξεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς την επίκληση και αντίστοιχου πραγματικού δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης.
Επειδή όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ.3089/2002 οριστικής αποφάσεως το Εφετείο με παραδοχές διηγηματικά αναφερόμενες που δεν ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης (της οποίας το αντικείμενο ήταν το προεκτεθέν και μόνο) και δεν επηρέαζαν το διατακτικό της αποφάσεως, ούτε δημιουργούσαν δεδικασμένο και συνακόλουθα ως πλεοναστικές δεν υπόκεινται σε αναίρεση, δέχθηκε ότι το από το Νοέμβριο του 1972 ρυμοτομικό σχέδιο του πολιτικού μηχανικού Γ.
Σ., που δεν έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί προκύπτει ότι μέσα στο επίδικο δεν υφίσταται δρόμος, ο οποίος όμως με μήκος 24,5 μέτρα και πλάτος 10 μέτρα αναφέρεται στην υπ’ αριθμ.6458/113/87/23.3.1987 απόφαση κύρωσης εφαρμογής του παραπάνω ρυμοτομικού σχεδίου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 377 της 5-5-1987 και οφείλεται σε αβλεψία του Συνεταιρισμού κατά την κατάθεση των σχεδίων των πινακίδων εφαρμογής, όπως αυτός (Συνεταιρισμός) ομολογεί, ο οποίος με το υπ’ αριθμ.3505/18.1.1988 έγγραφό του προς τη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής έχει ζητήσει την απάλειψη του λάθους, ώστε να επέλθει συμφωνία της απόφασης κύρωσης με το ρυμοτομικό σχέδιο.
Ότι προσέτι με δύο αποφάσεις του Ειρηνοδικείου που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί σχετικών αιτήσεων άλλων συνεταίρων αναγνωρίστηκε η ύπαρξη του κοινοχρήστου αυτού δρόμου, του οποίου όμως η τυχόν ύπαρξη, καθώς και η ιδιοκτησιακή διαδρομή του επιδίκου μέχρι της καταρτίσεως του μεταβιβαστικού στον πρώτο αναιρεσίβλητο συμβολαίου "αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης και όχι της παρούσας, για την οποία μάλιστα δεν ασκεί καμμιά έννομη επιρροή".
Εφόσον όμως οι παραδοχές αυτές για τους προεκτεθέντες λόγους δεν υπόκεινται σε αναίρεση, οι αναφερόμενοι σ’ αυτές τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.
Ύστερα από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 24.1.2003 αίτηση για αναίρεση των υπ’ αριθμ.3089/2002 οριστικής και 5032/1991 εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών - του έβδομου αναιρεσείοντα Σ. Κ. - των υπεισελθόντων στη θέση του όγδοου αναιρεσείοντα Χ. Λ. - των υπεισελθόντων στη θέση του δωδέκατου αναιρεσείοντα Γ. Φ. - των υπεισελθόντων στη θέση του δέκατου πέμπτου αναιρεσείοντα Θ. Φ. - του δέκατου έκτου αναιρεσείοντα Θ. Π. - της εικοστής αναιρεσείουσας Α. Τ.
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους καθών η κλήση - Ε. χα Π. Τ., που υπεισήλθε στη θέση του δεύτερου αναιρεσείοντα Π. Τ. - Δημήτριο Ζ. του Μ., Δ. Ζ. του Δ. και Μ. Ζ. του Δ., που υπεισήλθαν στη θέση της τρίτης αναιρεσείουσας Ε. Ζ..
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση.
Απορρίπτει την από 24.1.2003 αίτηση του υπεισελθόντος στη θέση της πρώτης αναιρεσείουσας (Κ. συζ. Δ. Μ.) Ι. Μ., Γ. Σ., Α. Β. κλπ κατά του Μ. Α. του Χ. και του Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Νέος Οικοδομικός Συνεταιρισμός Μονίμων Υπαλλήλων Υπουργείου Γεωργίας ΣΠΕ" για αναίρεση των υπ’ αριθμ.3089/2002 και 5032/1991 οριστικής και εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες και αυτούς που υπεισήλθαν στη θέση των αποβιωσάντων, στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ