Legislator Case Law & Legislation
467/2008 AI generated

467/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 467/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

467/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 467 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 467/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης:......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/1998, 647/2003, 658/2004, 659/2005 προδικαστικές, 813/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της 813/2005 οριστικής απόφασης και των 23/1998, 647/2003, 658/2004 και 659/2004 μη οριστικών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 25-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 813/2005 οριστικής απόφασης και των 23/1998, 647/2003, 658/2004 και 659/2004 μη οριστικών αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπ' αριθμ. 658/2004 και 659/2004 μη οριστικών αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, με την πρώτη των οποίων έγινε δεκτή δήλωση αυτοεξαίρεσης από τη συζήτηση της υπόθεσης του Προέδρου της σύνθεσης του Εφετείου και με τη δεύτερη διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης σε νέα δικάσιμο αυτού, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, κατά των αποφάσεων αυτών δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες κανένας λόγος αναίρεσης.

-ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α') προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ24/92).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός ( αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη ,γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1και 19 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1-4 του Α.Ν. 3/1935, 29 παρ. 1 του Ν. 3194/1955, 26, 74, 79, 180, 203, 207, 208, 210 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ.

της 29-10/6-12-1949) και 1 του α.ν. 431/1968, τις οποίες το Εφετείο, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διεκδικήσεως της συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, και κατά την επικουρική βάση αυτής, τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, εφάρμοσε εσφαλμένα κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης στα με αριθμούς 3, 4, 5, 6, 7 επίδικα ακίνητα και των ενστάσεων των αναιρεσειόντων α) περί παραγραφής της ένδικης αγωγής β) περί υποχρέωσης συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης, ως κληρονόμου του πατέρα της γ) περί παραβίασης του δεδικασμένου από προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση του ΑΠ, αναφορικά με το κύρος της διαθήκης της δικαιοπαρόχου μητέρας της και δ) περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για διεκδίκηση της συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, διότι σ' αυτούς δεν αναφέρονται με πληρότητα οι σχετικές με τα ως άνω ζητήματα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, ούτε καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλ' ούτε και καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει και ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 1 παράγρ. 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, με τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το σφάλμα της απόφασης να αφορά σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί, ενώ έκρινε ότι "η περί διεκδικήσεως των επιδίκων ακινήτων αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική βάση αυτής, τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν νόμιμη κατά το μέρος που η χρησικτησία αφορούσε το προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Ν. 431/1968 χρονικό διάστημα και συνεπώς ήταν εν μέρει βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσής τους", δεν εξαφάνισε την εκκληθείσα με αυτήν πρωτοβάθμια απόφαση, αλλά απέρριψε την έφεσή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η σκέψη, όμως, αυτή του Εφετείου δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, που είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας στις 2-6-1946 μητέρας της ........, στην κληρονομία της οποίας περιλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα, νεμήθηκε αυτά, κατά το ανήκον σ' αυτήν κληρονομικό μερίδιο 3/4 εξ αδιαιρέτου, επί μία τουλάχιστο εικοσαετία από της ενάρξεως ισχύος του ως άνω α.ν. 431/1968 (23-5-1968) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της (26-9-1994) και ειδικότερα από τις 23-5-1968 μέχρι τις 10-10-1976 μέσω του πατέρα της Γ1 και μετά τις 10-10-1976, που αποβίωσε ο πατέρας της, μέσω των κληρονόμων του τελευταίου και συννομέων των επιδίκων εναγομένων, και έτσι κατέστη κυρία τούτων, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία.

Η αιτιολογία αυτή, που δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με την αναίρεση, είναι ορθή και στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ενόψει αυτών οι ανωτέρω δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αλυσιτελείς, διότι το αποδιδόμενο με αυτούς στην απόφαση σφάλμα αναφέρεται σε ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατατακτικό της απόφασης. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 εδ.

β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 εδ.

β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη, και ειδικότερα τα περιστατικά ότι " τα με αριθμούς 8, 9 και 10 από τα επίδικα ακίνητα, τα νεμήθηκε ο πατέρας της ενάγουσας Γ1 από τις 23-5-1968 και μέχρι το θάνατό του στις 10-10-1976, στη συνέχεια δε, μέχρι την έκδοση του παραχωρητηρίου μετά τον αναδασμό, στον οποίο αυτά εισφέρθηκαν, τα νεμήθηκαν οι εναγόμενοι, όχι, όμως, με πρόθεση να χρησιδεσπόσουν σε βάρος της ενάγουσας, ούτε βέβαια αντιποιήθηκαν τη συννομή της ενάγουσας επ' αυτών".

Τα περιστατικά , όμως, αυτά περί μη αντιποίησης της συννομής της ενάγουσας από τον συγκληρονόμο πατέρα της και τους καθολικούς διαδόχους αυτού εναγομένους συνιστούν άρνηση της επικουρικής βάσης της αγωγής, της στηριζόμενης στην κτήση της συγκυριότητας των επιδίκων από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία, και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 εδ.β'ΚΠολΔ.

Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην περίπτωση παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την ίδρυση αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης, δηλαδή πρόσφορος να επιδράσει στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, ήτοι επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Π.ολ.Δ.

πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη υπόψη πράγματα που παραδεκτώς προτάθηκαν από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την επαναφερθείσα με λόγο της έφεσής τους ένσταση του πρώτου τούτων περί υποχρεώσεως σεινεισφοράς της ενάγουσας αδελφής του σε σχέση με την πατρική τους κληρονομία.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός , προβαλλόμενος ως ένσταση καταλυτική της ένδικης περί διεκδικήσεως ακινήτων αγωγής, πέραν της αοριστίας του, είναι μη νόμιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1895, 1897 1899 και 1900 του ΑΚ, η αξίωση κατιόντος του κληρονομουμένου για συνεισφορά, η οποία έχει ως βάση το κληρονομικό δικαίωμα, μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση από τον εναγόμενο μόνο στην αγωγή περί διανομής κληρονομιαίων ακινήτων ή σε αγωγή περί κλήρου ( ΑΠ 1081/1990, 1055/1991), όχι όμως και προς απόκρουση της εναντίον του διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, η οποία έχει ως προϋπόθεση το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας του ενάγοντος στα κληρονομιαία ακίνητα.

Ενόψει τούτων το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν ήταν νόμιμος και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, σε σχέση με την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού κατά τα ανωτέρω η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-3-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 813/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ( 1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ