468/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated468/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη είναι τοιαύτη ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 395/1972, 1582/1979, 155/2002, 866/2001, 780/2007, 1192/2007, 224/2007, contra ΑΠ 640/2003 και 1070/2006) και η απόφαση που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει τη διαφορά όπως και επί καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειές του.
Full text
Απόφαση 468 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων της ΑΑ και 4. Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δέλιο. Ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της 7-2-1998 αίτησης αναίρεσης.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκων ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, 8. Ψ8 και 9. Ψ9, κατοίκου .... Η 5η αναιρεσίβλητη (Ψ5) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη. Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1995 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και της ΦΦ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 3688/1997 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της από 15-5-2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 3688/1997 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της 5ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες .../1-8-2008, .../1-8-2008, .../1-8-2008, .../15-7-2008, .../1-8-2008, .../1-8-2008, .../1-8-2008 και .../1-8-2008 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των πρωτοδικείων: α) Θεσσαλονίκης ... (η τέταρτη) και β) Εδέσσης ... (οι υπόλοιπες) αποδεικνύεται ότι πιστό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο, έκτο, έβδομη, όγδοη και έννατο, αντίστοιχα, αναιρεσιβλήτους. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 5 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). II. Επειδή το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προετοιμασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη είναι τοιαύτη ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 395/1972, 1582/1979, 155/2002, 866/2001, 780/2007, 1192/2007, 224/2007, contra ΑΠ 640/2003 και 1070/2006) και η απόφαση που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει τη διαφορά όπως και επί καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειές του.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 798, 799, 800 και 1113 ΑΚ και 70, 159, 313, 487, 489 και 933 Κ.Πολ.Δ. συνάγονται τα ακόλουθα: Η απόφαση, με την οποία διατάζεται η αυτούσια διανομή ακινήτου της αποκλειστικής συγκυριότητας του ενάγοντος και εναγόμενου μέρους με κλήρωση βάσει των σχηματιζόμενων από εκείνη μερών, παραπέμπει την υπόθεση σε ορισμένο εντεταλμένο δικαστή της πολιτικής δικαιοσύνης για να γίνει η κλήρωση ενώπιόν του.
Ο δικαστής ορίζει, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, ημέρα και ώρα κατά την οποία γίνεται ενώπιόν του η κλήρωση, αφού κληθούν γι' αυτήν όλοι οι διάδικοι. Η κλήρωση γίνεται κι αν ακόμη κάποιος ή κάποιοι από τους διαδίκους ή όλοι οι διάδικοι απουσιάζουν, εφόσον αποδεικνύεται ότι κλητεύθηκαν νόμιμα. Κατά την ημέρα και ώρα της κλήρωσης εκ μέρους του δικαστή καταρτίζονται τόσοι κλήροι όσα είναι τα μέρη που σχημάτισε η απόφαση, τοποθετούνται στην κληρωτίδα και από αυτήν εξάγεται για κάθε συγκύριο ο αριθμός των κλήρων που αναλογεί στη μερίδα του.
Για τον καταρτισμό των κλήρων και την κλήρωση συντάσσεται από εκείνον έκθεση. Για τη μεταβίβαση σε κάθε συγκύριο της κυριότητας επί των κλήρων του απαιτείται μεταγραφή της τελεσίδικης απόφασης που διατάζει την αυτούσια διανομή και της έκθεσης κλήρωσης. Η απόφαση που διατάζει την αυτούσια διανομή είναι οριστική από τη δημοσίευσή της και τούτο διότι, κατά το πνεύμα του νόμου, ανεξάρτητα από το χρόνο κλήρωσης και το αποτέλεσμα της κλήρωσης, δεν πρόκειται να επανέλθει η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς έρευνα, έχει δε χαρακτήρα διαπλαστικής απόφασης, δηλαδή τέτοιας που από μόνη της διαπλάσσει έννομη σχέση.
Ωστόσο η διάταξη αυτής περί παραπομπής της υπόθεσης για διενέργεια κλήρωσης, περιέχοντας επιταγή προς τον εντεταλμένο δικαστή για την εντός του οριζόμενου από την απόφαση πλαισίου διενέργεια της κλήρωσης, χρειάζεται, για να υλοποιηθεί, σχετική εκτέλεση. Η δε κλήρωση, όπως αποτυπώνεται στην έκθεση κλήρωσης, αποτελεί δικονομική πράξη.
Η πράξη αυτή ενδέχεται να περιέχει σφάλμα. Αν το σφάλμα ανάγεται σε γραφικό ή λογιστικό λάθος από παραδρομή, ο διάδικος που έχει σχετικό έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει όχι την εξαφάνιση αλλά την διόρθωση της πράξεως με αίτηση από το άρθρο 315 Κ.Πολ.Δ., αναλογικά εφαρμοζόμενο. Αν το σφάλμα ανάγεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου ρυθμιστικού της διαδικασίας, η οποία παραβίαση συνεπάγεται ακυρότητα, όπως συμβαίνει π.χ.
οσάκις ο ως άνω δικαστής της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διατάζει την αυτούσια διανομή βάσει των σχηματιζόμενων από εκείνη μερών, ο διάδικος που έχει σχετικό έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει να κηρυχθεί άκυρη η πράξη με ανακοπή από το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ., αναλογικά εφαρμοζόμενο.
Αν το σφάλμα ανάγεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου η οποία συνεπάγεται την ανυπαρξία της πράξεως, όπως συμβαίνει αν την εξέδωσε πρόσωπο που δεν είχε την προαναφερόμενη δικαστική ιδιότητα, ή αν δεν συντάχθηκε η προμνημονευόμενη έκθεση κλήρωσης ή συντάχθηκε μεν αλλά δεν φέρει την πρέπουσα εξωτερική μορφή ή αν συντρέχει κάποια άλλη περίπτωση από εκείνες που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 313 Κ.Πολ.Δ., ο διάδικος που έχει σχετικό έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση της ανυπαρξίας της εν λόγω πράξεως με αναγνωριστική αγωγή από το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενο και με το άρθρο 313 του ίδιου Κώδικα, αναλογικά εφαρμοζόμενο.
Σ' αυτήν την τρίτη περίπτωση, όπως άλλωστε και στη δεύτερη περίπτωση (της ανακοπής), ο ως άνω διάδικος δεν δικαιούται να ζητήσει επιπροσθέτως να διαταχθεί η επανάληψη της κλήρωσης διότι δεν έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, αφού εξακολουθεί να ισχύει η, από την απόφαση που διατάζει την αυτούσια διανομή, επιταγή για διενέργεια έγκυρης κλήρωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, προκύπτει ότι το Εφετείο με εκείνη δέχθηκε ότι οι ήδη τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι με την από 10-6-1995 αγωγής τους κατά α) της δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων αναιρεσειόντων ΑΑ, β) της τετάρτης αναιρεσείουσας, γ) των πέμπτης και εννάτου των αναιρεσιβλήτων και δ) της δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων ΒΒ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας εξέθεταν τα εξής:
Με την 166/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που τελικά κατέστη τελεσίδικη, αφ' ενός διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των 515, 517, 341, 658 και 543 κληροτεμαχίων της αποκλειστικής και κατ' ισομοιρία συγκυριότητας των τότε τριών εναγουσών ΑΑ, Χ4 (ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας) και ΒΒ και των τότε τριών εναγομένων ΔΔ (δικαιοπαρόχου, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων), Ψ9, ήδη ενάτου αναιρεσιβλήτου, και Ψ5, ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, διατάχθηκε δε η εν λόγω διανομή με κλήρωση για δύο ομάδες των διαδίκων και συγκεκριμένα για την πρώτη ομάδα των τότε τριών εναγουσών και για την δεύτερη ομάδα των τότε τριών εναγομένων βάσει των σχηματιζόμενων από εκείνη την απόφαση δύο ισάξιων μερών, συνισταμένων του ενός μεν από τα 515, 517, 341 και 658 κληροτεμάχια και από απαίτηση έναντι του αντίδικου μέρους για είσπραξη του προς εξίσωση των μερών ποσού των 228.700 δραχμών, του άλλου δε από το 543 κληροτεμάχιο και από υποχρέωση έναντι του αντίδικου μέρους για καταβολή των 228.700 δραχμών, και αφετέρου παραπέμφθηκε η υπόθεση στον εντεταλμένο δικαστή Ειρηνοδίκη Σκύδρας για να γίνει η κλήρωση ενώπιόν του.
Η αρμόδια Ειρηνοδίκης διενήργησε την κλήρωση και συνέταξε την 67/1989 έκθεση κλήρωσης. Η κλήρωση όμως αυτή έλαβε χώρα κατά παραβίαση του αιτιολογικού και διατακτικού της ως ανωτέρω 166/1984 απόφασης, αφού αναφέρθηκε στην ως άνω 67/1989 έκθεση ότι ο μεν κλήρος που αφορούσε το μέρος από τα 515, 517, 341 και 658 κληροτεμάχια και την απαίτηση είσπραξης των 228.700 δραχμών είχε εξαχθεί για την πρώτη ομάδα από τις ΑΑ και Χ4, ο δε κλήρος που αφορούσε το μέρος από το 543 κληροτεμάχιο και την υποχρέωση καταβολής των 228.700 δραχμών είχε εισαχθεί για τη δεύτερη ομάδα από τους ΔΔ, Ψ9, Ψ5 και ΒΒ.
Συνέπεια δε αυτής της παραβίασης, που συντελέστηκε με την αναγραφή του ονόματος της ΒΒ όχι στην πρώτη αλλά στη δεύτερη ομάδα, ήταν, πλην άλλων, το ότι ο αναγραφόμενος σ' αυτή τη δεύτερη ομάδα ΔΔ, δικαιοπάροχος, όπως έχει αναφερθεί, των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, αντί να εγκατασταθεί στον ως άνω κλήρο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, να εγκατασταθεί σ' αυτόν κατά μικρότερο ποσοστό, ήτοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, και να επέρχεται έτσι αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη εκείνου και αυτών των διαδόχων του.
Ζητούσαν δε οι ήδη τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι με την εν λόγω αγωγή τους να αναγνωριστεί η, εξαιτίας της προμνημονευόμενης παραβίασης της ως ανωτέρω 166/1984 απόφασης, ακυρότητα της ως άνω 67/1989 έκθεσης κλήρωσης και να διαταχθεί η επανάληψη της κλήρωσης σύμφωνα με τους όρους εκείνης της 166/1984 απόφασης. Τέτοιο περιεχόμενο έχοντας η αγωγή, έπρεπε, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, να απορριφθεί ως προς μεν το δεύτερο αίτημα λόγω του ότι δεν υπήρχε για την υποβολή του έννομο συμφέρον των εναγόντων (ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων), ως προς δε το πρώτο αίτημα λόγω του ότι εκείνο, εξαιτίας μη συνδρομής περίπτωσης ανυπάρκτου της πράξεως της κλήρωσης, ήταν μη νόμιμο.
Συνεπώς το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη, έχοντας κρίνει αντιθέτως και έχοντας κάνει δεκτή την ως άνω αγωγή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό ο επ' αυτής της πλημμέλειας στηριζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσία. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3688/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ