Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court properly evaluated all evidence including sworn statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeals in Ioannina regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific evidence, including sworn affidavits and community certificates, which they claimed were legally inadmissible or improperly excluded. The court found the appeal unfounded because the appellate court had indeed considered all submitted documents, including the disputed affidavits, to form its judicial findings, and the appellants' failure to comply with procedural requirements for witness examination rendered those specific documents irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to consider evidence is unfounded if the lower court explicitly states it examined all submitted documents, and if the evidence was legally inadmissible due to procedural defects, its exclusion is justified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 467 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 467/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Ι. και Ά., 2) Ι. Μ. του Ν. και Σ., 3) Σ. χήρας Ν. Μ., το γένος Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούσιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε. και Κ., 2) Ε. Α. του Σ. και Β., 3) Ι. Α. του Σ. και Β., κατοίκων ..., 4) Κ. Α. του Σ. και Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τάσση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 04.10.2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 187/25.07.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δικάζοντας την από 31.10.2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 41/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που είχε κάνει δεκτή την από 10.10.2014 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας των αναιρεσειόντων, δέχθηκε αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 833/2020, Α.Π. 1586/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προσετέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκομιδή από τους διαδίκους, προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, αρμοδίως ληφθεισών, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του Κ.Πολ.Δ., ένορκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως, επιμελεία του ενδιαφερόμενου διάδικου, προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών πριν από την ημερομηνία λήψεως της βεβαιώσεως, κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογήν της καθιερούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδάφ. β' και 24§1 εδάφ. α' του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 977/2020, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 673/2018).
Περαιτέρω, κατά το ισχύον τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 270§2 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντίδικου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Οι, ως άνω, δε ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 184/2011). Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλητεύσεως του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 30/2002), και, συνεπώς, κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαιώσεως του δικαστηρίου είναι απαράδεκτος (Α.Π. 736/2016), ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο, καθόσον, αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι αυτές έχουν ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 826/2015). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 1312/2019, Α.Π. 1719/2017, Α.Π. 897/2014, Α.Π. 254/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, ως δικαστικό τεκμήριο, την υπ' αριθμ. 183/11.11.2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.
Β. του Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, που δόθηκε, άνευ προδικασίας, προκειμένου να χρησιμεύσει για τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος πατρός του δεύτερου αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα ακόλουθα: "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθ. 27/16-2-2015 ένορκη βεβαίωση του που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόμενων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους κατ' άρθρο 270 παρ. 2γ ΚΠολΔ (βλ.
τη με αριθμό 713Γ/11-2-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Π. Κ.), από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς ..., μεταξύ των οποίων και οι προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), πλην της υπ' αριθ. 183/2014 ένορκης βεβαίωσης των ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι εφεσίβλητοι, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, καθότι δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η προϋπόθεση της κλήτευσης των αντιδίκων τους δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της, ..., καθώς και των από 27-11-1985 και 25-11-1996 πιστοποιητικών ιδιοκτησίας ελαιοκτημάτων του Προέδρου της Κοινότητας Κ… Πρέβεζας, που προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες, τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, καθώς οι δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι για την εξέταση των μαρτύρων ή τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων δικονομικές διατάξεις, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τύπος του ν. 1599/1986 ...".
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ναι μεν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω "ένορκη βεβαίωση" ως τέτοια, (άλλωστε ούτε προσκομίστηκε ως τέτοια) πλην όμως δεν την απέκλεισε ρητά από το σύνολο των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του για την απόδειξη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της αυτής αποφάσεως, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής, προκύπτει αβίαστα ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία, αλλά καθίσταται απωλύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο "ένορκη βεβαίωση" για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που περιέχεται στο αναιρετήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν (υπό τον ανακριβή τίτλο υπόμνημα) προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.10.2018 αίτηση των Μ. Μ. του Ι., Ι. Μ. του Ν. και Σ. χήρας Ν. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ