Legislator Case Law & Legislation
467/2018 AI generated

467/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 467/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

467/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, λόγω του ότι η δοθείσα αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση και του μη εμφανισθέντος αναιρεσιβλήτου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσίβλητος (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚπολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 467 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Β. Β., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Εξάρχου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30/8/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 576 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβληθεί, με επισημείωση στο πινάκιο, και κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν ο διάδικος αυτός είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί σ' αυτήν από τον παριστάμενο διάδικο και, μόνο στην περίπτωση που διαπιστώσει τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω προϋποθέσεις, προχωρεί στη συζήτηση χωρίς την κλήτευση (για τη μετ' αναβολή δικάσιμο) του εν λόγω διαδίκου, αφού η δοθείσα αναβολή και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση και του μη εμφανισθέντος ως άνω διαδίκου.

Αν, αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της μίας ή της άλλης από τις παραπάνω προϋποθέσεις ούτε κλήτευση του απόντος διαδίκου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1569/2005, ΑΠ 926/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη 4732/9-11-2016 έκθεση επίδοσης της Ε.

Γ. δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης με έδρα την …, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου την 17-1-2017 ενώπιόν του Β2 τμήματος του Δικαστηρίου τούτου και με πρόσκληση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τελευταίο.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο απόντος του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία όμως ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο αλλ' ούτε και κατάθεσε δήλωση περί μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σε αυτή.

Επομένως, λόγω του ότι η δοθείσα αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση και του μη εμφανισθέντος αναιρεσιβλήτου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσίβλητος (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚπολΔ).

2.- Με την από 30-8-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 39/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 120/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-6-2012 αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.934,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σε αυτή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρομ 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

3- Από τη διάταξη του άρθρου 1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. (Α.Π.2075/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων απασχολείτο επί έξι ημέρες την εβδομάδα και οκτάωρο ημερησίως στην επιχείρησή της, ενώ ήταν ανήλικος και μαθητής του Εσπερινού Γυμνασίου, και σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας το ανώτερο χρονικό όριο εργασίας για τον ανήλικο είναι των 30 ωρών, επιδικάζοντας έτσι σε αυτόν ποσά ανώτερα του χρόνου εργασίας που παρείχε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά πλήττει στην πραγματικότητα την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά;

ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008,ΑΠ 656/1989, Δ 1990.482).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α του (ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων εξέθετε ότι ήταν μόνο αρτεργάτης χωρίς να αναφέρει το είδος της εργασίας που έκανε στην επιχείρηση της εναγομένης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη και συμπλήρωσε το κενό του δικογράφου της αγωγής περιγράφοντας την εργασία του αντιδίκου της ως εξής: "Ο ενάγων απασχολούμενος ως αρτεργάτης, μέχρι την αποχώρησή του από την επιχείρηση της εναγομένης τον Ιούνιο του 2012, εργαζόταν από Δευτέρα μέχρι το Σάββατο, ήτοι έξι ημέρες την εβδομάδα, επί 8ωρη καθημερινή απασχόληση και λάμβανε μέρος στην παρασκευή άρτου και αρτοσυσκευασμάτων, δηλαδή στην προετοιμασία των σκευών, στη ζύμωση, στην εισαγωγή τους στο φούρνο, την εξαγωγή τους από αυτόν και στην τοποθέτησή τους στον προβλεπόμενο χώρο προς πώληση στους πελάτες.

Επίσης καθάριζε τα χρησιμοποιούμενα σκεύη και το χώρο", ήτοι δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα πράγματα που δεν επικαλέστηκε ο ενάγων, ότι δηλαδή ο ενάγων ισχυρίστηκε μεν ότι είναι αρτεργάτης, όμως δεν προσδιόρισε το είδος της εργασίας του και ότι απασχολείτο στη διαδικασία παραγωγής ψωμιού, είναι απαράδεκτος διότι πρόκειται για διευκρινιστικά της αγωγής παριστατικά, που δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

5.- Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη για την εσφαλμένη και παρά το νόμο παραδοχή της ότι δεν υφίσταται ζήτημα παθητικής νομιμοποίησης αυτής (αναιρεσείουσας) ως εναγομένης, μολονότι κατά το χρονικό διάστημα από 8/2008 έως 9/2009 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν εργαζόταν στην επιχείρησή της ώστε να υποχρεούται σε καταβολή των αξιουμένων από αυτή ποσών, αλλά στην ατομική επιχείρηση του Β. Β.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι (αν ήθελε να εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται την από το αριθμό 8 του 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια) το Εφετείο απάντησε και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτού ως αβάσιμο, τα δε λοιπά επικαλούμενα περιστατικά αφορούν την ουσία της υπόθεσης, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

6. Με τον 4° λόγο της αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε αοριστία του δικογράφου της αγωγής, αν και δεν περιγράφεται το είδος της εργασίας και ο χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος, ούτε αναφέρονται οι μικτές αποδοχές του και οι κρατήσεις, και ενώ υπάρχει έλλειψη αναφοράς σε αυτή του ποσοστού του φόρου μισθωτών εργασιών, του παρακρατηθέντος και αποδοθέντος φόρου του ποσοστού συμμετοχής του βοηθού εργάτη στο ημερομίσθιο για τις ασφαλιστικές του εισφορές. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατ' αρχήν ως αόριστος καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. Πέραν αυτού δεν αναφέρει αν η αοριστία της αγωγής προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας εφόσον δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 103/2013).

7.- Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη" , όπως και μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δεν έταξε αποδείξεις σχετικά με το είδος της εργασιακής σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με τον Β. Β. . Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος , διότι πλέον δεν προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης, είναι και αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, καθώς και τις αναφερόμενες στην απόφαση ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων, που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε χωρίς απόδειξη εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή.

8.- Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 349 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. (ΑΠ 43/2017, ΑΠ 137/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον; 6ο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης και με τους 7° και 10° λόγους αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δη: α) την ... -07-2012 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού καταστήματος ΙΚΑ Ξάνθης καθώς και την ... -9-2013 απόφαση της ΤΠΔ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ξάνθης όσον αφορά τα συμπεράσματά τους ως προς το χρόνο έναρξης της σχέσης εργασίας (πρόσληψη) και τη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση του Β.

Β. β) την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα της αναιρεσείουσας. Οι λόγοι αυτοί, που κατά ένα μέρος ταυτίζονται, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπιση της αναιρεσιβαλλόμενης και δη από την αναφορά της στην αρχή της ελάσσονος προτάσεως των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της και που κατά λέξη έχει ως εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, (βλ.

πρακτικά συνεδριάσεως), από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα, που μπορούν να χρησιμεύσουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε ως βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3,339 και 395 ΚΠολΔ), από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, α) από τον ενάγοντα υπ' αρ. …/21-8-2012 και …/28-1-20 14 ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Π.

Χ. ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του, β) από την εναγόμενη εταιρία υπ' αρ. …/ 2-12-2015, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης, ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριό (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" και από την αποδεικτική αξιολόγηση τους σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας όλα τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα διαλαμβανόμενα στους ως άνω λόγους αναίρεσης.

Περαιτέρω ο έκτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας α) περί του ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου κατά τη λήψη των οποίων δεν παραστάθηκε αυτή και παρά το ότι αυτή (αναιρεσείουσα) "τις έχει προσβάλλει ποινικά" όπως κατά λέξη ιστορεί στην αναίρεση και β) ότι δεν έκανε δεκτό το αίτημά της να εξεταστούν οι μάρτυρες ή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στο ακροατήριο στις οποίες επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω λόγο δεν στοιχειοθετούν την επικαλούμενη με το ως άνω σκέλος του έκτου λόγου πλημμέλεια.

9.- Με τους 6°, 7° και 8° λόγους επί πλέον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται αντίστοιχα ότι το Εφετείο εσφαλμένα και παρά το νόμο δεν έκανε αποδεκτή την ένσταση εξόφλησης, ούτε ερεύνησε το αίτημά τους για συμψηφισμό, ούτε έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον η αναιρεσείουσα, δεν αναφέρει αν προτάθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει το περιεχόμενο αυτών, ούτε το τι αναλυτικά δέχθηκε το Δικαστήριο, ούτε βέβαια επικαλείται συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς της, απλώς και πάλι με τους λόγους αυτούς πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου απαραδέκτως.

10 Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1051/2012) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς σχετική παράλειψη (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. με 6°, 7° και 10° λόγους αναίρεσης πλήττεται ακόμη η αναιρεσιβαλλόμενη για την ως άνω πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και δη την με αριθμό πρωτ. ... -7-2012 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ Ξάνθης σύμφωνα με την οποία ο ενάγων απασχολήθηκε στην ατομική επιχείρηση του Β. Β. για το χρονικό διάστημα από 08/2009 έως 10/2011 και την ... 9-2013 απόφαση της ΤΠΔ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ξάνθης, όσον αφορά το χρόνο έναρξης της σχέσης εργασίας του ενάγοντος στην επιχείρηση του Β. Β.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος καθόσον κατ' αρχήν δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη και περαιτέρω δεν αναφέρεται σε αυτήν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε νομότυπα και ότι προσκόμισε στο δικαστήριο τα έγγραφα που ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τον κρίσιμο ισχυρισμό για τον οποίο δεν ελήφθησαν υπόψη ο σχετικές αποδείξεις.

11.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 570/2010, ΑΠ 117/2009, ΑΠ 1124/2008, ΑΠ 89/2008, ΑΠ 372/2008, ΑΠ 553/2008). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ).

Στην προκειμένη περίπτωση με υπό τον αριθμό 8, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2) στο διατακτικό της έχει μία και μόνο διάταξη και ως εκ τούτου δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης (ΑΠ 1022/04) και δη έχει διάταξη απορριπτική της ασκηθείσας εφέσεως, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 120/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία με το διατακτικό της δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο χωρίς καμία αντιφατική διάταξη η οποία άλλωστε και δεν προσδιορίζεται από τον συναφή από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

12.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "αιτιολογίες" στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ). ΑΠ 87/2013.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 8° λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά η αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το εφετείο και η παράθεση του άρθρου του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου. Πρέπει, επομένως, ο λόγος αυτός να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

13.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη .του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 484/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει' από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα της απόρριψης της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή κατά της αναιρεσείουσας, συνεκτιμώντας όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους με επίκληση μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό ... -9-2013 της ΤΠΔ του ΙΚΑ ΕΤΑΜ Ξάνθης. Επομένως και ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση. Να καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός, λόγω της ερημοδικίας που δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-8-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 39/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ