467/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 467 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 467 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 467/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Δ., 2) Ά. Π. του Ι. και 3) Κ. Χ. του Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΟΤΑ - ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ - ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" (πρώην ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ), που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βιτάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Ε. Π. του Κ., η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41 ΕΙΔ/ΠΙΝ/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 705/11943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους. Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό. Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, με τη μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου. Τέλος, σύμφωνα με το αρθρ. 3 περ. γ' του ΠΔ 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 § 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις όπως εκάστοτε ισχύουν ...". Κατά το άρθρ. 51 § 1 περ. β` του Ν. 1882/1990 στον δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ, όπως οι ΟΤΑ Α` και Β` βαθμού, οι οποίοι σύμφωνα και με το άρθρ. 14 § 2 του Ν. 2190/1994 όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, με τις οποίες ρυθμίζεται, εκτός άλλων, η πρόσληψη προσωπικού από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής οι αναιρεσείοντες εκθέτουν σ' αυτήν ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τους προσέλαβε με συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο νεοσύστατο κέντρο Εξυπηρέτησης Πολίτη (Κ.Ε.Π.) του Δήμου Ερμούπολης. Ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους καθημερινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή με πλήρες ωράριο εργασίας, ο καθένας δε από αυτούς υπέγραψε συνολικά τέσσερις συμβάσεις έργου για το χρονικό διάστημα από 19-8-2002 έως 18-2-2004 η πρώτη, από 19-2-2004 έως 18-8-2004 η δεύτερη, από 19-8-2004 έως 18-2-2005 η τρίτη και από 19-2-2005 έως 18-8-2005 η τέταρτη. Ότι καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων αυτών, εργάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο Δήμο, απασχολούμενοι με την ενημέρωση και πληροφόρηση των πολιτών για τις ενέργειες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων και με την αρωγή των τελευταίων στην έκδοση ληξιαρχικών πράξεων, διαβατηρίων, πιστοποιητικών, επιδομάτων, εκκαθαριστικών κ.λπ. Ότι οι συμβάσεις εργασίας τους κατ' επίφαση μόνο χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, αφού στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεδομένου ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους όπως ακριβώς το μόνιμο προσωπικό και τελούσαν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, η ορισμένη δε διάρκεια των συμβάσεων εργασίας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που ανελλιπώς παρείχαν από 19-8-2002 χωρίς διακοπή, ούτε από τις συνθήκες εργασίας των ΚΕΠ, όπως αυτές προαναφέρθηκαν. Ο χαρακτηρισμός τους δε ως συμβάσεων έργου έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τον αναιρεσίβλητο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την υπ' αριθμ. 41/2006 απόφαση του έκρινε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος του ν. 2112/1920 και την 1999/70/ΕΚ οδηγία του Συμβουλίου της 28.6.1999 δεν είναι νόμιμη, η επικαλούμενη δε μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου ουδέποτε συντελέστηκε, αφού κάτι τέτοιο είναι νομικά αδύνατο ως απαγορευμένο από τις άνω διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού μόνο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Επίσης δεν συντρέχουν στην ίδια υπόθεση οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των εναγόντων στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, αφού υπήρξε διακοπή μεταξύ των συμβάσεών τους μεγαλύτερη των τριών μηνών. Μετά ταύτα, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση δεχόμενο κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο πρώτος αναιρεσίβλητος, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και του ΠΔ 180/2004, αφού η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι νόμιμη στηριζόμενη στις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο πραγματικό των οποίων εμπίπτουν και οι εν λόγω συμβάσεις, παρότι η ένδικη αγωγή δεν περιέχει βάση ερειδομένη στις διατάξεις των διαταγμάτων αυτών, αλλά στηρίζεται σε άλλη μη νόμιμη βάση, περιείχε όμως με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διαταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 προκειμένου να χαρακτηριστούν εφεξής ως συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αιγαίου) αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων μειωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 281 του Ν. 3463/2006 και 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 284/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ