Legislator Case Law & Legislation
467/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing failure to raise new arguments within appeal limits.

Case Number 467/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding labor dispute proceedings. The appellant failed to introduce new substantive arguments or reiterate previous ones within the strict time limits and procedural requirements mandated by the Code of Civil Procedure. Consequently, the court ruled that the appeal lacked valid grounds and ordered the appellant to bear the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527 and 269 of the Code of Civil Procedure; Articles 562 and 176 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to raise new substantive arguments or reiterate previous ones within the statutory time limits, and the court must dismiss such an appeal and order the appellant to pay the legal costs.

Keywords

AI generated
procedural time limits new substantive arguments reiteration of previous claims dismissal of appeal legal costs allocation Code of Civil Procedure labor dispute proceedings

Cited Legislation

AI generated
Articles 527 and 269 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 972 paragraph 1 and 974-979 of the Code of Civil Procedure
Articles 933 and 937 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 467 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕΒΕ-ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΡΕΑΤΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας-Παναγιώτας Λιμνιού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Β. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Καραμήτσα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε. Υπέρ αυτής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Ανδρουτσόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-05-2009 ανακοπή της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 26-10-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 4387/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την ανακοπή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και εκδόθηκε η 5257/2013 οριστική απόφαση, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων εκ μέρους της ανακόπτουσας, της από 26-10-2009 ανακοπής και του καθού στην από 12-05-2009 ανακοπή, η 26/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-01-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14-01-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 6/16-1-2019) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 26/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, α) την από 21-07-2014 (υπ'αριθμ. καταθ. 879/2014) έφεση της ανακόπτουσας της από 26-10-2009 ανακοπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και ΣΙΑ ΑΒΕΕ" και β) την από 05-12-2014 (υπ'αριθμ. καταθ. 457/2015) έφεση του καθ’ ού στην από 12-5-2009 ανακοπή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και πρώτου των καθ' ών στην ως άνω από 26-10-2009 ανακοπή, Ν. Β., κατά της υπ' αριθμ. 5257/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε κάνει εν μέρει δεκτές τις ανακοπές και κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε την από 12-05-2009 ανακοπή και δέχθηκε εν μέρει την από 26-10-2009 ανακοπή ως προς τον πρώτο των καθ’ ών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως έχει κλητευθεί νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLPHA BANK", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 09-09-2020 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. (12/2020) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και τους αναιρεσίβλητους (βλεπ.

τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ’ αριθμ. …/11-9-2020 και …/11-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δημητρίου Χρυσικόπουλου, και την υπ' αριθμ. …/14-9-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεωργίου Κωνσταντόπουλου) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLPHA BANK", επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον ενόψει του ότι τυγχάνει εκπρόσωπος και νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΓΚΑΛΑΞΥ IV ΦΑΝΤΙΝΓΚ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΗΤΕΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία έχει ήδη καταστεί ειδική διάδοχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Από το σύνολο των με επίκληση προσκομισθέντων από την προσθέτως παρεμβαίνουσα εγγράφων, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", δυνάμει της από 30-04-2020 Συμβάσεως Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 στο Δημόσιο Βιβλίο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 30-4-2020 (με αριθμό πρωτοκόλλου …/30-4-2020 στον τόμο … και με αυξ.

αριθμό …), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΓΚΑΛΑΞΥ IV ΦΑΝΤΙΝΓΚ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΗΤΕΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, που έχει συσταθεί νομίμως, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας 657125, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30-04-2020 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 30-04-2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …/30-04-2020 στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, και του υπ' αρ.

…/30.04.2020 Ειδικού Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ’ αριθμ. …/29-10-91 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως αυτή επιδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 12352/2007 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθ.

…/21-11-91 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως αυτή επιδικάστηκε με την υπ. αριθ. 12498/2007 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει των οποίων η δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα "ALPHA ΒΑΝΚ Α.Ε." αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό επί του οποίου συντάχθηκε ο υπ' αριθμ. …/17-10-2008 πίνακας κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Σοφιανόπουλου.

Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου δεύτερης αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου δεύτερης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. …/13-2-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ηλία Αρκουμάνη, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β1' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητο για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 04-02-2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω και εφόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητος - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, και αφού η αναβολή εκ του πινακίου και η αναγραφή της στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 εδαφ.

β', 576 παρ. 2 περ. α` και γ' ΚΠολΔ, 226 παρ.4 εδαφ.γ' και δ' ΚΠολΔ), αυτή θεωρείται ως αντιπροσωπευόμενη από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ` ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως.

Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή εκείνου και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη.

Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και του αντικειμένου της και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ` ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετέχοντες της δίκης άλλους δανειστές, που έχουν επίσης καταταγεί στον πίνακα κατάταξης.

Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο νικήσας ανακόπτων και όχι άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή ή αυτή απορρίφθηκε ως προς τους ίδιους λόγους, ακόμα και αν εκείνος έχει μείζον προνόμιο κατάταξης (ΑΠ 1518/2018, 1851/2014, ΑΠ 1083/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μη καταταγέντες δανειστές βάλλουν με συνεκδικαζόμενες ανακοπές κατά της κατατάξεως του ίδιου δανειστή για την αποβολή του, θα υπολογισθούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων, και αν η απαίτηση του αποβαλλόμενου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, θα γίνει σύγκριση μεταξύ των τελευταίων από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισοβάθμων κατάταξη.

Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεκδικάσεως των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλόμενης κατά τα ανωτέρω συγκρίσεως των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως δια της αποβολής του καθ` ου η ανακοπή δανειστή, διαμορφώνεται επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων (άρθρο 76 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ), διότι η από την ακύρωση της κατατάξεως του καθού κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 21/2020, ΑΠ 1048/2019, ΑΠ 189/2016, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 1229/2008), αφού για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε, όπως αναφέρθηκε, και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσοτέρων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων από τους καθών οι ανακοπές (ΑΠ 1226/2006).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, το Δικαστήριο, σε περίπτωση που δεχθεί ως βάσιμες τις συνεκδικαζόμενες ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, θα προσδιορίσει ποιες απαιτήσεις, ποίων ανακοπτόντων και σε ποια έκταση θα καταταγούν, περιοριζόμενο, όμως, πάντοτε μέσα στα όρια του αιτήματος εκάστης ανακοπής.

Επομένως, αν με τη μία ανακοπή προσβάλλεται η κατάταξη της απαίτησης του καθού δανειστή στο σύνολό της, ενώ με άλλη συνεκδικαζόμενη ανακοπή προσβάλλεται η ίδια μεν απαίτηση αλλά μόνον κατά ένα μέρος, ο ανακόπτων στην τελευταία αυτή ανακοπή δεν θα καταταγεί στο αποδεσμευόμενο αλλά μη προσβαλλόμενο με την ανακοπή του μέρος της απαίτησης του καθού, αλλά, αποκλειστικά, στο μέρος αυτό θα καταταγεί μόνον ο ανακόπτων που προσέβαλε με την ανακοπή του το σύνολο της καταταγείσας απαίτησης, αφού ως προς το κονδύλι αυτό δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία.

Περαιτέρω, εάν η απόφαση που θα εκδοθεί, κατά το μέρος που ωφελεί τον ένα από τους διαδίκους, βλάπτει τον άλλο, ο βλαπτόμενος έχει δικαίωμα ν` ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που τον βλάπτει και συνεπώς και αίτηση αναιρέσεως, την οποία μπορεί να την απευθύνει κατά εκείνου του διαδίκου που ωφελήθηκε σε βάρος του, έστω και αν αυτός ήταν ομόδικός του, ακόμη και όταν αυτός έλαβε τη θέση του ομοδίκου ή του αντιδίκου του, λόγω της συνεκδίκασης με τη δική του ανακοπή και ανακοπών άλλων δανειστών, οι οποίες δεν απευθύνονταν και κατ` αυτού και της έκδοσης, κατ` ανάγκην, κοινής, χωρίς αντιφατικές διατάξεις, απόφασης, για την απαίτηση που προσβλήθηκε και για τις απαιτήσεις που πρέπει να καταταγούν στη θέση της, στην περίπτωση που αυτή αποβλήθηκε από τον πίνακα κατάταξης (ΑΠ 1048/2019, ΑΠ 1026/2010, ΑΠ 1226/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Δυνάμει της υπ' αριθ. …/8-1-2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικολάου Νενεδάκη κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... και Σια Α.Ε.Β.Ε.- Επεξεργασία και Τυποποίηση Κρέατος", σε εκτέλεση της υπ' αριθ.

…/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η λεπτομερώς περιγραφόμενη στην ως άνω κατασχετήρια έκθεση ακίνητη περιουσία της καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρίας "Επιχειρήσεις εστιάσεως ειδών διατροφής και επικοινωνία Α.Ε." (δ.τ. "…. Α.Ε.") και δη α) οικόπεδο έκτασης 90,28 τ.μ, [...] και β) κατάστημα (οριζόντια ιδιοκτησία) […].

Με επίσπευση της ίδιας ως άνω ανακόπτουσας -αναιρεσείουσας και δυνάμει της υπ' αριθ. …/5-2-2008 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ορίστηκε ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού η 12-03-2008, κατά την οποία όμως δεν διενεργήθηκε ο ορισθείς πλειστηριασμός. Στις 14-05-2008, με επίσπευση της ίδιας ως άνω ανακόπτουσας και δυνάμει της υπ' αριθ.

…/14-3-2008 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, πλειστηριάστηκε δημόσια ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασίλειου Σοφιανόπουλου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η ως άνω ακίνητη περιουσία της καθ' ης η εκτέλεση, αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος ποσού 138.500,00 ευρώ για το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο και ποσού 131.010,00 ευρώ για το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο και συντάχθηκε η υπ' αριθ.

…/14-5-2008 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου συμβολαιογράφου. Υπερθεματιστές αναδείχθηκαν για το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο ο Ι. Ν. του Α. και για το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο ο Ν. Β. του Ν. πρώτος αναιρεσίβλητος (καθ' ου η δεύτερη ανακοπή), στους οποίους κατακυρώθηκαν τα προαναφερόμενα ακίνητα.

Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν νόμιμα, προκειμένου να επιτύχουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους κατά της καθ’ ής η εκτέλεση εκ του εκπλειστηριάσματος, μεταξύ άλλων: α) το Ελληνικό Δημόσιο [...] για ποσό 10.378,92 ευρώ, β) το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ, [...] για ληξιπρόθεσμες οφειλές της καθής το ποσό των 2.206.410,22 ευρώ, γ) η δεύτερη αναιρεσείουσα Τραπεζική Εταιρία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", με την από 20-05-2008 αναγγελία της, για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της κατά της καθ' ης η εκτέλεση που απορρέουν από τις υπ' αριθ.

…/2007 και …/2007 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα για ποσό 649.497,35 ευρώ στο εκπλειστηρίασμα του α' ακινήτου και για ποσό 98.210,54 ευρώ στο εκπλειστηρίασμα του β' ακινήτου και δ) ο Ν. Β., με την από 27-05-2008 αναγγελία του, για μη εισπραχθείσες αποδοχές από εξαρτημένη εργασία που παρείχε στην καθ' ης η εκτέλεση, ποσού 110.794,62 ευρώ.

Επειδή το ανωτέρω επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για να ικανοποιηθούν η επισπεύδουσα δανείστρια και οι αναγγελθέντες δανειστές, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. …/17-10-2008 πίνακα κατάταξης πιστωτών, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε από το εκπλειστηρίασμα τα έξοδα εκτέλεσης, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 11.331,37 ευρώ, κατέταξε:

Α) στο εναπομείναν υπόλοιπο των 132.721,00 ευρώ [138.500,00 - (11.331,37 Χ 51%)] για το υπό στοιχείο α' ακίνητο, 1α) τον ως άνω αναγγελθέντα εργαζόμενο Ν. Β.-πρώτο αναιρεσίβλητο, σε ποσοστό 51% των απαιτήσεών του, ήτοι για ποσό 56.505,26 ευρώ (110.794,62 Χ 51%), προνομιακά και τυχαία, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ (απομένοντος αδιανέμητου εκπλειστηριάσματος 76.215,74 ευρώ (132.721,00 - 56.505,26), 1β) τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Πειραιά, ως αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου ........1γ) τη Διευθύντρια του Γ' Ταμείου Εσόδων Ι.Κ.Α. Αθηνών, ως αντιπρόσωπο του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.......και 2) δεύτερη αναιρεσείουσα την ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία "Άλφα Τράπεζα Α.Ε." επί του υπολοίπου προς διανομή εκπλειστηριάσματος, ήτοι για ποσό (76.215,74 Χ 2/3) 50.810,49 ευρώ προνομιακά και τυχαία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 976 ΚΠολ.Δ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 1007 ΚΠολΔ και Β) στο εναπομείναν υπόλοιπο των 125.457,63 ευρώ [131.010,00 - (11.331,37 Χ 49%)] για το υπό στοιχείο β' ακίνητο 1α) τον ως άνω αναγγελθέντα εργαζόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο- καθ' ου η δεύτερη ανακοπή Ν.

Β., σε ποσοστό 49% των απαιτήσεων του, ήτοι για ποσό 54.289,36 ευρώ (110.794,62 Χ 49%), προνομιακά και τυχαία, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, απομένοντος αδιανέμητου εκπλειστηριάσματος 71.168,27 ευρώ (125.457,63 - 54.289,36), 1β) τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, ως αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, 1γ) τη Διευθύντρια του Γ' Ταμείου Εσόδων Ι.Κ.Α.

Αθηνών, ως αντιπρόσωπο του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και 2) την Τραπεζική Εταιρία "Άλφα Τράπεζα Α.Ε." επί του υπολοίπου προς διανομή εκπλειστηριάσματος, ήτοι για ποσό 47.445,51ευρώ (71.168,271 Χ 2/3) προνομιακά και τυχαία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 976 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 1007 ΚΠολΔ.

Κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι εξής ανακοπές:

Α) η 12-05-2009 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 5349/15-5-2009) ανακοπή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε.", με την οποία αυτή ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα, προκειμένου να καταταγεί η ίδια και για το υπόλοιπο της ένδικης απαιτήσεώς της, με αντίστοιχη αποβολή του καθού, Ν. Β., από το αντίστοιχο ποσό, για το οποίο αυτός είχε καταταγεί – και

Β) η από 26-10-2009 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 10.567/29-10-2009) ανακοπή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και Σια ΑΕΒΕ-Επεξεργασία και Τυποποίηση Κρέατος" και ήδη αναιρεσείουσας, στρεφόμενη κατά του Ν. Β. και της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας "ALPHA BANK" και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την οποία προσέβαλε την κατάταξη του πρώτου καθ' ου, στο βαθμό που "δεν προσβάλλεται η κατάταξη της δεύτερης καθ' ης ενυπόθηκης δανείστριας", ισχυριζόμενη (I) ότι η αναγγελθείσα απαίτηση του πρώτου καθ' ου δεν απολαμβάνει του προνομίου του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι στην πραγματικότητα δεν προέρχεται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά από σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι απολαμβάνει του άνω προνομίου ως προερχόμενη από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και πάλι εσφαλμένα κατετάγη, α) όσον αφορά το κονδύλι των 44.452,31 ευρώ για μισθούς υπερημερίας μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, διότι ασκείται καταχρηστικά, ενόψει του ότι η από μέρους του άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας στις 14-09-2007 υπερέβη τα όρια που επέβαλαν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς αυτός γνώριζε ότι από τις 26-10-2007 η εργοδότρια εταιρία είχε παύσει τη λειτουργία της λόγω πτώχευσης και δεν απασχολούσε κανένα μισθωτό, β) όσον αφορά το κονδύλι για επιδόματα ισολογισμού οικονομικών ετών 2005 και 2006, δηλαδή χρήσεων 2004 και 2005, διότι δεν αφορούν το χρονικό διάστημα δύο ετών πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, γ) όσον αφορά το κονδύλι αποζημίωσης για εργασία τα Σάββατα, διότι εσφαλμένα λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού ο καταβαλλόμενος μισθός αντί του νόμιμου και επιπλέον, όσον αφορά το διάστημα εργασίας τα Σάββατα και τις Κυριακές από Ιανουάριο 2006 έως Μάιο 2006, διότι δεν αφορά το χρονικό διάστημα δύο ετών πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, δ) όσον αφορά τα κονδύλια για άδεια και επίδομα αδείας, δώρο Χριστουγέννων και δώρο Πάσχα, διότι η μεν άδεια και το επίδομα αδείας αφορούν τα έτη 2003 - 2006, ήτοι χρονικό διάστημα προγενέστερο των δυο ετών από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, το δε δώρο Χριστουγέννων 2007 και το επίδομα Πάσχα 2008, διότι προϋποθέτουν παροχή πραγματικής εργασίας, την οποία ο πρώτος καθ' ου δεν παρείχε κατά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας του, κατά την οποία η εργοδότρια εταιρία είχε παύσει τη λειτουργία της λόγω πτώχευσης και (II) ότι η αναγγελθείσα απαίτηση της δεύτερης καθ' ης Τραπεζικής Εταιρείας [ως προσημειούχου δανείστρια της καθ' ης η εκτέλεση, με εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης επί των αναφερομένων ακινήτων, ενώ η ίδια (ανακόπτουσα) είναι επίσης προσημειούχος δανείστρια της καθ' ης η εκτέλεση, με εγγραφή επί των ιδίων ακινήτων δεύτερης προσημείωσης υποθήκης, για τα αναφερόμενα ποσά], καλώς κατετάγη στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης για ποσό 80.933,79 ευρώ στο πρώτο ακίνητο και για ποσό 71.900,22 ευρώ στο δεύτερο ακίνητο.

Ζήτησε δε, μετά την αποβολή του πρώτου καθ' ου, να καταταγεί η ίδια (ανακόπτουσα), αντί της δεύτερης καθ' ης, στα εναπομένοντα πλέον ποσά και δη, για ποσό 7.546,88 ευρώ στο πρώτο ακίνητο και για ποσό 11.738,20 ευρώ στο δεύτερο ακίνητο που πλειστηριάστηκαν.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 5257/2013 απόφασή του, α) απέρριψε τη δεύτερη από 29-10-2009 ανακοπή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη καθής Τραπεζική Εταιρεία, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας, αφού αυτή δεν αμφισβήτησε την απαίτησή της και επικαλέστηκε προνόμιο ασθενέστερο του προνομίου αυτής, β) δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει τις ανακοπές ως προς τον καθ'ου Ν.

Β. και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, αποβάλλοντας αυτόν, κατά το μέρος των απαιτήσεων που δεν καλύπτονται από το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για το ποσό των 27.398,55 ευρώ όσον αφορά το πρώτο εκπλειστηριασθέν ακίνητο και των 26.324,09 ευρώ όσον αφορά το δεύτερο ακίνητο και κατατάσσοντας στη θέση του Α) την ανακόπτουσα της δεύτερης ανακοπής Τραπεζική Εταιρεία στο σύνολο του εκπλειστηριάσματος που αποδεσμεύεται από το πρώτο ακίνητο (27.398,55 ευρώ) και σε μέρος του εκπλειστηριάσματος, που αποδεσμεύεται από το δεύτερο ακίνητο (26.324,09 ευρώ) ύψους 24.944,97 ευρώ, προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησεώς της, προς ικανοποίηση μέρους αυτής και Β) την ανακόπτουσα της δεύτερης ανακοπής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

και Σια ΑΕΒΕ-Επεξεργασία και Τυποποίηση Κρέατος" σε μέρος του εκπλειστηριάσματος, που απελευθερώνεται από το δεύτερο ακίνητο, ύψους 1.379,12 ευρώ, προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησής της, προς ικανοποίηση μέρους αυτής. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με αντίθετες εφέσεις, η ανακόπτουσα της δεύτερης ανακοπής εταιρεία με την επωνυμία "... & Σια ΑΕΒΕ επεξεργασία και τυποποίηση κρέατος" και ο καθού Ν.

Β., επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία, έγιναν δεκτές οι ως άνω εφέσεις και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εκτός από το μέρος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε η δεύτερη από 29-10-2009 ανακοπή ως προς τη δεύτερη καθ’ ής Τραπεζική Εταιρεία, α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η πρώτη από 15-05-2009 ανακοπή της Τραπεζικής Εταιρείας "ΑLPHA A.E." και β) αφού κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή η δεύτερη ανακοπή ως προς τον πρώτο καθού Ν.

Β., έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ότι στον ανωτέρω εργαζόμενο οφείλονται από την εργασία του τα εξής ποσά, τα οποία εμπίπτουν μέσα στην καλυπτόμενη από το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό (12-03-2008):

α) Για δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 14-9-2007 και στη συνέχεια για μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας από 15-9-2007 έως 12-3-2008, το συνολικό ποσό των 37.073,29 ευρώ (3.564,74 ευρώ Χ 10,4μ), β) για επίδομα ισολογισμών ετών 2005 και 2006 (οι οποίοι, σημειωτέον, συντάχθηκαν στις 31-5-2006 και στις 31-12-2007 αντίστοιχα), το ποσό των 7.129,48 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας ετών 2006 και 2007, 4.332,38 ευρώ, δ) για δώρο Χριστουγέννων έτους 2007, 3.713,27 ευρώ και ε) για δώρο Πάσχα έτους 2008, 1.856,64 ευρώ, ήτοι του οφείλεται συνολικά για τις άνω αιτίες το ποσό των (37.073,29 + 7.129,48 + 4.332,38 + 3.713,27 + 1.856,64) 54.105,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ως ακολούθως:

α) για τους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα απ' αυτόν που αφορούν (συνολικά 2.122,10 ευρώ), β) για το επίδομα ισολογισμού ετών 2005 και 2006 από το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο καταρτίστηκε κάθε ισολογισμός (συνολικά 737,60 ευρώ), γ) για το επίδομα αδείας ετών 2006 και 2007 από το τέλος του ημερολογιακού έτους που αφορά κάθε επίδομα (συνολικά 95,88 ευρώ), δ) για το δώρο Χριστουγέννων 2007 από 01-01-2008 (συνολικά 164,36 ευρώ) και ε) για το δώρο Πάσχα 2008 από 1-5-2008 (συνολικά 8,52 ευρώ), ήτοι συνολικά του οφείλεται για νόμιμους τόκους υπερημερίας το ποσό των (2.122,10 + 737,60 + 95,88 + 164,36 + 8,52) 3.128,46 ευρώ.

Ότι μέχρι των ανωτέρω οφειλομένων ποσών, που συνολικά ανέρχονται σε (54.105,06 + 3.128,46) 57.233,52 ευρώ και καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, ορθά κατετάγη ο ανωτέρω καθ' ου από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ αντίθετα, εσφαλμένα κατετάγη και για το πέραν των 57.233,52 ευρώ ποσό της αναγγελθείσας απαίτησής του, ήτοι και, για επιπλέον ποσό (110.794,62- 57.233,52) 53.561,11 ευρώ, εκ των οποίων για ποσό (53.561,11 Χ 51%) 27.316,16 ευρώ στο εκπλειστηρίασμα του υπό στοιχείο α' άνω ακινήτου και για ποσό (53.561,11 Χ 49%) 26.244,94 ευρώ στο εκπλειστηρίασμα του υπό στοιχείο β' άνω ακινήτου.

Ότι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν από την εξοπλισμένη με το άνω ειδικό προνόμιο (προσημείωση υποθήκης), κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 αριθ. 2 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαίτηση της τελευταίας, υφίσταται απαίτηση της δεύτερης καθ' ης της ίδιας ανακοπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", εξοπλισμένη επίσης με ειδικό προνόμιο (προσημείωση υποθήκης), κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 παρ. 2 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ Ειδικότερα, ότι στο υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο (οικόπεδο με ισόγειο κατάστημα) υφίσταται πρώτη προσημείωση υποθήκης υπέρ της άνω καθ' ης η δεύτερη ανακοπή τράπεζας για ποσό 80.933,79 ευρώ, εγγραφείσα στις 23-01-2004 και δεύτερη προσημείωση υποθήκης υπέρ της ανακόπτουσας της ίδιας ανακοπής για ποσό 99.915,76 ευρώ, εγγραφείσα στις 25-01-2008, στο δε δεύτερο από τα πλειστηριασθένα ακίνητα υφίσταται δεύτερη προσημείωση υποθήκης υπέρ της ίδιας ως άνω τράπεζας (δεύτερης καθ' ης η δεύτερη ανακοπή) για ποσό 8.500.000 δραχμές (24.944,97 ευρώ), εγγραφείσα στις 23-11-2000 και τρίτη προσημείωση υποθήκης υπέρ της ανακόπτουσας της δεύτερης ανακοπής για ποσό 99.915,76 ευρώ, εγγραφείσα στις 25-01-2008.

Ότι, κατόπιν τούτων πρέπει να αποβληθεί ο πρώτος καθ' ου στη δεύτερη ανακοπή από τον προσβαλλόμενο πίνακα: Α) όσον αφορά το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο (οικόπεδο με ισόγειο κατάστημα), μόνο κατά το μέρος των απαιτήσεών του που δεν καλύπτονται από το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για το ποσό των 27.316,16 ευρώ και Β) όσον αφορά το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο (1-1 ισόγειο κατάστημα) για το ποσό των 26.244,09 ευρώ και στο μέρος αυτό από το οποίο αποβάλλεται ο πρώτος καθ' ου και αντίστοιχα αποδεσμεύεται εκπλειστηρίασμα ποσού 27.316,16 ευρώ όσον αφορά το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο και 26.244,94 ευρώ όσον αφορά το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο -με βάση το αίτημα της ανακόπτουσας της δεύτερης ανακοπής να καταταγεί η αναγγελθείσα απαίτησή της μετά την απαίτηση της δεύτερης καθ' ης "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" που είναι ασφαλισμένη με επικρατέστερο προνόμιο - πρέπει να καταταγεί η τελευταία (ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε, ως προς την οποία απορρίφθηκε η άνω ανακοπή κατά τα προαναφερθέντα) στο σύνολο του εκπλειστηριάσματος που αποδεσμεύεται από το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο (27.316,16 ευρώ) προνομιακά και τυχαία για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας αυτής, καθώς και σε μέρος του εκπλειστηριάσματος που αποδεσμεύεται από το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο (26.244,94 ευρώ), ποσού 24.944,97 ευρώ, προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της.

Ότι στο υπόλοιπο εκπλειστηρίασμα που αποδεσμεύεται από το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο, ποσού 1.790,23 ευρώ, για το οποίο η δεύτερη καθ' ης δεν έχει κάποιο προνόμιο, πρέπει να καταταγεί η ανακόπτουσα της υπό στοιχείο β' ανακοπής (προσημειούχος δανείστρια) προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησης της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της.

Ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 την ημερομηνία της διενέργειας του άνω πλειστηριασμού (14-05-2008), έκρινε κατατακτέες προνομιακά τις απαιτήσεις του καθ' ου η δεύτερη ανακοπή που γεννήθηκαν από 13-03-2008 έως 14-05-2008 και επιπλέον έκρινε ότι, α) πρέπει να αποβληθεί ο καθ' ου οι ανακοπές από τον προσβαλλόμενο πίνακα, όσον αφορά το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο, μόνο κατά το μέρος των απαιτήσεων που δε καλύπτονται από το γενικό προνόμιο του άρθρου 975, παρ. 3 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, όσον αφορά το υπό στοιχείο α' ακίνητο για το ποσό των 27.398,55 ευρώ και όσον αφορά το υπό στοιχείο β' ακίνητο για το ποσό των 26.324,09 ευρώ, β) ότι στο μέρος αυτό από το οποίο αποβάλλεται ο καθ' ου και αντίστοιχα αποδεσμεύεται πλειστηρίασμα ύψους 27.398,55 ευρώ όσον αφορά το υπό στοιχείο α' ακίνητο και 26.324,09 ευρώ όσον αφορά το υπό στοιχείο β' ακίνητο, πρέπει να καταταγεί η ανακόπτουσα τράπεζα της πρώτης ανακοπής στο σύνολο του πλειστηριάσματος που αποδεσμεύεται από το υπό στοιχείο α' ακίνητο (27.357,31 ευρώ) προνομιακά και τυχαία για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαιτήσεώς της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας αυτής και σε μέρος του πλειστηριάσματος που αποδεσμεύεται από το δεύτερο ακίνητο (26.324,09 ευρώ), ύψους 24.944,997 ευρώ, προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της και γ) ότι στο απομένον πλειστηρίασμα από το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο, ποσού 1.379,12 ευρώ, πρέπει να καταταγεί η ανακόπτουσα της υπό στοιχείο β' άνω ανακοπής, προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησης της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της και ακολούθως, αφού μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, κατέταξε τους καθ' ων η δεύτερη ανακοπή και την ανακόπτουσα στην ίδια ανακοπή στα ανωτέρω διαφορετικά ποσά από εκείνα που έπρεπε να καταταγούν, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται με σχετικούς λόγους των εφέσεων τους η ανακόπτουσα στη δεύτερη ανακοπή και ο καθ' ου στην ίδια ανακοπή αντίστοιχα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω δεύτερη ανακοπή ως προς τον πρώτο καθ' ου, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα και Α) Μείωσε το ποσό για το οποίο κατατάσσεται ο πρώτος καθού η άνω ανακοπή σε πενήντα επτά χιλιάδες, διακόσια τριάντα τρία ευρώ και πενήντα δύο λεπτά (57.233,52), από το οποίο είκοσι επτά χιλιάδες, τριακόσια δέκα έξι ευρώ και δεκαέξι λεπτά (27.316,16) αφορούν το εκπλειστηρίασμα του υπό στοιχεία α' ακίνητου και είκοσι έξι χιλιάδες διακόσια σαράντα τέσσερα ευρώ και ενενήντα τέσσερα λεπτά (26.244,94) αφορούν το εκπλειστηρίασμα του υπό στοιχείο β' άνω ακίνητου και Β) κατέταξε α) την ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία (ανακόπτουσα της πρώτης ανακοπής και δεύτερη καθής η άνω δεύτερη ανακοπή) στο σύνολο του εκπλειστηριάσματος που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο, ήτοι για ποσό είκοσι επτά χιλιάδων, τριακοσίων δέκα έξι ευρώ και δέκα έξι λεπτών (27.316,16 ευρώ), καθώς και για ποσό είκοσι τεσσάρων χιλιάδων, τετρακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (24.454,71 από το εκπλειστηρίασμα των είκοσι έξι χιλιάδων διακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (26.244,94) που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο, προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της και β) την ανακόπτουσα στο απομένον εκπλειστηρίασμα των χιλίων επτακοσίων ενενήντα ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (1.790,23) που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο β' ακίνητο, προνομιακά και τυχαία για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησης της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της".

Η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 παρ.2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, καθόσον, μετά την απόρριψη της πρώτης ως άνω ανακοπής της δεύτερης αναιρεσίβλητης Τραπεζικής Εταιρείας και την ευδοκίμηση της δικής της μόνο ανακοπής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου (η ίδια ανακοπή είχε απορριφθεί ως προς τη δεύτερη καθής Τραπεζική Εταιρεία με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προσβλήθηκε με έφεση κατά τούτο) και την αποβολή στη συνέχεια του τελευταίου από μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής του, ποσού 57.233,52 ευρώ, έπρεπε να κατατάξει την ίδια (αναιρεσείουσα) στο ως άνω ποσό από τον οποίο απέβαλε τον πρώτο αναιρεσίβλητο και όχι την καταταγείσα κατά τα ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη Τραπεζική Εταιρεία, ανεξαρτήτως του υφισταμένου ειδικού προνομίου αυτής.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, δεδομένου ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη και η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετέχοντες της δίκης άλλους δανειστές, που έχουν επίσης καταταγεί στον πίνακα κατάταξης, αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό κατατάσσεται πλέον μόνο ο νικήσας ανακόπτων και όχι άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή ή αυτή απορρίφθηκε ως προς τους ίδιους λόγους, ακόμα και αν εκείνος έχει μείζον προνόμιο κατάταξης, όπως εν προκειμένω η δεύτερη αναιρεσίβλητη Τραπεζική Εταιρεία, της οποίας όμως η ασκηθείσα από την ίδια πρώτη ως άνω από 12-05-2009 ανακοπή είχε απορριφθεί με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δεν προσβλήθηκε με έφεση κατά τούτο, χωρίς πλέον να υφίσταται εξ' αυτού του λόγου αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των ανακοπτόντων των ένδικων δύο ανακοπών.

Ωστόσο όμως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 29-10-2009 ανακοπής και της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ένδικη ανακοπή της, προσβάλλοντας την κατάταξη του πρώτου καθ' ου, αναφέροντας κατά λέξη, "στο βαθμό που δεν προσβάλλεται η κατάταξη της δεύτερης καθ' ης ενυπόθηκης δανείστριας", ζήτησε, να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών, ούτως ώστε, α) αναφορικά με το πρώτο ακίνητο, η αναγγελθείσα απαίτηση της δανείστριας δεύτερης καθ' ης Τραπεζικής Εταιρείας [ως προσημειούχου δανείστριας της καθ' ης η εκτέλεση, με εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης επί των αναφερομένων ακινήτων, ενώ η ίδια (ανακόπτουσα) είναι επίσης προσημειούχος δανείστρια της καθ' ης η εκτέλεση, με εγγραφή επί των ιδίων ακινήτων δεύτερης προσημείωσης υποθήκης, για τα αναφερόμενα ποσά], να καταταχθεί μετά την αποβολή του πρώτου καθ' ου, για το ποσό των 80.933,79 ευρώ, ενώ η ίδια (ανακόπτουσα) να καταταχθεί για το υπόλοιπο ποσό των 7.546,88 ευρώ και β) αναφορικά με το δεύτερο ακίνητο, η αναγγελθείσα απαίτηση της ως άνω Τραπεζικής Εταιρείας να καταταχθεί μετά την αποβολή του πρώτου καθ' ου, για το ποσό των 71.900,22 ευρώ και η ίδια (ανακόπτουσα) για το υπόλοιπο ποσό των 11.738,20 ευρώ.

Ετσι, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ως άνω ανακοπής, ορθά περιορίστηκε μέσα στα όρια του αντικειμένου και του αιτήματος αυτής και κατέταξε την ανακόπτουσα κατά τα παραπάνω, μετά τη δανείστρια Τράπεζα. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 223 και 224 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' άρθρ. 585 ΚΠολΔ και στην ανακοπή, συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, νοείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994) και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 1806/2014, ΑΠ 1523/2013).

Η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας.

Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 778/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 2 "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμα και αν συναινεί ο αντίδικος.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον.

Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο τα δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 12/1989, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 143/2019, ΑΠ 621/2012, ΑΠ 1659/2011).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αποφάνθηκε επί του υποβαλλόμενου με την έφεσή της αιτήματος περί εξαφάνισης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μεταρρύθμισης του προσβαλλόμενου με την ανακοπή υπ'αριθμ. 27626/2008 πίνακα κατάταξης δανειστών, ώστε να αποβληθεί εξ' ολοκλήρου ο πρώτος καθού η ανακοπή (πρώτος εφεσίβλητος - πρώτος αναιρεσίβλητος) και στη θέση του να υπεισέλθει η ίδια (αναιρεσείουσα) και να καταταγεί μέχρι το ύψος της απαίτησής της ποσού 99.915,76 ευρώ, πριν από την κατάταξη της δανείστριας Τράπεζας, ως είχε υποχρέωση να το πράξει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (αρθρ. 522 ΚΠολΔ), ενώ αντίθετα έκρινε ότι πρέπει να καταταγεί, α) η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία στο σύνολο του εκπλειστηριάσματος που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο α' άνω ακίνητο, ήτοι για ποσό 27.316,16 ευρώ, καθώς και για ποσό 24.454,71) από το εκπλειστηρίασμα των 26.244,94 που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο β' άνω ακίνητο, προνομιακά και τυχαία, για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της και β) η ίδια η αναιρεσείουσα στο απομένον εκπλειστηρίασμα των 1.790,23 που αποδεσμεύτηκε από το υπό στοιχείο β' ακίνητο, προνομιακά και τυχαία για την ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της", παρόλο που δεν είχε επαναφέρει με την έφεσή της τα δύο αρχικά υποβληθέντα με την ανακοπή της αιτήματα, περί μεταρρύθμισης του ως άνω πίνακα, ώστε σχετικά με το πρώτο ακίνητο να ικανοποιηθεί πρώτα η δανείστρια Τράπεζα ως προς το ποσό των 80.933,79 ευρώ και αυτή (αναιρεσείουσα) για το ποσό των 7.546,88 ευρώ και αναφορικά με το δεύτερο ακίνητο να ικανοποιηθεί η δανείστρια Τράπεζα ως προς το ποσό των 71.900,22 ευρώ και αυτή (αναιρεσείουσα) για το ποσό των 11.738,20 ευρώ.

Όπως, όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης από 26-10-2009 ανακοπής, την οποία επισκοπεί ο Αρειος Πάγος για τον έλεγχο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, προσβάλλοντας την κατάταξη του πρώτου καθ' ου και αναφέροντας κατά λέξη "στο βαθμό που δεν προσβάλλεται η κατάταξη της δεύτερης καθ' ης ενυπόθηκης δανείστριας", ζήτησε, μετά την αποβολή του πρώτου καθ' ου, να καταταγεί η ίδια (ανακόπτουσα), αντί της δεύτερης καθ' ης, στα εναπομένοντα πλέον ποσά και δη για 7.546,88 ευρώ στο πρώτο ακίνητο και για 11.738,20 ευρώ στο δεύτερο ακίνητο που πλειστηριάστηκαν.

Επομένως απαραδέκτως η αναιρεσείουσα στην κατ' έφεση δίκη μετέβαλε με την έφεσή της το αίτημα της ανακοπής και ζήτησε να καταταγεί η ίδια μέχρι το ύψος της απαίτησής της ποσού 99.915,76 ευρώ. Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά τα παραπάνω, μέσα στα όρια στα οποία μεταβιβάστηκε η υπόθεση σ' αυτό με την έφεση και με απόφαση σύμφωνα προς το υποβαλλόμενο με την ανακοπή αίτημα, απορρίπτοντας σιωπηρά το ως άνω απαραδέκτως υποβαλλόμενο με την έφεση αίτημα, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδόλως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο αίτημα, από μόνο το λόγο ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό στο αιτιολογικό του και συνεπώς είναι αβάσιμος ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 670/2018, ΑΠ 766/2018, ΑΠ 117/2017, 1248/2015, ΑΠ 940/2015, 1502/2010).

Υπό την επίκληση όμως της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί ν' αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου.

Ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης.

Εξ' άλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει, α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, όπου περιλαμβάνεται και η λύση αυτής με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 145/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της προταθείσας με σχετικό λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας και επαναφερθείσας ενώπιόν του με σχετικό λόγο έφεσης, ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας του πρώτου καθ’ ού - πρώτου αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:

Οτι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε προφορικά στις 01-01-1996 μεταξύ του πρώτου καθ' ου της δεύτερης ανακοπής Ν. Β. και της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας "Επιχειρήσεις εστιάσεως ειδών διατροφής και επικοινωνίας Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ο πρώτος προσλήφθηκε ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της δεύτερης, για οκτάωρο εργασίας ημερησίως (09:00 έως 17:00), επί πέντε εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, αντί μηνιαίου μισθού που ανέρχονταν στις 01-01-2007 στο ποσό των 3.564,74 ευρώ (μικτά).

Ότι αντικείμενο της εργασίας του ήταν η κάλυψη των πάσης φύσεως παγίων και διαρκών αναγκών της, όπως η καταχώρηση φορολογικών στοιχείων, η σύνταξη μισθοδοσίας και ισολογισμών, οι λογιστικές εγγραφές στα στοιχεία της και πάσης φύσεως λογιστική εργασία, σύμφωνα με τις δεσμευτικές εντολές της.

Ότι βαθμιαία η καθ' ης η εκτέλεση εταιρία περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση και τελικά κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθ. 771/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όρισε ως ημερομηνία παύσης των πληρωμών της τις 26-10-2007.

Ότι συνέπεια αυτής της οικονομικής της κατάστασης ήταν να μην καταβάλει στον άνω εργαζόμενό της τις δεδουλευμένες μικτές αποδοχές του από 1-5-2007 έως 14-9-2007.

Ότι κατόπιν τούτων ο τελευταίος της κοινοποίησε στις 14-09-2007 εξώδικη όχληση - διαμαρτυρία, με την οποία της δήλωσε και ότι ασκεί έναντι της το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας του προς εξασφάλιση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του για τις άνω δεδουλευμένες αποδοχές του, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση τους.

Ότι η δήλωσή του αυτή δεν ήταν καταχρηστική, παρά τη γνώση του για την οικονομική δυσπραγία της εργοδότριάς του που επικαλείται η ανακόπτουσα με τη δεύτερη ανακοπή, δεδομένου ότι αυτός δεν διέθετε άλλο μέσο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, ενώ έμεινε για πολύ καιρό απλήρωτος χωρίς ένα βασικό μέσο βιοπορισμού του.

Ότι σε κάθε περίπτωση, η ως άνω ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται ότι η εργοδότρια του πρώτου καθ' ου ήταν αξιόχρεη και φερέγγυα και ότι δεν κινδύνευαν οι απαιτήσεις του, αντίθετα επικαλείται έλλειψη επιχειρηματικού αντικειμένου της κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα λόγω οικονομικής καταστροφής της, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν επρόκειτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του άνω εργαζόμενου ακόμα και εάν αυτές της προσφέρονταν.

Ότι, άλλωστε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αυτή δεν πλήρωνε τις μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές Ι.Κ.Α. του πρώτου καθ' ου, τις οποίες όφειλε να παρακρατεί από το μισθό του και να τις αποδίδει στο άνω ασφαλιστικό του ταμείο, ενόψει και του ότι από 26-10-2007 είχε παύσει τις πληρωμές της, χωρίς να αρκεί για να σχηματίσει το Δικαστήριο αντίθετο συμπέρασμα το προσκομιζόμενο αντίγραφο ατομικού λογαριασμού του (με μη οριστικοποιημένες εγγραφές) για την περίοδο 1ο /2002 έως 3ο /2010) του Υποκαταστήματος … Ι.Κ.Α. … .

Ότι επίσης, δεν αποδεικνύεται από κάποιο κρίσιμο στοιχείο (όπως δελτίο παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών) ο ισχυρισμός της άνω ανακόπτουσας ότι ο πρώτος καθ' ου παρείχε την άνω εργασία του στην καθ' ης η εκτέλεση στα πλαίσια σύμβασης για παροχή από μέρους του ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ότι η συμμετοχή του ως εταίρου στην εταιρία "Λογιστική Διαδικτυακή Συμβουλευτική Μ. Ε.Π.Ε. & ΣΙΑ Ο.Ε." - η οποία, σημειωτέον, δυνάμει του από 19-03-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής και της καθ' ης η εκτέλεση, είχε προβεί σε επαγγελματική μίσθωση του υπό στοιχείο β' άνω ακινήτου - δεν διαφοροποιεί την άνω άποψη του Δικαστηρίου τούτου, ενόψει και του ότι η άνω δραστηριότητα δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ανωτέρω καθ' ου ως μισθωτού υπαλλήλου.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε τους σχετικούς λόγους της δεύτερης ανακοπής (της υπό στοιχείο Α' εκκαλούσας), δεν έσφαλε και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της υπό στοιχείο Α' έφεσης της ανακόπτουσας της δεύτερης ανακοπής πρέπει επίσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 325, 329 και 656 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του καθού η ανακοπή - πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατά συνέπεια, ορθά έκρινε απορριπτέο ως αβάσιμο κατ` ουσία το σχετικό λόγο ανακοπής και αντίστοιχα και το σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε η ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Και τούτο, διότι από τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες, α) οι προαναφερθείσες απαιτήσεις του από την μη καταβολή σε αυτόν δεδουλευμένων αποδοχών ήταν σημαντικές και ανάγονταν σε σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού το πιο πάνω ποσό, ύψους, 16.041,33 ευρώ (3.564,74 ευρώ Χ 4,5 μήνες) αφορούσε συνεχόμενο χρονικό διάστημα μη πληρωμής του καθού διαρκείας 4,5 μηνών (από 01-05-2007 έως 14-09-2007), β) ο καθ’ ού δεν είχε άλλο μέσο βιοπορισμού, ούτε διέθετε άλλο μέσο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, γ) ότι η άνω ανακόπτουσα δεν ισχυρίστηκε ότι η εργοδότρια του πρώτου καθ' ου ήταν αξιόχρεη και φερέγγυα και ότι δεν κινδύνευαν οι απαιτήσεις του, αντίθετα επικαλέστηκε έλλειψη επιχειρηματικού αντικειμένου της κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα λόγω οικονομικής καταστροφής της, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν επρόκειτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του άνω εργαζόμενου ακόμα και εάν αυτές της προσφέρονταν, δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι:

α) δεν υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της εργοδότριας, 2) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, πρόσκαιρη δυσπραγία της και σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτήν περιστάσεις και 3) η επίσχεση εργασίας προξένησε στην εργοδότρια εταιρεία δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία.

Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, τα ως άνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή: 1) η καθής η εκτέλεση εργοδότρια εταιρία, κατά το χρόνο άσκησης της εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου επίσχεσης εργασίας (14-09-2007), δεν βρισκόταν σε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, αλλά είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση, 2) η αδυναμία της αυτή ήταν γενική (έναντι όλων των πιστωτών της) και όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενους, εξ'ου και κηρύχθηκε σε πτώχευση το έτος 2008, με ημερομηνία παύσης πληρωμών τις 26-10-2007, 3) Η στάση του αναιρεσιβλήτου, μέχρι τότε δεν προκάλεσε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην τελευταία, αφού η αδυναμία της αυτή ήταν γενική, ήδη από τις αρχές του έτους 2007, ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Σημειώνεται δε ότι η αναιρεσείουσα είχε την ευχέρεια να προβεί σε διακοπή της υπερημερίας της, είτε καταβάλλοντας τις οφειλές της και καλώντας παράλληλα τον ευρισκόμενο σε επίσχεση εργασίας μισθωτό να επιστρέψει στην εργασία του, είτε, σε κάθε περίπτωση, λύοντας τη σύμβαση εργασίας αυτού με καταγγελία αυτών, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις.

Επομένως, οι συναφείς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Τέλος οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις που αναφέρονται σε αυτούς, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης του στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, α) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των ΣΣΕ 25/2005 και ΔΑ 50/2006 επιδίκασε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων επίδομα ισολογισμού ίσο με ένα συμβατικό μηνιαίο μισθό και συνολικά το ποσό των 4.332,38 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού των ετών 2005 και 2006, ενώ σύμφωνα με τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν ρητά ότι ο εργαζόμενος λογιστής δικαιούται ποσοστό 73% και 75% αντίστοιχα επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού, έπρεπε να του επιδικάσει το συνολικό ποσό των 1.394,39 ευρώ (659,76 + 734,63 ευρώ για τα έτη 2005 και 2006 και β) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ΥΑ του Υπουργείου Οικονομικών και Εργασίας επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ολόκληρο το δώρο Πάσχα έτους 2008 (δηλαδή το ήμισυ του μηνιαίου του μισθού: 3564,74/2 = 1856,64), αντί να του επιδικάσει την αναλογία επί του δώρου Πάσχα 2008 σύμφωνα με το χρονικό διάστημα που του αναγνώρισε ότι ισχύει η επίσχεση εργασίας του (δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 12-3-2008), δηλαδή για χρονικό διάστημα 72 ημερών, η οποία αντιστοιχεί σε αναλογία 9/15 επί του ημίσεως του μηνιαίου συμβατικού του μισθού, δηλαδή σε 1.069,42 ευρώ (1.856,64 Χ 9/15 = 1069,42 ευρώ).

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί με το ως άνω περιεχόμενο (όπως εκτίθενται στο αναιρετήριο) προβλήθηκαν από την ανακόπουσα και ήδη αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε ότι επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της εφέσεως της, είτε υποβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο της ουσίας υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 σε συνδυασμό με 269 ΚΠολΔ, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε σε κάθε περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε ισχυρισμούς με τέτοιο περιεχόμενο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την ανακοπή της (παρά μόνο ότι το κονδύλιο που αφορά το επίδομα ισολογισμού είναι απαράδεκτο, γιατί δεν περιλαμβάνεται στο κρίσιμο διάστημα των δύο ετών πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, το δε επίδομα Πάσχα 2008 ότι δεν το δικαιούται ο καθ’ού, γιατί δεν παρείχε πραγματική εργασία, μετά την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας), ούτε ότι επανέφερε με λόγο της από 21-7-2014 έφεσής της το δεύτερο ισχυρισμό της αναφορικά με το δώρο Πάσχα ποσού 1.856,64 ευρώ που είχε επιδικαστεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ή με τις προτάσεις της κατά τα άρθρα 240, 527 ΚΠολΔ, προς αντίκρουση της έφεσης του πρώτου καθού, τον πρώτο ως άνω ισχυρισμό της, αναφορικά με το επίδομα ισολογισμού, που είχε απορριφθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η απόφασή του είχε προσβληθεί κατά τούτο με σχετικό λόγο έφεσης του καθού.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Επίσης πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι το παράβολο δεν κατατέθηκε ως εκ περισσού στην προκειμένη περίπτωση, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974-979 ΚΠολΔ, η συζήτηση των ένδικων ανακοπών κατά του πίνακα κατάταξης, (η οποία έγινε στις 18-04-2013, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), δεν υπάγεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, αλλά στην τακτική διαδικασία (και τους ειδικούς κανόνες των άρθρων 933 και 937 ΚΠολΔ), αφού οι υπό αμφισβήτηση απαιτήσεις, που αποτελούν αντικείμενο των ένδικων ανακοπών, απορρέουν από συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και διαδοχικές συμβάσεις αγοραπωλησίας αντίστοιχα και υπάγονται στην τακτική διαδικασία (ΑΠ 21/2020, ΑΠ 1410/2007).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-01-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα καθενός εκ των πρώτου αναιρεσιβλήτου και αυτοτελώς υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ