Supreme Court allows appeal against lower court's failure to prove forest land status for specific parcel.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final appellate decision regarding forest land ownership. The State argued the lower court erred by accepting that specific parcels were forest land without sufficient proof, violating the nature of the land. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient and reversed the decision regarding those specific parcels, remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must provide clear and consistent reasoning when determining the legal status of land parcels, and failure to prove the specific characteristics required for forest land classification constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 467 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ε. Ρ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Λευκάδας Δ. Φ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην δικηγόρο Ασπασία Γρηγόρη, ως πληρεξούσια και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία παραστάθηκε και εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους στη δίκη ενώπιον του Εφετείου κατά τη δικάσιμο της 08-12-2020, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 25-01-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 46/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της 330/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 02-09-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί είχαν ζητήσει να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, (συν)νομείς και (συγ)κάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί των αναφερομένων στην αγωγή ακινήτων, τα οποία απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Λευκάδας, όπου εμφανίζονται τα ανωτέρω ακίνητα ως ανήκοντα σε άγνωστο ιδιοκτήτη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 ν. 4280/2014, το κατά την παρ. 1 εδ.
α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, "Κατ` εξαίρεση δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 567/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής έκτασης, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2192/2013).
Επίσης, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του ΑΝ 1539/1938 '' περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων'', "Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκούμενη α) επί των δασών των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδιών και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον δια της, κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, βάσει αδειών της δασικής Αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων", κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων" ως δάσος νοείται "πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α.
και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 3/2020).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τον παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην ειδική θέση "ΚΑΛΑΒΡΟΣ" της αγροτικής περιφέρειεας Τσουκαλάδων Δήμου Λευκάδας, με ΚΑΕΚ 340370804064, 340370804205 και 340370804060.
Επίδικα αποτελούν τμήματα του ακινήτου αυτού, όπως αποτυπώνονται στο από Απριλίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Τ., που προσαρτάται στο δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα: (Α) Τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804205/0/0, το οποίο αποτυπώνεται στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα ως τμήμα (1) και περιγράφεται σε αυτό με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 60, 59, 58, 57, 56, 55, 54, 53, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50,1, εμβαδού 945,97 τ.μ. (Β) Τμήμα του ιδίου ως άνω γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804205/0/0, το οποίο αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα ως τμήμα (6) και περιγράφεται σε αυτό με τα στοιχεία 37, 38, 52, 37, εμβαδού 7,55 τ.μ. (Γ) Τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804060/0/0, το οποίο αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ως τμήμα (3) και περιγράφεται σε αυτό με τα στοιχεία 69, 18, 19, 20, 69, εμβαδού 17,12 τ.μ. (Δ) Τμήμα του ιδίου ως άνω τεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804060/0/0, το οποίο αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα ως τμήμα (4) και περιγράφεται σε αυτό με τα στοιχεία 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 51, 52, 38, 39, 40, 41, 53, 54, 55, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 21, εμβαδού 1.386,65 τ.μ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ενιαίο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στον πεθερό του πρώτου ενάγοντα και πατέρα του δεύτερου εξ αυτών Π. Π. του Δ., ο οποίος το είχε αποκτήσει κατά κυριότητα από το δικό του πατέρα Δ. Π. λόγω άτυπης παραχώρησης περί το έτος 1945 και ο οποίος το έτος 1971 το μεταβίβασε ατύπως στο γιο του, δεύτερο ενάγοντα, αλλά και στο γαμπρό του πρώτο ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι εκάστοτε κύριοι του ακινήτου ασκούσαν τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι το οριοθετούσαν το καθάριζαν το επέβλεπαν και τμηματικά το καλλιεργούσαν και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο από τα περίπου 25 ελαιόδεντρα που φύονται εντός αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 έκθεση της Διεύθυνσης Δασών ΠΕ Λευκάδας, που προσκομίζει το εναγόμενο, προκύπτει ότι τμήματα του ακινήτου με τα στοιχεία 1, 2Α, 4, 5 και 6 είναι εκτάσεις αγροτικής μορφής και τμήματα του ακινήτου με τα στοιχεία 2Β, 2Γ και 3 είναι εκτάσεις δασικής μορφής αείφυλλων, πλατύφυλλων (πουρνάρι, σκίνο κλπ.), τη δε δασική μορφή το 2Γ την είχε κατά τα έτη 1945, 1960, 1972, 1985 και 1992 και το 2Β και το 3 από το έτος 1992 και μετέπειτα, σύμφωνα με τη στερεοσκοπική παρατήρηση των σχετικών αεροφωτογραφιών.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι από τα προαναφερόμενα γεωτεμάχια, επίδικα αποτελούν τα με αριθ. 1, 6, 3 και 4, τα οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, τα υπό στοιχεία 1, 4 και 6 είναι αγροτικές εκτάσεις και το υπό στοιχείο 3 δασική έκταση. Κατά την κτηματογράφηση στην περιοχή της Λευκάδας, περί το έτος 2004, τα παραπάνω τμήματα αποτυπώθηκαν εσφαλμένα ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ ανήκαν κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, κατείχαν και νέμονταν τις παραπάνω εκτάσεις ως αναπόσπαστα τμήματα ευρύτερου ακινήτου τους, εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων περίπου, το οποίο έφερε ανέκαθεν αγροτική μορφή και ήταν καλλιεργήσιμο και περιφραγμένο με σταθερά όρια με χαμηλού ύψους λιθοδομή.
Η ευρύτερη έκταση, η οποία ήταν ανέκαθεν αγροτική και ανήκε σε ιδιώτες είναι φυτεμένη με ελαιόδεντρα, ενώ ανέπτυξε μικρή βλάστηση προς τα ανατολικά κοντά στο όριο με αγροτική οδό, χωρίς αυτό να της προσδίδει δασική μορφή. Επομένως, το εναγόμενο, ως προς το οποίο, η δασική μορφή ακινήτου δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ.
της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", ουδέποτε διαχειρίστηκε τα επίδικα ως δασική έκταση, ούτε νεμήθηκε αυτά ως δάση, ώστε να καταστεί κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε, με την προσαγωγή οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, ότι τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα σε ουδανός την κυριότητα ανήκαν ως εξ υπαρχής αδέσποτα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που προβάλλεται με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων, οι οποίες να προσιδιάζουν στη φύση τους ως δασικών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα αποτελούν δασικές εκτάσεις.
Επομένως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του, που επαναπροβάλλονται με την έφεση, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Δέχεται, δηλαδή, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, μεταξύ άλλων, ότι επίδικα γεωτεμάχια αποτελούν τα με αριθμούς 1, 6, 3 και 4, όπως αυτά απεικονίζονται με τα στοιχεία αυτά στο από μηνός Απριλίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Τ., που έχει επισυναφθεί στην αγωγή και αποτελούν τμήματα ευρύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, έκτασης τεσσάρων περίπου στρεμμάτων, από τα οποία επίδικα γεωτεμάχια, τα με στοιχεία 1, 4 και 6 είναι αγροτικές εκτάσεις, ενώ αντίθετα το υπό στοιχείο 3 γεωτεμάχιο, εμβαδού 17,12 τ.μ., με ΚΑΕΚ 340370804060/0/0, είναι έκταση δασικής μορφής, δηλαδή δασική έκταση αείφυλλων και πλατύφυλλων (πουρνάρι, σκίνο κλπ.), υπαγόμενο, επομένως, στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 998/1979.
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του ευρύτερου ακινήτου των τεσσάρων στρεμμάτων περίπου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, καθώς τόσο ο δικαιοπάροχός τους Π. Π. από το έτος 1945, όσο και οι ίδιοι, από το έτος 1971, που τους το παραχώρησε ατύπως ο εν λόγω δικαιοπάροχός τους, νέμονταν το ευρύτερο ακίνητο, ασκώντας σε αυτό "τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι το οριοθετούσαν, το καθάριζαν, το επέβλεπαν και τμηματικά το καλλιεργούσαν και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο από τα περίπου 25 ελαιόδεντρα που φύονται εντός αυτού".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασής του, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της έφεσης και τον πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους ισχυριζόταν ότι τμήματα των επιδίκων, μεταξύ των οποίων και το με στοιχείο 3 τμήμα, είναι εκτάσεις δασικής μορφής αείφυλλων πλατύφυλλων, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.998/1979, ακολούθως δε επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και διατάσσοντας τη διόρθωση των σχετικών πρώτων εγγραφών στα βιβλία του κτηματολογίου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά το μέρος της που δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και του με στοιχείο 3 ακινήτου εμβαδού 17,12 τ.μ., που αποτελεί δασική έκταση, χωρίς όμως οι πράξεις νομής (οριοθέτηση, επίβλεψη, καλλιέργεια και συλλογή ελαιοκάρπου), που δέχεται το Εφετείο ότι άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι στο ανωτέρω τμήμα, να προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό της δασικής έκτασης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μην έχουν καταστεί (συγ)κύριοι και του τμήματος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Περαιτέρω, με το να δεχθεί το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφενός ότι αποδείχθηκε ότι το πιο πάνω επίδικο τμήμα με στοιχείο 3, εμβαδού 17,12 τ.μ. είναι έκταση δασικής μορφής αείφυλλων και πλατύφυλλων και επομένως υπαγόμενο στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 998/1979 και αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα αποτελούν δασικές εκτάσεις, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τη μορφή του ανωτέρω τμήματος και συνακόλουθα ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου και του δεύτερου μέρους του δεύτερου λόγου αναίρεσης για την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που γίνονται δεκτοί.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς το με στοιχείο 3 επίδικο τμήμα, εμβαδού 17,12 τ.μ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 46/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ