Legislator Case Law & Legislation
467/2010 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for failure to consider medical certificate proving testator's mental capacity.

Case Number 467/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court ignored a medical certificate proving the testator was lucid and capable of making a will, despite suffering from cancer and pain medication. The court found the appellate judgment failed to explicitly address this evidence, violating the duty to consider all relevant proof affecting the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider all evidence presented by the parties without exception, and a failure to address specific evidence that could influence the judgment constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure medical certificate testamentary capacity appellate review evidence consideration mental state will validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11g of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated
163/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2023 αίτησή της.
1801/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
902/2018
Supreme Court allows appeal against lower court's calculation of inheritance shares due to violation of substantive law on fraudulent gifts.
22/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
1802/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 467 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 467/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Θωμαϊδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3954/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6788/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 19-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ'του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το 240/9-6-2003 πιστοποιητικό εξέτασης του Κέντρου Υγείας ... που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας των διαδίκων αδελφών Ζ, κάτοικος, όσο ζούσε, ..., που πέθανε στις 29.5.2000 στα ..., έπασχε από στεφανιαία νόσο, καθώς και καρκίνο του προστάτου, ο οποίος είχε κάνει μετάσταση στα οστά.

Ο ανωτέρω, προκειμένου να εξασφαλίσει τα ανωτέρω τέκνα του, με τις συμβουλές της συζύγου του Θ, μετά της οποίας ζούσε αρμονικά, είχε καταθέσει στη συμβολαιογράφο Μεγάρων Παρασκευή Ορφανού Καστάνη τις από 3.7.1999 και 8.8.1999 δύο (2) ιδιόγραφες διαθήκες του, (η δεύτερη είναι συμπληρωματική της πρώτης και περιλαμβάνει ένα ακίνητο, που ο διαθέτης είχε ξεχάσει να αναφέρει στην πρώτη διαθήκη) οι οποίες δημοσιεύτηκαν νομίμως, με τα πρακτικά με αριθμούς 4645 και 4646 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίασή του της 13.10.2000.

Με τις, πιο πάνω, διαθήκες, ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους του, τον ενάγοντα και τον αντίδικο αδελφό του (εναγόμενο), στην ακίνητη περιουσία του κατά ψιλή κυριότητα, κατά δε την επικαρπία την ανωτέρω μητέρα τους και σύζυγό του Θ και προσδιόρισε επακριβώς τα ακίνητα, που θα περιήρχοντο στους άνω κληρονόμους γιούς του, πάντα δε τα ανωτέρω, προς αποφυγή ερίδων και διαπληκτισμών μεταξύ των άνω αδελφών - διαδίκων, προς πληρεστέρα δε εξασφάλιση των συμφερόντων των διαδίκων μερών ο ανωτέρω Ζ, είχε καταθέσει τις δύο πιο πάνω διαθήκες του στη συμβολαιογράφο Μεγάρων Παρασκευή Ορφανού Καστάνη.

Εκτός από τις πιο πάνω δύο (2) διαθήκες του, ο ανωτέρω αποβιώσας φέρεται ότι κατέλειπε και μία τρίτη διαθήκη, (από 5.12.1999 ιδιόγραφη και επίμαχη), η οποία δημοσιεύθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος - εναγομένου, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, νομίμως και κηρύχθηκε κυρία, κατά τη συνεδρίαση της 27.10.2000. Η τρίτη ανωτέρω διαθήκη (επίμαχη), περιήλθε σε γνώση του ενάγοντα, ως ακολούθως:

Ένδεκα (11) ημέρες μετά το θάνατο του παραπάνω αποβιώσαντα, τηλεφώνησε στην οικία του και τη μητέρα του η δικηγόρος Μαρία Χατζόγλου, η οποία συνομίλησε με την άνω μητέρα των διαδίκων Θ και της είπε ότι έχει στα χέρια της μία διαθήκη του συζύγου της Ζ, της ζήτησε δε να μεταβεί στο δικηγορικό της γραφείο, με 80.000 δρχ.

προκειμένου να προβεί σε δημοσίευση της διαθήκης αυτής. Στο γραφείο της άνω δικηγόρου, όπου ο ενάγων μετέβη μαζί με τη νύφη του Ξ και τη μητέρα του Θ, αυτός (ο ενάγων) πληροφορήθηκε ότι την ανωτέρω διαθήκη την πήρε η ίδια η δικηγόρος από τον αποβιώσαντα διαθέτη, όταν βρισκόταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, πράγμα όμως το οποίο δεν ήταν αληθές και το οποίο αμφισβήτησαν αμέσως, τόσο η μητέρα των διαδίκων, όσο και ο ενάγων και η ανωτέρω νύφη του Ξ, μάλιστα χαρακτηριστικά η ανωτέρω μητέρα των διαδίκων Θ, είπε προς την άνω δικηγόρο ότι αν ο σύζυγός της είχε γράψει και άλλη διαθήκη, η πρώτη που θα το εγνώριζε θα ήταν η ίδια "καθόσο στη ζωή ήταν αχώριστοι και δεν έκανε τίποτε ο ένας, χωρίς τη γνώμη του άλλου", όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην πιο πάνω με αριθμ. 2006/2001 ένορκη βεβαίωση της μητρός των διαδίκων Θ.

Στη συνέχεια και μετά από μερικές ημέρες (Μεγάλη Τρίτη του 2001), η ανωτέρω δικηγόρος Χατζόγλου ζήτησε συγγνώμη από την ανωτέρω μητέρα των διαδίκων και της αποκάλυψε, ότι η αλήθεια είναι ότι η διαθήκη αυτή, (επίμαχη), γράφτηκε στο νοσοκομείο και μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 έως 29.12.1999, όταν ο ανωτέρω διαθέτης νοσηλευόταν στο ...

Νοσοκομείο και Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο ..., αντιστοίχως, όπως αναφέρεται πιο κάτω και ότι έφθασε στα χέρια του δικηγόρου Χλωρού από τον εναγόμενο και τη σύζυγό του ..., πρόσθετα δε, ότι, ο παραπάνω δικηγόρος Χλωρός, καθώς και η ίδια η Μαρία Χατζόγλου, αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν την ανωτέρω διαθήκη, προς αποφυγή ερίδων και διαπληκτισμών, μεταξύ των διαδίκων αδελφών.

Εν τέλει η επίμαχη διαθήκη δημοσιεύθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών κ. Μαρκέλλα Ασπρούλη και κηρύχθηκε κυρία, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1951/27.10.2000 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω, τόσο ο ενάγων, όσο και κυρίως η ανωτέρω μητέρα των διαδίκων Θ, αμφισβήτησαν εντόνως την εγκυρότητα της, επίμαχης, πιο πάνω, διαθήκης και αρνήθηκαν να τη δημοσιεύσουν.

Από τα παραπάνω, αποδεικνύεται, αναμφισβητήτως, ότι η προσβαλλόμενη, από 5.12.1999 ιδιόγραφη διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος Ζ, γράφτηκε σε χρόνο, όσο ο άνω αποβιώσας νοσηλευόταν στα ανωτέρω νοσοκομεία (ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 μέχρι 29.12.1999). Εξάλλου, από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα αντίγραφα του βιβλιαρίου υγείας του ανωτέρω αποβιώσαντος και πατέρα των διαδίκων, απεδείχθη και η ασθένεια αυτού, ότι δηλαδή αυτός έπασχε από στεφανιαία νόσο, ταχυαρρυθμία και καρκίνο του προστάτου, μεταστατικό στα οστά.

Από τα προσκομιζόμενα, μετ' επικλήσεως, με αριθμ. πρωτ. 118/Φ206/2.1.2002 και 24434/Φ206/2.1.2003, πιστοποιητικά του ... Νοσοκομείου ..., προκύπτει επίσης η ασθένεια του ανωτέρω αποβιώσαντος, καθώς και οι συνεχείς νοσηλείες του, σε διάφορα νοσοκομεία. Ειδικότερα, ο ανωτέρω αποβιώσας, πατέρας των διαδίκων, στις 15.12.1999 εισήχθη στο ...

Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε επί οκτώ (8) ημέρες και στη συνέχεια διακομίσθηκε, χωρίς βελτίωση, στο Γενικό Κρατικό ... για στεφανιογραφία. Στις 29-30.12.1999, ο ανωτέρω αποβιώσας, επέστρεψε στο σπίτι, αλλά το απόγευμα της ίδιας ημέρας διακομίσθηκε και πάλι στο ... Νοσοκομείο, για πέντε (5) ημέρες με οξύ πνευμονικό οίδημα, κατά το ανωτέρω δε χρονικό διάστημα ο άνω βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση, στην οποία βρέθηκε σε όλη τη διάρκεια της ασθενείας του.

Όπως προαναφέρθηκε, ο παραπάνω αποβιώσας Ζ, πατέρας των διαδίκων, έπασχε από στεφανιαία νόσο, ταχυαρρυθμία και καρκίνο του προστάτου, μεταστατικό στα οστά. Αφότου διαγνώσθηκε η μετάσταση του καρκίνου στα οστά του σώματός του, υπέφερε από αβάστακτους πόνους. Για την ανακούφισή του από τους πόνους, έπαιρνε, κατά σύσταση των ιατρών του, ισχυρά αναλγητικά, μεταξύ των οποίων τα, ...

και ..., τα οποία χαρακτηρίζονται ως οπιοειδή αναλγητικά. Ιδιαίτερα το φάρμακο ..., μπορεί να προκαλέσει σε μεγάλες δόσεις μεταξύ άλλων επιβράδυνση της αναπνοής, ναυτία, εμετό, χαμηλή αρτηριακή πίεση, υπνηλία, ταραχές, ψευδαισθήσεις, ευφορία, σωματολογική και ψυχολογική εξάρτηση. Το, πιο πάνω, φάρμακο, με τη μορφή αυτοκόλλητων ταινιών, περιέχον την ουσία φαιντανύλη έχει τις παρενέργειες της μορφίνης, που παραπάνω αναφέρθηκαν.

Από τα, πιο πάνω, έγγραφα, αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι τα, αμέσως πιο πάνω αναλγητικά και ισχυρά οπιούχα φάρμακα (... και ...), λαμβανόμενα σε μεγάλες δόσεις, προς ανακούφιση του ανωτέρω Ζ, από τους ισχυρούς πόνους του καρκινικού προστάτου, μεταστατικού στα οστά του πάσχοντος, επέδρασαν πράγματι στη νοητική διαύγειά του ανωτέρω αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων, τον περιήγαγαν σε κατάσταση, ώστε να έχει ελαττωμένη βούληση, να μην έχει συνείδηση των πραττομένων και να τον κάνουν ευάλωτο και ανήμπορο να αρνηθεί και να αντιδράσει στις πιέσεις των συγγενών του και, κυρίως, ως ακολουθεί της θυγατρός του ...

και του εναγομένου. Στο σημείο αυτό και προς ενίσχυση των ισχυρισμών του ενάγοντος εν σχέσει με την ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης θα πρέπει να ειπωθούν και τα πιο κάτω ουσιώδη: α) Ως προς τη γενική εμφάνιση του συνολικού κειμένου της (επίμαχης και προσβαλλομένης διαθήκης), η ανωτέρω εξετασθείσα μάρτυς Ξ, νύφη του ενάγοντος, η οποία εγνώριζε πολύ καλά, τόσο το γραφικό χαρακτήρα του ανωτέρω Ζ, (πενθερού της), όσο και τον τρόπο, με τον οποίο αυτός έγραψε, κατέθεσε, ότι το κείμενο της προσβαλλόμενης διαθήκης "την ξένισε", όταν είδε για πρώτη φορά, καθόσον αυτό ήταν γραμμένο σε σειρές, που δεν ήταν ίσιες, ήταν γραμμένο σε λευκή κόλλα, ενώ αντίθετα ο ανωτέρω αποβιώσας έγραφε πάντοτε σε κόλλες με γραμμές, (βλ.

τις προηγούμενες διαθήκες του και το τελευταίο γραπτό του κείμενο) και η υπογραφή του δεν ήταν η ίδια, με τις, προηγούμενες, διαθήκες του ανωτέρω, τις οποίες αυτός, (ανωτέρω διαθέτης), είχε καταθέσει μάλιστα και σε συμβ/φο, όπως προειπώθηκε, πράγμα, που δεν συνέβη και με την, επίμαχη, διαθήκη, καθώς επίσης και ότι ο ανωτέρω αποβιώσας δεν συνήθιζε να υπογραμμίζει στα κείμενά του και β) Ότι, τα παραπάνω ισχυρά αναλγητικά φάρμακα ...

και ..., άρχισαν να χορηγούνται στον ανωτέρω Ζ, μετά τη διαπίστωση του καρκίνου και τη μετάστασή του στα οστά. Επομένως, από τα, αμέσως προηγηθέντα, αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται, ότι κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 1999, που ο ανωτέρω αποβιώσας, πατέρας των διαδίκων, βρισκόταν στα πιο πάνω Νοσοκομεία στη χειρότερη σωματική και πνευματική κατάσταση, από ποτέ άλλοτε, ελάμβανε τα, παραπάνω ισχυρά αναλγητικά σε μεγάλες δόσεις και με μεγάλη συχνότητα με αποτέλεσμα αυτά να του έχουν δημιουργήσει τις, στην προηγούμενη σκέψη, επιζήμιες παρενέργειες στον οργανισμό του, καθώς και την εν γένει πνευματική του κατάσταση, συνεπεία δε της παραπάνω νοσηρής καταστάσεώς του, ο ανωτέρω αποβιώσας δεν ήταν σε θέση να συντάξει αυτοβούλως διαθήκη, αλλ' ούτε είχε και το σθένος να αρνηθεί και να αντιδράσει με αποτέλεσμα να υποβληθεί στη σύνταξη της προσβαλλόμενης, επίμαχης, διαθήκης, όπως ειδικότερα παρακάτω αναφέρεται.

Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του ανωτέρω πατέρα των διαδίκων, η ανωτέρω σύζυγος του Θ ήταν διαρκώς δίπλα του και εφρόντιζε αυτόν, μεριμνούσα για την συντήρηση και υγιεινή διατροφή του, πλην μιας ή δυο ημερών, (χρονικό διάστημα από 15-12-99 μέχρι 29-12-1999), που η θυγατέρα του αποθανόντος και της ανωτέρω συζύγου του ...., τεχνηέντως απομάκρυνε αυτήν (σύζυγο του αποβιώσαντος) "για να κάνει μπάνιο και να ξεκουραστεί", η δε ανωτέρω Θ απεμακρύνθη και ακολούθησε τον άνδρα της, παραπάνω, ....

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η, επίμαχη διαθήκη γράφτηκε όσο αυτός, (παραπάνω διαθέτης), νοσηλευόταν στα ανωτέρω νοσοκομεία και, μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-12-99 μέχρι 29-12-1999 και, μάλιστα, στο ανωτέρω χρονικό διάστημα απουσίας της συζύγου του. Τέθηκε δε προγενέστερη ημερομηνία στην προειπωθείσα επίμαχη διαθήκη (5-12-99), προκειμένου να μη φανεί ότι η τελευταία γράφτηκε, όταν ο αποβιώσας ήταν όπως προειπώθηκε σε άσχημη σωματική και ψυχολογική κατάσταση, καθ' υπόδειξη της κόρης του ..., η οποία ήταν σε συνεννόηση με τον εναγόμενο.

Στην κατάσταση, στην οποία, σύμφωνα με τα προαναπτυχθέντα, βρισκόταν ο ανωτέρω αποβιώσας, ο οποίος, νοσηλευόταν στο Ιατρείο του Πόνου, όχι για να ανακουφισθεί από τους πόνους της στηθάγχης, όπως ο εκκαλών αβασίμως διατείνεται, αλλ' από τους πόνους, που προκαλεί ο μεταστατικός καρκίνος (και μάλιστα στα οστά), που είναι πολύ ισχυρότεροι και αβάσταχτοι και λόγω των μεγάλων ποσοτήτων των ισχυρών οπιούχων αναλγητικών φαρμάκων ...

και ..., που αυτός παραπάνω ελάμβανε, είχε ελαττωμένη βούληση, δεν είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να συντάξει εγκύρως διαθήκη. Ναι μεν, είναι αληθές ότι κατ' αρχήν, ψευδής ή εσφαλμένη ημερομηνία, δεν επιφέρει αφεαυτής ακυρότητα της διαθήκης, όταν όμως η ψευδής ημερομηνία γράφτηκε με σκοπό να καλύψει ανικανότητα του διαθέτου, όπως συμβαίνει, εν προκειμένω, η διαθήκη είναι άκυρη και δεν παράγει ουδέν έννομο αποτέλεσμα.

Ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αγωγής, με την έφεση και τις προτάσεις του διατείνεται, ότι ο ανωτέρω αποβιώσας Ζ, παρόλη την, παραπάνω, συχνή λήψη αναλγητικών φαρμάκων και δη των ανωτέρω ισχυρών αναλγητικών ... και ..., βρισκόταν σε καλή κατάσταση και μάλιστα, σε εγρήγορση και είχε καλή επικοινωνία με το περιβάλλον, επικαλείται μάλιστα περί του γεγονότος αυτού και την μαρτυρία του ..., Επιμελητού της Καρδιολογικής Κλινικής του ...

Νοσοκομείου. Ο ανωτέρω αποβιώσας έπαιρνε ισχυρά αναλγητικά φάρμακα σε μεγάλες δόσεις, (1 κουτί ... των 100 mgr σε 3 ημέρες, καθώς και άλλα οπιούχα αναλγητικά, όπως το ...), πλην όμως καίτοι ελάμβανε τα ανωτέρω αναλγητικά (ισχυρά και σε σοβαρές δόσεις), εν τούτοις "είχε διαύγεια στο νου, ήταν σε εγρήγορση και είχε καλή επαφή με το περιβάλλον".

Καίτοι όμως καταθέτει ως ανωτέρω, αποφεύγει επιμελώς ν' απαντήσει στα ερωτήματα της πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και, ιδιαίτερα, τόσο σε εκείνο του τι παρενέργειες δημιουργούν στον ασθενή τα ανωτέρω ισχυρά αναλγητικά ... και ... σε μεγάλες δόσεις, όσο και σε εκείνο αν τα οπιούχα ανωτέρω αναλγητικά, σε συνδυασμό με την οξυγονοθεραπεία, που ο ανωτέρω αποβιώσας ακολουθούσε, ήταν δυνατόν να επιφέρουν τις, στην προηγούμενη σκέψη, παρενέργειες, (ήτοι παρενέργειες της μορφίνης, δηλονότι αναπνευστική καταστολή ή πλήρη άπνοια, αύξηση πίεσης και δη ενδοκρανιακής, ορθοστατική υπόταση και βραδυκαρδία, ζάλη και σωματική και ψυχολογική εξάρτηση).

Όμως η πιο πάνω κατάθεση του μάρτυρος αυτού, δεν κρίνεται αντικειμενική ερχόμενη σε αντίθεση με τα αμέσως προαναφερθέντα, αποδεικτικά στοιχεία και δη με τα από τον ενάγοντα ανωτέρω προσκομισθέντα έγγραφα και ιδιαίτερα, από την ανωτέρω προσκομισθείσα ένδειξη παρενεργειών του φαρμάκου ..., (συνταγή φαρμάκου), το προσκομιζόμενο μετ' επίκληση βιβλιάριο υγείας του ανωτέρω Ζ, καθόσον και από το Εθνικό Συνταγολόγιο Ε.Ο.Φ.

δηλονότι δημοσίων εγγράφων εχόντων με την ίδια παραπάνω αποδεικτική δύναμη με τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο, κατ' άρθρ. 438, 440 και 441 Κ.Πολ.Δικ., πλην όμως αντικρουόντων τις απόψεις του τελευταίου. [βλ. σχετ. σελ. 36, 44, 52, 53 βιβλιαρίου υγείας και σελ. 238, 636, βιβλίου Ε.Ο.Φ. από τα οποία αποδεικνύονται τα αντίθετα. (βλ.

σε συνδυασμό και κατάθεση μάρτυρος ενάγοντος Ξ μη αναιρουμένην από αντίθετη μάρτυρος εναγομένου, ούτε και από άλλα αποδεικτικά μέσα σε συνδ. με τις ανωτέρω υπ' αριθμ. 73/2003 και 2066/2001 ένορκες βεβαιώσεις της Θ, της τελευταίας λαμβανομένης, προς έμμεση απόδειξη). Αντικρούεται επίσης η, πιο πάνω, κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ...

και από την, μετ' επικλήσεως νομίμως προσαγόμενη ιατρική βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ..., ο οποίος παρακολουθούσε, ως οικογενειακός ιατρός του ανωτέρω Ζ, στην οποία αναφέρεται η καρδιολογική πάθηση του ανωτέρω αποβιώσαντος - πατρός των διαδίκων, η διάγνωση του καρκίνου στα οστά, με μετάσταση, η θέση αυτού σε οξυγονοθεραπεία, καθώς και το γεγονός ότι τα οπιούχα αναλγητικά, που έπαιρνε ο άνω αποβιώσας σε συνδυασμό με την οξυγονοθεραπεία, ήταν δυνατόν να επιφέρουν και πράγματι επέφεραν τις παρενέργειες που επιφέρουν τα οπιούχα αναλγητικά και αναφέρονται στο, παραπάνω, επίσημο συνταγολόγιο του Ε.Ο.Φ.

Ως προς την άλλη ιατρική βεβαίωση του ιατρού ... του ιδίου, παραπάνω, νοσοκομείου, πρέπει να αναφερθεί, ότι ενώ ο ιατρός αυτός αναφέρει στη βεβαίωσή του, ότι ο παραπάνω αποβιώσας Ζ, έπασχε από καρκίνο του προστάτου, που είχε μάλιστα κάνει μετάσταση στα οστά και ελάμβανε την ως άνω αγωγή με τα ισχυρά αναλγητικά προς αντιμετώπιση των πόνων του καρκίνου, σε συνδυασμό με οξυγονοθεραπεία, ουχί σοβαρώς καταθέτει, ενόψει των ανωτέρω, ότι ο ανωτέρω αποβιώσας πατήρ των διαδίκων "ήταν πάντα σε διαύγεια και σε πλήρη επικοινωνία με το περιβάλλον του".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή. Στην ως άνω κρίση του το Εφετείο ήχθη, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από όλα χωρίς εξαίρεση επικαλούμενη και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.

Εκ τούτου όμως και από το όλο ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και το υπ' αριθ. Πρωτ. 240/9-6-2003 Πιστοποιητικό Εξέτασης του Κέντρου Υγείας ..., όπου κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η ιατρός ..., η οποία εξέτασε το διαθέτη στις 28 Μαΐου 2000 (την προηγούμενη δηλαδή ημέρα από το θάνατό του), βεβαιώνει ότι, παρά την έντονη σωματική του καταβολή και τους εμετούς, "κατά την ώρα της εξέτασης ήτο πολύ συνεργάσιμος, με διαύγεια πνεύματος και δεν διέκρινε κάποια αλλαγή χαρακτήρα καθόλη την παραμονή".

Το έγγραφο αυτό όπως προκύπτει, από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος, επικαλέστηκε και νομίμως προσήγαγε αυτός, προς απόδειξη του γεγονότος ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων του και ήταν ικανός να συντάξει διαθήκη, παράτα αντίθετα ισχυριζόμενα στην αγωγή την οποία δέχθηκε το Εφετείο ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι ο διαθέτης κατά τη σύνταξη της διαθήκης, λόγω της επίδρασης των αναλγητικών φαρμάκων, που λάμβανε είχε περιέλθει σε κατάσταση, ώστε να έχει ελαττωμένη βούληση, να μην έχει συνείδηση των πραττόμενων και να τον κάνουν ευάλωτο και ανήμπορο να αρνηθεί να αντιδράσει στις πιέσεις των συγγενών του, περί του εγγράφου αυτού ουδεμία γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ειδικώς αναφέρεται σ' αυτήν άλλα έγγραφα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπό του αναιρεσιβλήτου και ενώ αντικρούεται η κατάθεση του μάρτυρα αναιρεσείοντος ...

ιατρού καρδιολόγου της οποίας το περιεχόμενο συμπορεύεται με αυτό του ως άνω εγγράφου, ουδεμία αντίκρουση γίνεται του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει αν γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αίτησης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6788/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ