Legislator Case Law & Legislation
468/2007 AI generated

468/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 468/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρδαρά.

Legislator headnote

AI generated

468/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ως άνω καταλυτικός της ένδικης αγωγής κατά την ερευνώμενη βάση της, ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών προτάσεών της και δέχθηκε η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία και ανήρεσε για το λόγο αυτό την 647/2001 απόφαση του Εφετείου, αλλά για πρώτη φορά κατά την μετ΄ αναίρεση ενώπιον αυτού συζήτηση της υπόθεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 468 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 468/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "HILTI ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΗΣ", η οποία εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρδαρά.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Σπυρίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1226/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 647/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 97/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4890/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/9/2005 αίτησή τους και τους από 11/12/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 2/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν.2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν.3198/1955 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης.

Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ., που έχουν εφαρμογή κατ΄ άρθρο 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επί των ειδικών διαδικασιών, είναι απαράδεκτη η για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, προβολή από τον εκκαλούντα πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εκτός αν αυτοί γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων, αν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να έχει πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά την βάση αυτής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την πρώτη αναιρεσείουσα, ένεκα καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως, συζήτηση που έλαβε χώρα μετά την αναίρεση με την 97/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου της 647/2001 απόφασης του άνω δικαστηρίου με την οποία, μετ΄ ευδοκίμηση της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την αγωγή κατά την επί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής θεμελιούμενη πρώτη βάση της, είχε εξετασθεί και απορριφθεί η αγωγή και κατά την εν λόγω βάση της, η άνω πρώτη αναιρεσείουσα προέβαλε με τις προτάσεις τον ισχυρισμό ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης δεν οφείλεται σε κακοβουλία της, αλλά σε εύλογη αμφιβολία αυτής ως προς το ποσό των προμηθειών του αναιρεσιβλήτου που έπρεπε να υπολογίσει, το οποίο υπολόγισε με βάση το συμβατικό τρόπο υπολογισμού των προμηθειών και του BONUS που ίσχυε για τον αναιρεσίβλητο μέχρι 31.12.1997 και όχι με τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα και εφαρμοσθέντα μονομερώς από 1.1.1998 τρόπο υπολογισμού των προμηθειών, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αρνηθεί να αποδεχθεί τον νέο τρόπο υπολογισμού των προμηθειών και με την από 5.3.1998 αγωγή που άσκησε από κοινού με άλλους τέσσερις συναδέλφους του είχε ζητήσει ν΄ αναγνωρισθεί ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του ο τρόπος αυτός υπολογισμού των προμηθειών και να υποχρεωθεί η εργοδότης του να εφαρμόσει τους όρους της σύμβασης εργασίας του από 1.4.1994.

Ο ως άνω καταλυτικός της ένδικης αγωγής κατά την ερευνώμενη βάση της, ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών προτάσεών της και δέχθηκε η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία και ανήρεσε για το λόγο αυτό την 647/2001 απόφαση του Εφετείου, αλλά για πρώτη φορά κατά την μετ΄ αναίρεση ενώπιον αυτού συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται από την άνω αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της εκκαλούσας, αφού κατ΄ ευδοκίμηση της δικής της έφεσης εξετάσθηκε και απορρίφθηκε η άνω βάση της αγωγής με την αναιρεθείσα απόφαση του δικάσαντος Εφετείου και όχι με την ιδιότητα της εφεσίβλητης προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι η έφεση του τελευταίου απορρίφθηκε με την άνω απόφαση και η οποία κατά το σχετικό κεφάλαιό της δεν αναιρέθηκε, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, για το παραδεκτό αυτού, ανεξάρτητα από τη βραδεία προβολή του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν γεννήθηκε το πρώτο μετά την έκδοση της 647/2001 απόφασης του Εφετείου. Ούτε συντρέχουν οι επικαλούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι αυτός, κατά τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή και περαιτέρω εγγράφως από την ένδικη και την άνω από 5.3.1998 αγωγή αυτού, δεδομένου ότι από την επισκόπηση των αγωγών αυτών δεν προκύπτει ομολογία του αναιρεσιβλήτου στην πρώτη, ούτε συνάγεται από το περιεχόμενο αμφοτέρων απόδειξη περί της βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού.

Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο τον άνω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., και οι σχετικοί δύο λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 προκύπτει ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου καθορίζεται με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές αυτού, δηλαδή το μισθό και κάθε άλλη σταθερή και μόνιμη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, χορηγούμενη παροχή κατά τον τελευταίο προ της απολύσεως μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν υπολείπονται των συμβατικών ή νομίμων.

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτού, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του μεταξύ άλλων ότι η πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία μηχανών, συσκευών, εργαλείων, ανταλλακτικών και άλλων αντικειμένων σχετικών με συστήματα στερέωσης και είναι θυγατρική εταιρεία της εδρεύουσας στο Λιχτενστάϊν πολυεθνικής εταιρείας "ΗILTI Α.Ο.".

Ότι την 1.4.1994 μεταξύ αυτής και του ενάγοντος καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας ο τελευταίος προσελήφθη στην υπηρεσία της πρώτης ως περιοδεύων πωλητής. Ότι η σύμβαση ορίστηκε ότι θα διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις των περιοδευόντων πωλητών καθώς και από τους όρους της υπογραφείσας την ίδια ημέρα με την πρόσληψη ατομικής συμβάσεως εργασίας και την προσαρτηθείσα στη σύμβαση αυτή "πολιτική απόδοσης προμηθειών":

Ειδικότερα ως μηνιαίος μισθός ορίσθηκε ο προβλεπόμενος από τις εκάστοτε κλαδικές συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις, πλέον προμηθείας επί των πωλήσεων που θα επραγματοποιούντο με τη διαμεσολάβηση του ενάγοντος και επιμισθίου (πρόσθετης αμοιβής - BONUS), αναλόγου με τις πωλήσεις και όπως αναλυτικότερα προσδιορίζονται οι πρόσθετες αυτές αμοιβές στην προαναφερθείσα "πολιτική απόδοσης προμηθειών".

Ότι η παραπάνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λειτούργησε κανονικά μέχρι τις 11.3.1998, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση με την κοινοποίηση εγγράφου στον ενάγοντα. Κατά την απόλυση η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.453.815 δραχμών ως αποζημίωση απολύσεως. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως η πρώτη εναγομένη έλαβε υπόψη της και την προϋπηρεσία του ενάγοντος από την 1.7.1988 στην εταιρεία "Λαϊνόπουλος Α.Ε." την οποία είχε αναγνωρίσει.

Έτσι, ενόψει του ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διήρκεσε από την 1.7.1988 έως 11.3.1998, δηλαδή εννέα έτη, επτά μήνες και ένδεκα ημέρες, ο ενάγων έπρεπε να λάβει ως νόμιμη αποζημίωση πέντε μηνιαίους μισθούς. Ότι οι αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς μισθοδοσίας του, ανήλθαν στο ποσό των 434.223 δραχμών.

Ειδικότερα το ύψος των εν λόγω αποδοχών προσδιορίζεται ως εξής: α) 205.000 δραχμές για νόμιμο (πάγιο) μισθό, β) 141.723 δραχμές για μέσο όρο προμηθειών των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1998, όπως ζητεί και ο ενάγων (προμήθειες Ιανουαρίου 1998 δρχ. 137.392 + προμήθειες Φεβρουαρίου 1998 δρχ. 146.055=283.447 δρχ. :2=141.723 δρχ.), γ)87.500 δραχμές για μέσο όρο BONUS (τεθείς στόχος για τον ενάγοντα κατά το τετράμηνο Ιανουαρίου - Απριλίου 1998 17.500.000 δρχ. - BONUS για επιτυχία 100% του στόχου 350.000 δρχ. - 2% επί του ποσού του στόχου : 4 μήνες=87.500 δρχ.).

Ο στόχος που είχε τεθεί στον ενάγοντα για το τετράμηνο Ιανουαρίου - Απριλίου 1998 θα επιτυγχάνετο σε κάθε περίπτωση, αν δεν είχε απολυθεί, αφού μέχρι την απόλυσή του είχε επιτύχει ποσοστά πωλήσεως σε ορισμένα από τα πωλούμενα είδη άνω του 100% και είχε συγκεντρώσει για το χρονικό διάστημα από 1.1998 έως 31.3.1998 85 πόντους και υπολείπονταν μόνο 15 πόντοι για την επίτευξη του στόχου, τους οποίους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συγκέντρωνε κατά το υπόλοιπο διάστημα του τετραμήνου από 12.3.1998 έως 30.4.1998.

Ότι στις αποδοχές αυτές πρέπει να προστεθεί και η αναλογία των επιδομάτων εορτών και Χριστουγέννων και έτσι οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα ανήλθαν στο ποσό των 506.593,5 δραχμών (205.000 δρχ. + 141.723 δρχ. + 87.500 δρχ. = 434.223 δρχ. + 1/6). Έτσι η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, που εδικαιούτο να λάβει ο ενάγων, ανερχόταν στο ποσό των 2.532.967 δραχμών (τακτικές μηνιαίες αποδοχές 506.593,5 δρχ.

Χ 5 μήνες). Και ότι αντί του παραπάνω ποσού η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 2.453.815 δραχμών, δηλαδή η αποζημίωση που έλαβε ο ενάγων υπολειπόταν της νομίμου κατά το ποσό των 79.152 δραχμών, με αποτέλεσμα η από 11.3.1998 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος να είναι άκυρη, λόγω μη καταβολής πλήρους της νομίμου αποζημιώσεως.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των Ν.2112/1920 και 3198/1955. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβίασης των άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος στο μέτρο που υπό την επίκληση της άνω διάταξης προβάλλεται ότι κατά παράβαση των άνω διατάξεων το Εφετείο προέβη σε υπολογισμό της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης όχι με βάση το σύστημα υπολογισμού των προμηθειών και του BONUS που προβλέπεται με την από 1.4.1994 σύμβαση εργασίας αυτού, αλλά με βάση το εφαρμοσθέν από την αναιρεσείουσα από 1.1.1998 σύστημα υπολογισμού των άνω παροχών, το οποίο δεν αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος και άσκησε και αγωγή θεωρώντας αυτό μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, εντεύθεν δε ότι ο δι΄ αυτού (συστήματος) καθοριζόμενος μισθός δεν είναι συμβατικός ή νόμιμος, εφόσον λείπει η κατά τα άρθρα 189 και 192 ΑΚ αποδοχή προς κατάρτιση συμβάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί πλήττει την περί πραγματικών περιστατικών (καταβληθεισών στον αναιρεσίβλητο αποδοχών κατά τον προ της απολύσεως μήνα) αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη δεδικασμένου προκύπτοντος από το μη αναιρεθέν μέρος της 647/2001 απόφασης του Εφετείου, "περί μη καταρτίσεως συμβάσεως ως προς το νέο σύστημα υπολογισμού των προμηθειών και του BONUS και κατά συνεκδοχή ότι ο υπολογισμός των προμηθειών και του BONUS με το νέο σύστημα δεν αποτελούν συμβατικό μισθό", είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι στο αναιρετήριο των προσθέτων λόγων δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός περί δεδικασμένου εκ της άνω αποφάσεως (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υπέστη βλάβη από την απόφαση, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από την κρίση ότι η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι΄ αυτόν συνέπειες. Ενόψει αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά το μέρος που ασκούνται από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, που ενάχθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας για την εκτέλεση με προσωπική κράτηση αυτού του αγωγικού αιτήματος να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσείουσα να απασχολήσει τον αναιρεσίβλητο, και ως προς τον οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκησή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.9.2005 αίτηση και τους από 11.12.2006 προσθέτους λόγους των ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "HILTI ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΗΣ" κ.λ.π., για αναίρεση της 4890/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ