Legislator Case Law & Legislation
468/2014 AI generated

468/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 468/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Legislator headnote

AI generated

468/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από κανένα έγγραφο, όμως, δεν προκύπτει ότι: 1) η δεύτερη των αναιρεσίβλητων παρείχε, για λογαριασμό της, πληρεξουσιότητα, στην υπογράφουσα την κρινόμενη αίτηση δικηγόρο Ελένη Βούκουτου και 2) ότι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, παρείχαν πληρεξουσιότητα στην δικηγόρο Μαντώ Τσιμπερίδου, κατ' εντολή της οποίας έγινε η επίσπευση της συζήτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 468 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ., 2) Ε. Μ., 3) Ζ. Δ., 4) Δ. Χ., 5) Κ. Ζ., 6) Ι. Κ. και 7) Κ. Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΑΙΔΙΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ (ΔΟΕΠΑΠ - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.), που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 17-6-2013 αίτηση και να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 244/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αφενός για την άσκηση της αναιρέσεως, αλλά και για την υπογραφή της σχετικής κλήσης, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, κηρύσσεται άκυρη η άσκηση της αναιρέσεως στην πρώτη περίπτωση όσο και η κλήση στη δεύτερη, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 17-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 244/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επέσπευσαν όλοι οι αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα με την υπ' αρ. .../1-10-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου, …, εμφανίζεται η τελευταία, ως ενεργούσα κατ' εντολή της Μαντώ Τσιμπερίδου δικηγόρου Βόλου, ως πληρεξούσιας όλων των αναιρεσειόντων, να επιδίδει αντίγραφο της αίτησης, καθώς και κλήση για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή, στον νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσίβλητου.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά της στο πινάκιο, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσειόντων (Μ. Ε. και Μ. Ε.). Από το προσκομιζόμενο .../23-5-2013 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Βόλου, Μαρίας Γκέσκου, προκύπτει ότι οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο, υπό στοιχεία 1, 3, 4, 5 και 6, χορήγησαν πληρεξουσιότητα για την άσκηση της ένδικης αίτησης και την επίσπευση της συζήτησης αυτής, στους δικηγόρους Αθηνών Γρηγόρη Κοσσυβάκη και Ελένη Βούκουτου.

Από κανένα έγγραφο, όμως, δεν προκύπτει ότι: 1) η δεύτερη των αναιρεσίβλητων παρείχε, για λογαριασμό της, πληρεξουσιότητα, στην υπογράφουσα την κρινόμενη αίτηση δικηγόρο Ελένη Βούκουτου και 2) ότι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, παρείχαν πληρεξουσιότητα στην δικηγόρο Μαντώ Τσιμπερίδου, κατ' εντολή της οποίας έγινε η επίσπευση της συζήτησης.

Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, πρέπει: α) να κηρυχθεί άκυρη η αναίρεση όσον αφορά την αναιρεσείουσα Μ. Ε., β) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τον αναιρεσείοντα Μ. Ε., για τον οποίο δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκε από τους λοιπούς ομοδίκους του για να λάβει μέρος στη συζήτηση και 3) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η συζήτηση για τους απολιπόμενους αναιρεσείοντες και να συζητηθεί η υπόθεση για τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες. 2.

Κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-4-2009 και αρ. κατάθεσης 298/2009 αγωγή των αναιρεσειόντων στο Ειρηνοδικείο Βόλου, ιστορούσαν οι τελευταίοι ότι προσλήφθηκαν ως υπάλληλοι με συμβάσεις αορίστου χρόνου, μετά την 1-1-2004, στην υπηρεσία του ήδη αναιρεσίβλητου, Ν.Π.Δ.Δ.

μετά την 1-1-2004, και υπάγονταν μισθολογικά στο καθεστώς των λοιπών υπαλλήλων του Ν. 2470/1997. Ότι στους λοιπούς, υπηρετούντες στις υπηρεσίες του εναγομένου, υπαλλήλους που αμείβονταν με το ίδιο μισθολόγιο, καταβαλλόταν ως πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή το ποσό των 176 ευρώ, το οποίο, όμως το εναγόμενο αρνήθηκε να τους καταβάλει το επίδικο χρονικό διάστημα (1-6-2005 μέχρι 31-12009).

Με βάση αυτά ζήτησαν να τους καταβληθεί αναδρομικά το εν λόγω ποσό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Βόλου, με την υπ' αρ. 99/2010 οριστική του απόφαση, δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα άνω ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, δικάζον, ως Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού δέχτηκε ότι "οι αναιρεσείοντες δεν διατηρούσαν αξίωση για την απόληψη της παροχής αυτής στις 31-12003, αφού προσλήφθηκαν μετά το 2004. Διότι εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμιά χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτών δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/ 2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος), δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση". Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, με το μοναδικό λόγο της αίτησής τους, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 και 24 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με την τελευταία των οποίων ορίζεται "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που την λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Όμως, η ευδοκίμηση του λόγου αυτού, εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, της χορήγησης της ένδικης παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων, μετά των οποίων την εξομοίωση επιδιώκουν οι αναιρεσείοντες, για τους οποίους ενδεχομένως, να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.

Το εν λόγω ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ. Έχει δε, παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με τις υπ' αρ. 2233/2013. 1318/2013, 1320/2013, 16/2014, 140/2014 αποφάσεις του Β1' Τμήματος, για την πρώτη των οποίων έχει ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση η 10η Απριλίου 2014.

Κατά συνέπεια, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί της κρινόμενης αίτησης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους Μ. Ε. και Μ. Ε..

Κηρύσσει άκυρη την κρινόμενη αίτηση, καθόσον ασκήθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας Μ. Ε.

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση για τον αναιρεσείοντα Μ. Ε.. Αναβάλλει, κατά τα λοιπά την έκδοση αποφάσεως, επί της κρινόμενης αίτησης, κατά της 244/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την υπ' αρ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του δικαστηρίου αυτού.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ