467/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated467/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 467 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 467/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από το δικόγραφο της από 16-9-2014 αιτήσεώς του για αναίρεση της 3174/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον 5ο των αναιρεσιβλήτων, Ε. Γ. του Ι..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Γ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Μ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Ε. Θ. του Ν., κατοίκου ... και 5) Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο, ενώ ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2010 αγωγή του ήδη 5ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-11-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 900/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3174/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της από 16-9-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. …2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3174/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτης ως προς τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (Ε. Γ.) και β) την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων της ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως που να κηρύσσει την κατάργησή της, εκτός εάν ο αντίδικος του παραιτουμένου, του οποίου δεν είναι απαραίτητη η κλήτευση στην σχετική δίκη εμμένει, για οποιοδήποτε λόγο, στην έκδοσή της, οπότε το δικαστήριο θα χωρήσει στην δημοσίευση αυτής με διατακτικό της δικονομικές συνέπειες της παραιτήσεως( ΑΠ 382/2016, ΑΠ 378/2016, ΑΠ 1377/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Ιωάννης Παντελίδης, ενεργών δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../24.12.2014 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Λ. - Γ., διατύπωσε την δήλωση, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι το τελευταίο παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης από 16.9.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... 2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3174/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Ε. Γ., ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, λόγω της προαναφερομένης παραιτήσεως, για την εγκυρότητα της οποίας δεν είναι, κατά τα σχετικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαραίτητη η, μη αποδεικνυόμενη άλλωστε, κλήτευση του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς αυτόν (πέμπτο αναιρεσίβλητο).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 "δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρο 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος, ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου".
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/ 1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1).
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της υπ’ αριθ.../5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνη" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ’ όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 2496/ 1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από την φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζομένης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον Κ.Ο.Κ., αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.
Όμως προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής, σε βάρος του λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 Α.Κ.). Επομένως ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν προξένησε το ατύχημα, δικαιούται όμως να στραφεί αναγωγικά κατά του εν μέθη τελούντος οδηγού, ως προς τον οποίο δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παραβάσεως του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 991/2011, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, σχετικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Χ. Π., κυρίας του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των παρεμπιπτόντως εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ.
Θ., Μ. Θ. και Ε. Θ., αντίστοιχα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ε. Θ., με την οποία αυτό, επικαλούμενο ότι ο ανωτέρω οδηγός του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... A.A.E." (της οποίας αυτό - αναιρεσείον - τυγχάνει διάδοχος) ζημιογόνου αυτοκινήτου Ε.
Θ., κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με συνέπεια να συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ευθύνης του, λόγω παραβάσεως συνομολογημένου όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, η μεν πρώτη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον, ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος, οι δε λοιποί ευθυνόμενοι κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος έκαστος (1/3), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος οδηγού, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής τους, μέχρις εξοφλήσεως, δέχθηκε τα εξής: "...
Επίσης αποδείχθηκε, ότι ο υπαίτιος οδηγός κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,48 gr/Ι αίματος και δεδομένων των συνθηκών του ατυχήματος, συνάγεται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εν λόγω λόγου εξαιρέσεως από την ευθύνη του ασφαλιστή. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη κυρία του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου - Χ. Γ. και οι λοιποί παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, οι οποίοι υπεισήλθον στη θέση του υπαιτίου οδηγού, λόγω θανάτου του, επισυμβάντος κατά το ένδικο ατύχημα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γνώριζαν ότι ο θανών, συνεπεία προηγούμενης αναλώσεως οινοπνεύματος, δεν ήταν ικανός για ασφαλή οδήγηση.
Συνακόλουθα, παρ’ ότι είχε συνομολογηθεί μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ήδη παρεμπιπτόντως ενάγον - Ε.Κ. και της παρεμπιπτόντως εναγομένης - Χ. Γ. στην υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστική σύμβαση ο όρος ότι εξαιρούνται της ασφάλισης ζημίες που προκαλούνται καθ’ ον χρόνο ο οδηγός ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έτσι ο αποκλεισμός της ευθύνης της αποτέλεσε περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως ασφαλίσεως, οπότε η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου ή των κληρονόμων του, δεν ενέχονται οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι έναντι του παρεμπιπτόντως ενάγοντος - Ε.Κ. - και κατά συνέπεια, η παρεμπίπτουσα αγωγή του Ε.Κ.
είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη...". Και υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την δι’ αυτής πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, κυρία του ζημιογόνου οχήματος, δεχόμενο ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση απαλλαγής του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι της ασφαλισμένης αυτής, λόγω ελλείψεως υπαιτιότητάς της για την παράβαση του αντίστοιχου ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του αποβιώσαντος υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (σημειουμένου ενταύθα ότι από την εσφαλμένη αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση του επωνύμου της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης "Γ.", αντί του ορθού "Π." ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί του προσώπου αυτής).
Κρίνοντας έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το αναιρεσείον, λόγω της ελλείψεως υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για το γεγονός ότι κατά τον χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν διατηρεί ποσώς αναγωγικό δικαίωμα κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, κυρίας του ζημιογόνου οχήματος, για τα ποσά που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1517/2006).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως εκτιμάται, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για τον λόγο ότι παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κυρίως την διάταξη του άρθρου 4 του ν.
ΓΠΝ/1911, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτοντας όμως το Εφετείο την παρεμπίπτουσα αγωγή και ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη παρεμπιπτόντως εναγομένους, οι οποίοι ενήχθησαν ως αδιαθέτου κληρονόμοι του υπαιτίου οδηγού και ως υποκατασταθέντες στις υποχρεώσεις του τελευταίου, λόγω του, κατά το ένδικο ατύχημα, θανάτου του και για τον οποίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ουδεμία αμφιβολία γεννάται ως προς την διάπραξη της παραβάσεως του προαναφερθέντος ασφαλιστικού βάρους (αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, το ποσοστό του οποίου ανήρχετο σε 1,48 gr/Ι αίματος, προσέτι δε συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του ατυχήματος), συνακολούθως δε η εκ μέρους τούτου σχετική γνώση βαρύνει αμαχήτως και καλύπτει πλήρως τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, παραβίασε ευθέως τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού που αφορά στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη παρεμπιπτόντως εναγομένους, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των τρίτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών που αφορούν στους παραπάνω δεύτερη, τρίτο και τέταρτη παρεμπιπτόντως εναγομένους, οι οποίοι (αναιρετικοί λόγοι) αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να γίνει δεκτή αυτή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά στην απόρριψη της από 11.11.2010 με γενικό αριθμό καταθέσεως .../2010 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου .../2010 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Γ.
Θ., Μ. Θ. και Ε. Θ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να καταδικαστεί στην εις το διατακτικό ανάλογη δικαστική δαπάνη αυτής, που νίκησε και είχε κοινή παράσταση με τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας.
Επίσης οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην ανάλογη δικαστική δαπάνη του καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσείοντος, το οποίο υποβλήθηκε μεν σε ολόκληρη την δικαστική δαπάνη, η οποία όμως κατά το ένα μέρος της αντιστοιχούσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία ηττήθηκε (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, λόγω της μερικής νίκης του (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 16.9.2014 αίτηση του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" για αναίρεση της 3174/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, Ε. Γ..
Αναιρεί την 3174/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά στην απόρριψη της από 11.11.2010 με γενικό αριθμό καταθέσεως .../2010 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου .../2010 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Γ. Θ., Μ. Θ. και Ε. Θ..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στην ανάλογη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Απορρίπτει την ως άνω από 16.9.2014 αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, Χ. Π..
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην ανάλογη δικαστική δαπάνη της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης εκ χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ