467/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10352/1997 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/11/1998 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 9/9/2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated467/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 5 ν.2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτου Εργασίας..." ορίζεται ότι "...Από το παρακρατούμενο βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά περίπτωση ποσό, από τη βεβαίωση και είσπραξη των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του ΙΚΑ, διατίθεται από 1-7-93 μέρος για την παροχή κινήτρων στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 467 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 467/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Β.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστακόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10352/1997 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/11/1998 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 9/9/2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 3 του ν.2676/1999 και 70 παρ. 2 του ν.3518/2006, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΕΒΕ) καταργήθηκε από 1-1-2007 και το σύνολο της περιουσίας αυτού περιήλθε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.), ως καθολικό διάδοχο, στο πρόσωπο του οποίου και συνεχίζονται χωρίς διακοπή οι εκκρεμείς δίκες.
Από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον με αριθμ. .... και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 28.9.2004 και ακριβές αντίγραφο της από 13.12.2005 κλήσης του αναιρεσείοντος με την οποία φέρεται προς συζήτηση η άνω αίτηση μετά την ματαίωση αυτής, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, δηλαδή η χωρίς διάκριση εφαρμογή των κειμένων νόμων αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να καθιερώνει αδικαιολόγητες διακρίσεις και να εισάγει αυθαίρετες εξαιρέσεις, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Η συνδρομή των όρων και των λόγων αυτών ελέγχεται δικαστικώς. Έτσι, αν από ορισμένη παροχή έχει εξαιρεθεί κατηγορία προσώπων, κατά τρόπο αντίθετο προς την ισόνομη ρύθμιση που επιτάσσεται από την ως άνω διάταξη, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, που να επιβάλλει την απόκλιση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να αρνηθεί την αντισυνταγματική αυτή εξαίρεση και να επιδικάσει την εν λόγω παροχή και σε εκείνους που αυθαιρέτως έχουν εξαιρεθεί.
Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 5 ν.2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτου Εργασίας..." ορίζεται ότι "...Από το παρακρατούμενο βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά περίπτωση ποσό, από τη βεβαίωση και είσπραξη των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του ΙΚΑ, διατίθεται από 1-7-93 μέρος για την παροχή κινήτρων στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση του ΔΣ του ΙΚΑ καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ποσοστό απόδοσης σαν οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκόμενων αποτελεσμάτων...".
Κατ΄ εξουσιοδότηση των εν λόγω διατάξεων, με την ΚΥΑ των Υπουργών Εθν.Οικονομίας, Οικονομικών, Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 4144/12-8-93 παρασχέθηκε ως οικονομικό κίνητρο στους προαναφερθέντες υπαλλήλους του ΙΚΑ μέγιστο μηνιαίο ποσό σε κάθε υπάλληλο με βάση τον ορισμένο μαθηματικό τύπο και καθορίστηκε ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκόμενων αποτελεσμάτων.
Απαραίτητη προϋπόθεση καταβολής της ως άνω παροχής είναι η παραγωγή πρόσθετου έργου, πέραν του συνήθους. Έτσι, με την ίδια απόφαση ορίσθηκαν τα εξής: "1. Εγκρίνουμε την απόδοση ποσοστού 31% για το β΄ εξάμηνο του 1993 και 62% για το έτος 1994 από το παρακρατούμενο βάσει της κειμένης νομοθεσίας, ποσό από το ΙΚΑ για τη βεβαίωση και είσπραξη από αυτό υπέρ τρίτων εσόδων, ως οικονομικού κινήτρου για τους Διοικητικούς και Υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ. 2.
Η απόδοση του ποσού αυτού στους ως άνω υπαλλήλους του ΙΚΑ γίνεται υπό τους εξής όρους και προϋποθέσεις: α) Η παραγωγικότητα για το Β΄ εξάμηνο του 1993 θα αυξηθεί πέραν του συνήθους, όπως αυτή θα καθοριστεί από τη Διοίκηση του ΙΚΑ, σε ποσοστό 15%. Η αύξηση αυτή της παραγωγικότητας θα αφορά, μεταξύ άλλων, στους ρυθμούς βεβαιώσεως και εισπράξεως νομίμων εσόδων του ΙΚΑ και απονομής συντάξεων και λοιπών ενισχύσεων και παροχών προς τους εργαζόμενους και συνταξιούχους.... 3.
α) Η Διοίκηση του Ιδρύματος στα πλαίσια του ετήσιου προϋπολογισμού θα καθορίζει τους γενικότερους όρους αύξησης της παραγωγικότητος ανά τομέα δραστηριότητος του Ιδρύματος και θα έχει την ευθύνη ελέγχου επίτευξης των στόχων του χορηγουμένου κινήτρου, μέσω των Γενικών Διευθυντών και των προϊσταμένων κάθε οργανικής μονάδας, β) ο Προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας θα έχει την ευθύνη προσδιορισμού και ελέγχου υλοποίησης της αύξησης της παραγωγικότητας, σε συσχετισμό με τους τεθέντες από τη Διοίκηση στόχους...γ) η αύξηση της παραγωγικότητας θα βεβαιώνεται με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας, ειδική κατάσταση πληρωμής της παροχής αυτής του οικονομικού κινήτρου...δ) οι υπάλληλοι που θα δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στην προγραμματισμένη αυτή προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, ενώ όσοι συμμετέχουν μερικώς θα λαμβάνουν μειωμένο το ποσό του οικονομικού κινήτρου ανάλογα με τις ημέρες συμμετοχής τους...".
Το ίδιο και με τις μεταγενέστερες ΚΥΑ των ιδίων ως άνω υπουργών Φ. 21/οικ. 1788/18-3-94 (ΦΕΚ Β. 189/23-3-94) και Φ. 21/οικ. 1784/23-3-95 (ΦΕΚ Β. 244/31-3-95) καθορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής του εν λόγω οικονομικού κινήτρου στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ για τα αντίστοιχα έτη 1994 και 1995, προσδιορίζονται δε με τις αποφάσεις αυτές και το κατώτερο ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας καθώς και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκόμενων αποτελεσμάτων.
Εξάλλου με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.2335/6.9.1995 ορίσθηκε ότι "οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν.2150/1993 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών, του Ο.Γ.Α. και του Κέντρου Ηλεκτρονικών Υπολογιστών Κοινωνικών Υπηρεσιών (Κ.Η.Υ.Κ.Υ.) αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων...Η δαπάνη στην περίπτωση αυτή βαρύνει, για τους υπαλλήλους των ασφαλιστικών οργανισμών, του Ο.Γ.Α.
και του Κ.Η.Υ.Κ.Υ., τους προϋπολογισμούς τους. Τα ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των υπαλλήλων του ΙΚΑ, αντίστοιχα με την κατηγορία και τα έτη υπηρεσίας, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με την κοινή απόφαση που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή οικονομικού κινήτρου που προβλέπουν για τους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους αυτούς των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον Τ.Ε.Β.Ε., δε χορηγείται άνευ άλλου προς τους εν λόγω υπαλλήλους αλλά μόνο στους συμμετέχοντες στην προγραμματισμένη προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας και υπό τους ως άνω όρους και προϋποθέσεις των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων, όπως η παραγωγή πρόσθετου έργου πέραν του συνήθους σε καθοριζόμενο ποσοστό, ο έλεγχος υλοποίησης της αύξησης της παραγωγικότητας, η βεβαίωση αυτής από τους προϊσταμένους κάθε οργανικής μονάδας.
Έτσι, αν δε συντρέχουν οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σε ορισμένη περίπτωση, με τη χορήγηση της ως άνω παροχής σε όμοια κατηγορία υπαλλήλων αλλά υπό τη συνδρομή αυτών, δεν παραβιάζονται, ούτε η αρχή της ισότητας αλλά ούτε και οι παραπάνω διατάξεις του ν.2335/1995, που, από της ενάρξεως ισχύος τους, στις 6-9-95, θεσπίζουν την παροχή αυτή και για τους υπαλλήλους των λοιπών, πέραν του ΙΚΑ, ασφαλιστικών οργανισμών, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις όπως και για τους υπαλλήλους του ΙΚΑ, βάσει των αυτών ως άνω υπουργικών αποφάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη έχει προσληφθεί από το εναγόμενο - αναιρεσείον, Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ), Ν.Π.Δ.Δ., πριν από το έτος 1993 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου ως διοικητική υπάλληλος και από τότε παρέχει τις υπηρεσίες της ανελλιπώς σ΄αυτό.
Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο υποκατάστημα .... , το οποίο εξυπηρετεί 17.000 ασφαλισμένους και εργάζονται σ΄ αυτό μόνο 16 υπάλληλοι. Για την αντιμετώπιση του αυξημένου όγκου εργασίας του παραπάνω καταστήματος η αναιρεσίβλητη παρείχε πρόσθετη εργασία, εργαζόμενη στο πρωτόκολλο, στον τομέα περίθαλψης αλλά και στη θεώρηση των βιβλιαρίων των ασφαλισμένων, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία του αναιρεσείοντος, το οποίο κατά τα τελευταία έτη, σε αντίθεση με άλλα ασφαλιστικά ταμεία, παρουσιάζει πλεονασμό.
Όμως καθόλο το διάστημα από 1.1.94 μέχρι 31.7.95 δεν καταβαλλόταν σ΄ αυτή η παροχή του οικονομικού κινήτρου που καταβαλλόταν τότε αρχικά στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και αποτελούσε μέρος του τακτικού μηνιαίου μισθού των τελευταίων, ενόψει της τακτικότητας και σταθερότητάς της για την παρεχόμενη ανάλογη εργασία.
Οι ανωτέρω υπάλληλοι, οι οποίοι ελάμβαναν την ένδικη παροχή ανήκουν στην ίδια κατηγορία με την αναιρεσίβλητη, ως υπηρετούντες σε ΝΠΔΔ, εποπτευόμενα ομοίως από το Υπουργείο Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και παρείχαν επίσης πρόσθετη εργασία συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της παραγωγικότητάς τους.
Η αναιρεσίβλητη εξαιρέθηκε αδικαιολόγητα χωρίς να συντρέχουν προς τούτο λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και επομένως προς αποκατάσταση της παραβιασθείσας από τις σχετικές διατάξεις συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να ισχύσουν και για την αναιρεσίβλητη τα οριζόμενα σ΄ αυτές για τις παραπάνω κατηγορίες υπαλλήλων.
Υπό τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, μετ΄ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως μη νόμιμη, και επιδίκασε για την ως άνω αιτία και για το χρονικό διάστημα από 1.1.94 μέχρι 31.7.95 το συνολικό ποσό των 700.080 δραχμών.
Με την κρίση του όμως αυτή, χωρίς να δέχεται παράλληλα και τη συνδρομή των ως άνω λοιπών όρων και προϋποθέσεων υπό τις οποίες δικαιούνται και οι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος την επίδικη παροχή όπως και οι όμοιας κατηγορίας υπάλληλοι του ΙΚΑ, παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες εφάρμοσε, όπως και τις αναφερθείσες διατάξεις του ν.2335/1995 σε συνδυασμό μ΄ εκείνες των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων τις οποίες δεν εφάρμοσε.
Κατ΄ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔικ, υπό τις αιτιάσεις παραβιάσεως των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ΄ ουσίαν βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδοσαν την αναιρούμένη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 10352/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ