468/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated468/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Το από .... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ...., β) τα από ...., .... και ..... τρία τοπογραφικά σχεδιαγράμματα του Γ1, γ) το από ....... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ......, προσαρτημένο στο ..... προικοσύμφωνο, δ) το από ...... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ....., προσαρτημένο στο ....... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ε) την από .... αίτηση του Γ1, στ) την από .....
Full text
Απόφαση 468 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 468/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. ....., 3. ....., 4. ....., 5. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Νιάνιο και 6. ........, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ - ΕΛΠΙΣ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο Λουτράκι Κορινθίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 429/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 16-9-2005 έκθεσή του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και τη συζήτηση που επακολούθησε, δεν εμφανίστηκε η έκτη αναιρεσείουσα. Από την έκθεση επιδόσεως ..... της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείο Αθηνών ....... αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της από 14.9.2006 κλήσεως, με τις πράξεις καταθέσεώς της και ορισμού δικασίμου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην έκτη αναιρεσείουσα, γι` αυτό, παρά την κατά τα ανωτέρω απουσία της, η συζήτηση θα πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα.
Ι). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις δαπάνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, του προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή της αντιδίκου του, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) Το από .... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ...., β) τα από ...., .... και ..... τρία τοπογραφικά σχεδιαγράμματα του Γ1, γ) το από ....... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ......, προσαρτημένο στο ..... προικοσύμφωνο, δ) το από ...... τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ....., προσαρτημένο στο ....... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ε) την από .... αίτηση του Γ1, στ) την από .....
έκθεση του επιθεωρητή Δημοσίων Έργων ....., ζ) το από ...... έγγραφο του Δ/ντή της Υπηρεσίας Οικισμού ........ προς τον Υπουργό Δημοσίων Έργων, η) το .... πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτου τη Δ.Τ.Υ. Ν.Κορινθίας, θ) φωτογραφίες από την περίοδο ....... αλλά και πρόσφατες που απεικονίζουν την κατάσταση στο επίδικο και ι) το ......
συμβόλαιο παροχής υποθήκης εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπου υποστηρίζεται ότι αν λαμβάνονταν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις τότε το Εφετείο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοι της δεν είχαν πρόθεση σφετερισμού της επίδικης λωρίδας αλλά σκοπός τους ήταν να εμφανίζουν στις Πολεοδομικές Υπηρεσίες διάφορα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά, όπως ότι υπήρχε ανύπαρκτος δρόμος ή ότι το οικόπεδο τους είχε πρόσοψη διπλάσια από την πραγματικά κ.τ.λ.
και όχι οι εσφαλμένες παραδοχές του που αναφέρονται στο λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997 ΝοΒ 47-32, 442/1993 Ελλ.Δ 36-88 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κων Παβέλλα και την ..... πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου περί διόρθωσης του άνω συμβολαίου, δεχόμενο ως μοναδικό περιεχόμενο αυτών ότι η πρόσοψη του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης έχει μήκος 17 μ.
ενώ αντίθετα από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι έχει μήκος 15 μ. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ωστόσο, ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης εμβαδού 492 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη λωρίδα εμβαδού 52 τ.μ. είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο της Ζ1 με το .... διανεμητήριο συμβόλαιο του πιο πάνω συμβολαιογράφου σε συνδυασμό με την ......
πράξη του, που μετεγράφηκαν νόμιμα,.και τελικά στην ίδια (αναιρεσίβλητη) με το ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Σπυρ. Γαρούφη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως εισφορά από τους ιδρυτές της συζύγους Γ1 και ........ και ότι έκτοτε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και πριν από αυτή οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της, από το έτος 1933 μέχρι την έγερση της αγωγής, νέμονταν την επίδικη λωρίδα με τα νόμιμα προσόντα, ώστε απέκτησε την κυριότητα αυτής με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία).
Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, από την έκθεση του πραγματογνώμονα και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
III). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, για να θεωρηθεί ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα. Ειδικότερα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται, δηλαδή ποιό είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την πληρότητα τους ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται στο λόγο αναίρεσης σε τί συνίσταται η νόμιμη βάση και να παραθέτονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ.1 αρθρ. 559 ΚΠολΔ.
για παραβίαση των άρθρων 1033 εδ.α', 1041 και 1045 ΑΚ διότι "δεν εκθέτει τα αποδειχθέντα περιστατικά τα οποία συγκροτούν το πραγματικό κάποιο από τις προαναφερόμενες διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε". Κατά το μέρος αυτό ο λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν εξειδικεύει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων και δεν παραθέτει τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Εξάλλου, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, πλήττεται η απόφαση με αιτίαση από τον αριθ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι "δεν διευκρινίζει με σαφήνεια τους τρόπους νομής και επίδικης λωρίδας από την αναιρεσίβλητη και το δικαιοπάροχο της Ζ1". Στη συνέχεια του λόγου παραθέτονται κάποιες μεμονωμένες παραδοχές της απόφασης, οι οποίες και αντικρούονται στο κείμενο της αναίρεσης και χαρακτηρίζονται ελλιπείς ή εσφαλμένες, ενώ σύμφωνα πάντα με το λόγο όφειλε το Εφετείο να δεχθεί ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος τίτλος κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη, ούτε παράγωγα ούτε πρωτότυπα και να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η επίδικη λωρίδα οικοπέδου είναι συνιδιόκτητη όλων με συνέπεια να μην έχει αρχίσει η επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη νομή προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά το μέρος αυτό ο λόγος της αναίρεσης ανεξάρτητα από την αοριστία του, εφόσον δεν περιέχει όλες τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ούτε προσδιορίζει ποιό είναι το απαιτούμενο επιπλέον στοιχείο για την πληρότητα των αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλεια από τον αριθ.19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
IV). Το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων.
Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογή τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία (από τον αριθ.1) ή εκ πλαγίου (από το άρθρο 19) παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης (τέταρτος δεν υπάρχει), προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθ. 1 και 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ από το Εφετείο. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζεται, το Δικαστήριο εκείνο, ενώ διαπίστωσε την ανάγκη ερμηνεία των .....
και ...... (διορθωτικού) συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κων. Παβέλλα, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. προκειμένου να προβεί σε ερμηνεία τους και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης είχε πρόσοψη μήκους 17 μ. αντί των 15 μ. που είχε κατά τα συμβόλαια, χωρίς να εξηγήσει (η απόφαση) τη μέθοδο εξαγωγής του συμπεράσματος που δεν εξάγεται από το κείμενο των συμβολαίων, ώστε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις διαλαμβανόμενες στα συμβόλαια αυτά δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών, ούτε διατύπωσε στο σημείο αυτό οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς το θέμα, αλλά θεωρώντας τις δηλώσεις σαφείς και αναμφίβολες συνεκτίμησε τα συμβόλαια αυτά κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
V). Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθ.16 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, για παράβαση του νόμου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας η περί δεδικασμένου ένσταση και μάλιστα νομίμως (αρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ), δηλαδή αν ο επικαλούμενος το δεδικασμένο ήταν εκκαλών θα έπρεπε η προβολή της σχετικής ένστασης να είχε γίνει με το δικόγραφο της έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ.16 περ.β' αρθρ. 559 ΚΠολΔ. ότι δεν δέχθηκε την ένσταση, που ανέπτυξαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες, περί δεδικασμένου, εφόσον όπως αναφέρεται στο λόγο η επίδικη λωρίδα αποτελεί τμήμα ακινήτου, το οποίο περιγράφηκε σε δίκη διανομής μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών και των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης (και) με την 471/1985 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου ...
κρίθηκε ότι η επίδικη λωρίδα πλάτους 2 μ. και μήκους 26 μ. αποτελεί τμήμα του διανεμητέου κοινού οικοπέδου, με αυτή την απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, αναγνωρίσθηκε δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου και κρίθηκε ως ανήκον από κοινού και αδιαίρετα σε όλους μας κατά τα περιγραφόμενα ποσοστά, ενώ στην αναιρεσιβαλλομένη μεταγενέστερα και απαράδεκτα κρίθηκε ότι ανήκει στη διάδοχο αναιρεσίβλητη...", επομένως το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του αριθ.16 αρθρ. 559 ΚΠολΔ απέρριψε την ένσταση με τη σκέψη ότι στην 471/1985 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου "διαλαμβάνεται ότι το προς διανομή οικόπεδο έχει έκταση 467,50 τ.μ., χωρίς να αναφέρονται οι πλευρικές του διαστάσεις".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο πρωτίστως ότι ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα δηλαδή με λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας, επιπλέον δε με την απαιτούμενη πληρότητα το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης τα ζητήματα που κρίθηκαν σ'αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, αν συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου (ταυτότητα διαδίκων κ.τ.λ.), οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης).
Έπρεπε ειδικότερα να αναφέρεται στο αναιρετήριο τί δέχθηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής και τί ως περιεχόμενο και διατακτικό της προηγηθείσας τελεσίδικης απόφασης.
VI). Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος αν ακόμα είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και έτσι δεν έγιναν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει.
Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο. Επομένως ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ.14 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας που είχαν προβάλλει στον πρώτο βαθμό οι αναιρεσείοντες και επανέφεραν ενώπιον του, επικαλούμενοι την από 18-6-1969 εκκρεμή διεκδικητική αγωγή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους κατά των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφ' όσον, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 14-3-2001 έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας νόμιμα ενώπιον του Εφετείου.
VII). Το άρθρο 578 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένα αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η βασιμότητα του λόγου αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου κρίνεται αποφασιστικώς από το εσφαλμένο ή μη διατακτικό με βάση α) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, αν με αυτή κρίθηκε κατ' ουσίαν η διαφορά η β) τα περιστατικά της αγωγής αν αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Εντεύθεν η μεν παράλειψη διατύπωσης στην απόφαση μείζονας πρότασης, καθ' εαυτή, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 535/2001 Ελλ.Δ. 43-1033, 349/1995), ούτε άλλωστε προβλέπεται ως ιδιαίτερη πλημμέλεια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ, η ύπαρξη δε διάταξης ουσιαστικού δικαίου που με βάση τις παραδοχές της απόφασης ή τους αγωγικούς ισχυρισμούς αντίστοιχα, στηρίζει το διατακτικό της, καθιστά αβάσιμο τον από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραβίαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου λόγω εσφαλμένης ή ανύπαρκτης μείζονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, καθώς και τον από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγο για εκ πλαγίου παραβίαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι δεν διέλαβε μείζονα πρόταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.8.2006 αίτηση για αναίρεση της 145/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου .
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ