467/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Legislator headnote
AI generated467/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Full text
Απόφαση 467 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α., 2) έως και 135) Ε. Ψ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 18ου αναιρεσείοντος Δ. Γ. που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 18ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Γ. απεβίωσε στις 7-3-2009 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Λ. Κ. του Δ. και Ν. Γ. του Δ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) το επώνυμο της 75ης των αναιρεσιβλήτων είναι Α. Μ. (πρώην Μ. Μ.).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Δ. Γ. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 369/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-10-2012 αιτήσεως για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 369/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αρχικά 18ος ενάγων, Γ. Δ., απεβίωσε στις 7-3-2009, δηλ. πριν την έκδοση (23-3-2009) της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός του. Ο τελευταίος κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Κ. Λ. και το τέκνο του Γ. Ν. μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (βλ.
το με αρ. πρωτ. 60370/23-9-2009 πιστοποιητικό του Ληξιαρχείου Αθηνών). Από την αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 62 και 73 ΚΠολΔ) των στοιχείων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης γνώριζε το θάνατο του ως άνω αρχικού διαδίκου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, όσον αφορά τον Γ.
Δ., είναι έγκυρη και ισχυρή, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής, με τους πιο πάνω αναφερόμενους κληρονόμους του, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, υπεισήλθαν στη θέση του θανόντος. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2 και 104 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε, εφόσον πρόκειται για διαφορές που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 677 ΚΠολΔ και με ιδιωτικό έγγραφο.
Η έλλειψη πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους αντιδίκους του, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για την συζήτηση δε επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως η 131η αναιρεσίβλητη, Φ. Α., παραστάθηκε δια του δικηγόρου Σωτηρακόπουλου Νικόλαου, ο οποίος όμως δεν προσκόμισε συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό έγγραφο, περί παροχής πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεώς της και τη μη προσήκουσα εμφάνισή της.
Από κανένα, όμως αποδεικτικό στοιχείο, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Σύμφωνα λοιπόν, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει: 1) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για την απολιπομένη αναιρεσίβλητη αυτή και 2) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσίβλητους. 3.
Από τα άρθρα 552 και 553 § 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσιδίκων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ιδίου Κώδικα περιοριστικώς λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 § 2 αυτού, κατά το οποίον είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, (στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η παραγραφή των κατά των ΟΤΑ απαιτήσεων των εργαζομένων, έστω και αν η παραγραφή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως), προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επιδίκου απαιτήσεως, είτε αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είτε προϋπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας διότι ο Άρειος Πάγος δικάζει όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων περί των οποίων δεν κλήθηκε να κρίνει τούτο.
Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά τον οποίο η ένδικη αξίωση των αναιρεσίβλητων παραγράφηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 90 Ν. 2362/1995, διότι, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι να καταστεί αυτή τελεσίδικη (με την παρέλευση τριετίας από την έκδοσή της), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, προεχόντως, ο ισχυρισμός αυτός και αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε γεγονότα επιγενόμενα της έκδοσης προσβαλλόμενης απόφασης. 4.
Κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή μέχρι να εκδοθεί από τη διοικητικά αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους), οι οποίοι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) και ότι για την επιδίκαση σ' αυτούς της εν λόγω παροχής, η οποία διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/ 2003, μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003, δεν απαιτείται άλλη προϋπόθεση πλην της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/ 2003).
Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Ειρηνοδικείο Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες την παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 1 του Ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα μετά την κατάταξή τους (Οκτώβριος 2006) και μέχρι τις 30-4-2007. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, του Ν. 2738/1999, 14 του Ν. 3016/2002, 13 του Ν. 2470/1997, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003.
Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος), της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου του Ν. 3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με τις υπ' αρ. 2233/2013, 1318/2013, 1320/2013, 16/2014, 140/2014 αποφάσεις του Β1' Τμήματος, για την πρώτη των οποίων έχει ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση η 10η Απριλίου 2014.
Κατά συνέπεια, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, Φ. Α.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, για την αναιρεσίβλητη Φ. Α.
Απορρίπτει, ως απαράδεκτο τον 1ο λόγο της κρινόμενης αίτησης.
Αναβάλλει, την έκδοση αποφάσεως, όσον αφορά τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά της 369/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ