Supreme Court dismisses State's appeal on inheritance claim regarding land excluded from 1929 distribution as national property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the final judgment of the Court of Appeals in Ioannina regarding an inheritance dispute over land. The State argued that the disputed property was excluded from the 1929 distribution as national property (imiliaki) and should not be part of the estate. The court found the lower court correctly evaluated the evidence, including expert reports and witness testimonies, to determine the land belonged to the heirs. Consequently, the appeal was rejected as the State failed to prove its claim, and the State was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals on facts and law, but the lower court's free evaluation of evidence prevails unless clearly erroneous, requiring the appellant to prove the contested facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 466 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Β. του Α., 2) Χ. Β. του Α., 3) Β. Σ. του Θ., 4) Γ. Σ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Β. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2013 μη οριστική, 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-02-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 89/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, η τρίτη αναιρεσίβλητη, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε υιού της δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Χ. Β., ο τέταρτος αναιρεσίβλητος και ο Β. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις ...-2021 και στην δικονομική του θέση υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η τρίτη και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά είκοσι ενός ακόμα εναγομένων, την από 16-11-2009 αγωγή, με την οποία είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι στην κληρονομιαία περιουσία που κατέλιπε η αποβιώσασα στις 16-4-2007 Ο.
θυγ. Β. και Β. Κ. ή Κ. συζ. Β. Σ., γιαγιά της πρώτης ενάγουσας και του ανηλίκου Χ. Β., όπως αυτός εκπροσωπήθηκε από την δεύτερη ενάγουσα μητέρα του, μητέρας της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων και συζύγου του τετάρτου εξ αυτών, περιλαμβανόταν και ένα ακίνητο εμβαδού 22.809,32 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ.
Σταυρακίου του Δήμου Ιωαννιτών νομού Ιωαννίνων και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σταυρακίου Ιωαννίνων, όπου φέρεται το ακίνητο να ανήκει εν μέρει στο πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, και εν μέρει στους υπόλοιπους εναγομένους.
Ισχυρίστηκαν δε με την αγωγή τους ότι στην ανωτέρω Ο. συζ. Β. Σ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της Β. Κ. ή Κ. ή Κ., την οποία αποδέχθηκε με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι στον πατέρα της είχε περιέλθει ως μπάσταινα δυνάμει του 341/1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 129/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία, για μερικούς από τους εναγομένους η δίκη κηρύχθηκε καταργημένη, λόγω παραίτησης των εναγόντων ως προς αυτούς από το δικόγραφο της αγωγής τους, για άλλους έγινε δεκτή η αγωγή λόγω της ερημοδικίας τους, ενώ ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Στη συνέχεια και μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 24/2016 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το αναιρεσείον άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 89/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 288 παρ.1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ/τος της 29-10/6-12-1949 περί κωδικοποιήσεως των αγροτικών νόμων), αντίστοιχο του άρθρου 283 του κωδικοποιηθέντος με το Δ/μα της 9/10 Ιουλίου 1941 Αγροτικού Νόμου "η μεταβίβασις της κυριότητος των κλήρων των δημοσίων κτημάτων της Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας (Ιμλιάκα), τα οποία παρεχωρήθησαν εις τους συνεταιρισμούς των κληρονομικών νομέων (μπασταινούχων) κατά το άρθρο 24 του Αγροτικού Νόμου 2052 και 27 του Νομού 2922, γίνεται μετά την ολοσχερή εξόφληση του καθορισθέντος τιμήματος δια παραχωρητηρίου εγγράφου υπό του αρμοδίου προϊσταμένου εποικισμού, "το παραχωρητήριον τούτο, συντεταγμένον κατά τύπον εγκεκριμένον υπό του Υπουργού Γεωργίας, μεταγράφεται επιμέλεια του ενδιαφερομένου εις τα οικεία βιβλία των μεταγραφών και αποτελεί τον οριστικόν τίτλον κυριότητος του κλήρου".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 290 παρ. 1 του ιδίου Αγροτ. Κώδικα "εις απαλλοτριούμενα κτήματα αι μεν καλλιεργούμεναι, επ' εμφυτεύσει γαίαι παραχωρούνται κατά προτίμησιν εις τους κληρούχους εμφυτευτάς αυτών, αι δε καλλιεργούμεναι κατά το κρατούν εν Ηπείρω και Μακεδονία σύστημα της κληρονομικής νομής (μπάσταινα) εις τους κληρονόμους νομής (μπασταινούχους) ...".
Εξάλλου κατά το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα "οι κατά τον Αγροτικόν Νόμον ως και οι υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως προσφύγων ή του Δημοσίου ως διαδόχου ταύτης εν γένει αποκατασταθέντες και αποκαθιστάμενοι κληρούχοι γηγενείς και πρόσφυγες από της εγκαταστάσεως των εις τον χορηγηθέντα ή χορηγούμενον αυτοίς κλήρον θεωρούνται ως καλής πίστεως νομής του κλήρου τούτου και προστατεύονται κατά πάσης διαταράξεως ή αποβολής είτε διοικητικώς ...
είτε και δια των περί νομής παραγγελμάτων και αγωγών ασκουμένων υπό του κληρούχου". Επακολούθησε ο ν. 431/1968 (που άρχισε να ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από της 23/5/1968), σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του οποίου, "από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952..., επιτρέπεται εις τους κατά την εποικιστικήν εν γένει νομοθεσίαν κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίησις ή οπωσδήποτε διάθεσις των πάσης φύσεως κλήρων των (γαιών, οικοπέδων κλπ) υπό τον περιορισμόν μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, όστις ισχύει και επί πάσης περαιτέρω μεταβιβάσεως".
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1 και 3, 26, 74, 180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα, καθώς και με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν σ' εκτέλεση του νόμου αυτού, του άρθρου 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ/τος "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 του α.ν. 1539 1938, βάσει των οποίων αποκλείεται η χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων, σαφώς προκύπτει:
α) ότι υπό την ισχύ των άνω διατάξεων οι κατά τον Αγροτικό Νόμο ή τον Αγροτικό Κώδικα αποκατασταθέντες κληρονομικοί νομείς (μπασταινούχοι) καθίστανται κύριοι του παραχωρηθέντος, σ' αυτούς κλήρου από της μεταγραφής του παραχωρητηρίου, β) ότι προ του χρόνου τούτου, εφόσον πρόκειται περί δημόσιων κτημάτων, ήταν υπό την ισχύ των άνω διατάξεων αδύνατη η κτήση της κυριότητος των απαρτιζόντων τον κλήρο αγροτεμαχίων υπό του αποκατασταθέντος κληρονομικού νομέως (μπασταινούχου) ή των κληρονόμων του ή των ειδικών διαδόχων αυτών, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 1176/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 12/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: ?Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 21.739,52 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Βακοσιάτικα ή Κόντρες-Μέρμπεη" της κτηματικής περιφέρειας του δ.δ.
Σταυρακίου του Δήμου Ιωαννιτών Ν. Ιωαννίνων, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1072 - 7 - 9 - 21 - 95 - 16 - 111 - 110 - 18 - 19 - 109 - 20 - 1071 - 1057 - 113 - 25 - 26 - 27 - 28 - 29 - 30 - 31 - 91 - 92 - 93 - 94 - 89 - 32 - 33 - 34 - 88 - 36 - 87 - 1070 - 1001 - Α20 - 83 - 82 - 81 - 80 - Α19 - 5002 - 5003 - 5004 - 5005 - 5006 - 5007 - 5008 - 5009 - 5010 - 1011 - 1012 - 70 - 69 - 68 - 67 - 66 - 65 - 63 - 62 - Α16 - 1016 - 1017 - 1018 - 1019 - 1020 - 1021 - 1022 - 1023 - 1024 - 1025 - Α13 - 48 - 47 - Α12 - 120 - 1027 - 112 - 1028 - 1029 - 1030 - Α11 - 43 - Α10 - 1032 - 1033 - Α8 - 38 - 37 - 6 - Α7 - Α6 - 1072 στο από Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ....(ακολουθεί στη συνέχεια περιγραφή των πλευρών και των συνόρων του επιδίκου). Το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 22.809,32 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1072 - 7 - 9 - 21 - 95 - 16 - 111 - 110 - 18 - 19 - 109 - 20 - 1071 - 22 - 23 - 24 - 113 - 25 - 26 - 27 - 28 - 29 - 30 - 31 - 91 - 92 - 93 - 94 - 89 - 32 - 33 - 34 - 88 - 36 - 87 - 1070 - 86 - 85 - Α21 - 84 - Α20 - 83 - 82 - 81 - 80 - Α19 - Α18 - 79 - 77 - 76 - 75 - 74 - 78 - 73 - 72 - 71 - Α17 - 70 - 69 - 8 - 67 - 66 - 65 - 63 - 62 - Α16 - 64 - 61 - 60 - 59 - 58 - 57 - Α15 - 56 - 55 - 54 - 52 - Α14 - 51 - 50 - 49 - Α13 - 48 - 47 - Α12 - 46 - 45 - 44 - Α11 - 43 - Α10 - 42 - Α1 - Α9 - 41 - 40 - 39 - Α8 - 38 - 37 - 67 - Α6 - 5 - 4-2096-1072 στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ. Το ως άνω μείζον ακίνητο παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Β. Κ. ή Κ. ή Κ. του Γ., με το υπ' αριθμ. ...-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στις 26-6-1926, στον τόμο 11 και με αύξ. αριθ. 63. Συγκεκριμένα, το ως άνω ακίνητο ήταν μπασταινουχικός αγρός, που βρισκόταν στο Εθνικό Κτήμα (Ιμλιάκιο) Σταυρακίου - Τσιφλικόπουλου, παραχωρήθηκε δε στον ως άνω απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, μαζί με άλλους αγρούς, ως κληρονομικού νομέα (μπασταινούχο καλλιεργητή), διότι καλλιεργούσε αυτό με το σύστημα της κληρονομικής νομής (μπάσταινα).
Στο ως άνω παραχωρητήριο το ως άνω μείζον ακίνητο φέρει τον αριθμό 5 και αναφέρεται ως αγρός έκτασης 17 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Βακοσιάτικα" και συνορεύει ολόγυρα με αγρούς Ε. Κ., Ι. Κ., Σ. Λ. και Α. Κ. Το πρώτο εναγόμενο ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το με αριθμό 5 αγρό έκτασης 17 στρεμμάτων, που παραχωρήθηκε ως μπάσταινα στον άνω Β.
Κ. με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο, αλλά με άλλο ακίνητο το οποίο είναι βοσκότοπος και βρίσκεται στη θέση "Κόντρες" και όχι στη θέση "Βακοσιάτικα" του δ.δ. Σταυρακίου, οι οποίες δεν συμπίπτουν και ότι ταυτίζεται με το υπ' αριθμ. 866 τεμάχιο της οριστικής διανομής αγροκτήματος Σταυρακίου έτους 1929. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Οι Ε. Κ., Ι. Κ., Σ. Λ. και Α. Κ., που αναφέρονται ως όμοροι ιδιοκτήτες του με αριθμό 5 αγρού (μπάσταινα) στο ως άνω παραχωρητήριο, είναι πράγματι και όμοροι ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, ο ως άνω Β. Κ., στον οποίο παραχωρήθηκε ο ως άνω με αριθμό 5 αγρός με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο, αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης στους συμβολαιογραφικούς τίτλους σχεδόν όλων των τεμαχίων που είναι όμορα με το επίδικο ακίνητο.
Ακόμη προέκυψε ότι στην περιοχή του επιδίκου ακινήτου και των όμορων αυτού ακινήτων συναντάμε τα διαφορετικά τοπωνύμια "Βακοσιάτικα", "Πηγαδούλια", "Δραγατσούρα", "Μέρμπεη", "Μέρμπεη-Άμμος", "Παλιάμπελα" και "Γλά". Το τοπωνύμιο "Κόντρες" συναντάται στη βορειοδυτική πλευρά του μείζονος υπ' αριθμ. 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου του 1929, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.
Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από την υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η κρίση δε του Δικαστηρίου ότι το τοπωνύμιο "Βακοσιάτικα", που αναφέρεται στο ως άνω παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας και αφορά τον με αριθμό 5 αγρό, είναι ταυτόσημο με τα τοπωνύμια "Κόντρες ή Μπέμπεη" ενισχύεται και από την υπ' αριθμ. ...-2010 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Προϊσταμένης του Δασαρχείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε για όλο το με αριθμό 839 τεμάχιο της οριστικής διανομής Σταυρακίου του 1929, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, στην οποία αναφέρεται ότι αυτό βρίσκεται στη θέση "Βακοσιάτικα ή Κόντρες ή Μέρμπεη" περιφέρειας του δ.δ.
Σταυρακίου του Δήμου Ιωαννιτών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το μείζον ακίνητο έκτασης 22.809,32 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ταυτίζεται με τον αριθμό 5 αγρό έκτασης 17 στρεμμάτων που παραχωρήθηκε ως μπάσταινα στον άνω Β. Κ. με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διαφορά στο εμβαδόν δικαιολογείται, διότι για τα εθνικά κτήματα (ιμλιάκια) της Ηπείρου και Μακεδονίας, που παραχωρήθηκαν στους κληρονομικούς νομείς αυτών, δεν προβλεπόταν αποτύπωση καταμέτρηση και οριστική διανομη αυτών, η δε παραχώρησή τους έγινε με βάση κτηματολογικούς καταλόγους και κατόπιν υπεύθυνης δήλωσης των δικαιούχων για τις κατεχόμενες και καλλιεργούμενες από αυτούς εκτάσεις και κατά συνέπεια η ακριβής έκταση κάθε κληροτεμαχίου δεν μπορούσε να είναι απολύτως προσδιορισμένη σε ακριβή αριθμό στρεμμάτων (βλ.
το με αριθμό πρωτ. ...-1969 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποικισμού της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας). Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το με αριθμό 5 αγρό έκτασης 17 στρεμμάτων που παραχωρήθηκε ως μπάσταινα στον άνω Β. Κ. με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 33/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο Γ. Σ. του Β. (τέταρτος των εναγόντων) αναγνωρίστηκε κύριος ενός αγροτεμαχίου έκτασης 25.740,21 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Δραγατσούρα" του δ.δ. Σταυρακίου του Δήμου Ιωαννιτών και ταυτίζεται με το με αριθμό 866 τεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου ξτου 1929, την οποία κυριότητα απέκτησε ως εκ διαθήκης κληρονόμος της Β.
συζ. Β. Κ. (γιαγιάς του). Στην τελευταία το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει ως κληρονομικό νομέα (μπασταινούχο καλλιεργητή), με το υπ' αριθμ. ...-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (αγρός με αύξοντα αριθμό 2), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στις 26-6-1929 (τόμ. 11, α.α. 85).
Η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 7-3-2011 (αρ. έκθ. κατάθ. 47/10-3-2011) έφεσης κατά αυτής, όπως προκύπτει από την 3-5-2012 (αρ. έκθ. κατάθ. 199/2012) δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο αυτής ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το υπ' αριθμ. 866 τεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου έτους 1929, αφού το τελευταίο παραχωρήθηκε με το ανωτέρω ...-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην Β.
συζ. Β. Κ. και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω Β. Κ. του Γ. απεβίωσε στις ...-1958 και με την υπ' αριθμ. .../1956 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Γ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 75/1958 πρακτικά του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Ιωαννίνων, κατέλειπε ως κληρονόμο του, μεταξύ άλλων, και την κόρη του Ο.
συζ. Β. Σ., το γένος Β. Κ. (γιαγιά της 1ης και 2ου, μητέρα της 3ης και 4ου και σύζυγος του 5ου των εναγόντων). Ειδικότερα, με την ως άνω διαθήκη εγκατέστησε ως κληρονόμο την ως άνω κόρη του, μεταξύ άλλων, και στο ως άνω μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο ακίνητο. Η τελευταία, με την υπ' αριθμ. ...-1958 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π.
Ε., καθώς και με την υπ' αριθμ. ...-1988 συμπληρωματική δήλωση αυτής, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμ. 47, 860 και αυξ. αρ. 375, 23 αντίστοιχα), αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της, μεταξύ άλλων, και στο ως άνω επίδικο ακίνητο.
Συνεπώς, αυτή έγινε κυρία με παράγωγο τρόπο του επιδίκου ακινήτου, αφού ο κληρονομούμενος πατέρας της ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του κύριος αυτού, την οποία κυριότητα είχε αποκτήσει με τη μεταγραφή του ως άνω παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη με αριθμό
ΙΙ νομική σκέψη της παρούσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 839 τεμαχίου, έκτασης 38 στρεμμάτων, της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου του 1929, το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων και στο Κτηματολογικό Βιβλίο με ΚΑΕΚ 202850901134 και εμβαδόν 33.281,76 τ.μ. με φερόμενο ιδιοκτήτη το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Το ως άνω υπ' αριθμ. 839 τεμάχιο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εξαιρέθηκε της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για γεωργική αποκατάσταση. Ειδικότερα, στο με αρ. πρωτ. ...-2011 έγγραφο του Τμήματος Τοπογραφίας της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης της Περιφέρειας Ηπείρου αναφέρεται ότι το τεμάχιο διανομής Σταυρακίου έτους 1929 με αριθμό 839 (χέρσο-εθνικό) δεν προέρχεται από απαλλοτρίωση και ως εκ τούτου εξαιρέθηκε της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου του 1929.
Επίσης, στο με αρ. πρωτ. ...-1969 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας αναφέρεται ότι "... δια τα εθνικά κτήματα (Ιμλιάκια) της Ηπείρου και Μακεδονίας τα παραχωρηθέντα εις τους κληρονομικούς νομείς αυτών κατά την διαδικασίαν των άρθρων 287 και επέκεινα του Αγροτικού Κώδικος, δεν προβλέπεται αποτύπωσις, καταμέτρησις και οριστικήν διανομήν αυτών" και ως εκ τούτου και για το επίδικο ακίνητο το οποίο αποτελεί μπάσταινα και είχε παραχωρηθεί με το ως άνω παραχωρητήριο στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων δεν προβλεπόταν οριστική διανομή αυτού.
Ακόμη, στα αυτοσχέδια "κροκί" του διοικητικού φακέλου αποτύπωσης διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου έτους 1929 του Υπουργείου Γεωργίας, που συντάχθηκαν από τοπογραφικά συνεργεία κατά την αποτύπωση του αγροκτήματος Σταυρακίου κατά τα έτη 1927 και 1928, αποτυπώνεται το επίδικο ακίνητο με το χαρακτηρισμό "Β.
Κ. αγρός εθνικός". Επίσης, και τα όμορα με το επίδικο ακίνητα, που παραχωρήθηκαν ως μπάσταινες σε άλλους ιδιοκτήτες, αποτυπώνονται στα τοπογραφικά σκαριφήματα (κροκί) με το χαρακτηρισμό "αγρός εθνικός". Στο ίδιο συμπέρασμα ότι δηλαδή το υπ' αριθμ. 839 τεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου του 1929, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, δεν απαλλοτριώθηκε και εξαιρέθηκε της οριστικής διανομής καταλήγει στην υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ο πραγματογνώμονας αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Γ.
Γ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής του ως άνω αγροκτήματος, στους οποίους καταγράφονται τόσο τα τεμάχια που προέρχονται από απαλλοτρίωση και περιλαμβάνονται στην οριστική διανομή, όσο και αυτά που δεν απαλλοτριώνονται και εξαιρούνται της οριστικής διανομής, το ως άνω τεμάχιο με αριθμό 839 στην ένδειξη ιδιοκτήτης είναι δηλωμένο ως "χέρσο εθνικόν" δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη δικαστική κρίση, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτό εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης και οριστικής διανομής του εν λόγω αγροκτήματος, ο δε χαρακτηρισμός του ως "χέρσον εθνικόν" υποδηλώνει ότι αυτό ανήκει στην κατηγορία των εθνικών κτημάτων (ιμλιάκια) και όχι όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του.
Ενισχύεται δε η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου και από το ότι στην υπ' αριθμ. ...-2010 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Προϊσταμένης του Δασαρχείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε για όλο το με αριθμό 839 τεμάχιο της οριστικής διανομής, αναφέρεται ότι αυτό απεικονίζεται στα αποσπάσματα του Κτηματολογικού Διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Ιωαννίνων με αριθμό ΚΑΕΚ 202850901134 και αριθμό ΚΑΕΚ 202850901096.
Όπως προκύπτει από το Κτηματολογικό φύλλο του ΚΑΕΚ 202850901096 ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα του ως άνω με αριθμό 839 τεμαχίου, ως ιδιοκτήτες αυτού φέρονται ιδιώτες και όχι το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι το επίδικο αποτελεί μεν τμήμα του με αριθμό 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου του 1929, πλην όμως με τη διανομή περιήλθε στην κυριότητά του, διότι στους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες που τη συνοδεύουν φέρει στην ένδειξη ιδιοκτήτης τον χαρακτηρισμό "χέρον εθνικόν" απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. ...-2010 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Προϊσταμένης του Δασαρχείου Ιωαννίνων τμήμα του επίδικου ακινήτου (Ε3), εμβαδού 801,85 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 4-Δ-6-5-4 στο κτηματολογικό διάγραμμα του Κτηματολογικού Γραφείου Ιωαννίνων, χαρακτηρίστηκε δασική έκταση.
Ακολούθως, και κατόπιν αντιρρήσεων των εναγόντων κατά της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν ομόφωνα τις εν λόγω αντιρρήσεις και αποφάσισε ότι το ως άνω τμήμα εμβαδού 801,85 τ.μ. δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Κατά της ως άνω με αριθμό 3/2013 απόφασης η Γενική Διεύθυνση Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας αποφάσισε να μην ασκήσει προσφυγή ενώπιον της Β/βάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. ...-2014 έγγραφό της, σε συνδυασμό με τη με αριθμό πρωτ. ...-2014 βεβαίωση της ίδιας Υπηρεσίας.
Επίσης και η αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Α. Κ., στην από μηνός Οκτωβρίου 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας, την οποία συνέταξε κατόπιν εντολής των εναγόντων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τη σύγκριση των τριών (3) φωτοερμηνειών σε αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960 και 1981 προκύπτει ότι δεν αναγνωρίζονται δένδρα ή άλλου είδους δασική βλάστηση στο επίδικο ακίνητο και ότι στο ως άνω Ε3 τμήμα είναι καλλιεργήσιμο και δεν αναγνωρίζεται δασική βλάστηση.
Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι το ως άνω τμήμα του επιδίκου ακινήτου είναι δασική έκταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη?.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι Εφετείο δέχθηκε ότι το μείζον ακίνητο εμβαδού 22.809,32 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο εμβαδού 21.739,62 τ.μ., αποτελούσε μπασταινουχικό αγρό, που βρισκόταν στο Εθνικό Κτήμα (Ιμλιάκιο) της περιοχής Σταυρακίου-Τσιφλικόπουλου Ιωαννίνων.
Ότι το μείζον αυτό ακίνητο παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β. Κ. ή Κ. ή Κ. του Γ. δυνάμει του με αριθμό ...-1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στις 26-6-1926 και ότι αυτός, από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, κατέστη κύριος του παραχωρηθέντος ακινήτου.
Ότι το εν λόγω ακίνητο παραχωρήθηκε στον ανωτέρω απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ως κληρονομικό νομέα αυτού (μπασταινούχο καλλιεργητή), διότι το καλλιεργούσε με το σύστημα της κληρονομικής νομής (μπάσταινα). Ότι το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα και με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, ταυτίζεται με το με αριθμό 5 αγρό, έκτασης 17 στρεμμάτων, ο οποίος παραχωρήθηκε ως μπάσταινα στον Β.
Κ. με το ανωτέρω παραχωρητήριο. Ότι ο Β. Κ. με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του κατέλειπε το επίδικο ακίνητο στη θυγατέρα του Ο. συζ. Β. Σ., η οποία με τις επίσης αναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 "περί γαιών", καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68, 71 και 78 του ίδιου Οθωμανικού Νόμου, με βάση τις οποίες προβλέπεται ότι οι χέρσες εκτάσεις, ως δημόσιες, και χωρίς την έκδοση ταπίου, ανήκουν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου (και κατά διαδοχή αυτού στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον), οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, αλλά εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα που αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, ότι το επίδικο δεν αποτελούσε μη καλλιεργούμενη (χέρσα) έκταση, αλλά μπασταινουχικό αγρό (μπάσταινα) του εθνικού κτήματος (ιμλιάκιου) περιοχής Σταυρακίου Ιωαννίνων, ο οποίος παραχωρήθηκε στον πιο πάνω αναφερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, καθώς αυτός το καλλιεργούσε ως μπασταινούχος καλλιεργητής με το σύστημα της κληρονομικής νομής.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την νόμιμη βάση της, καθώς διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη φύση και το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου και τη μορφολογία της περιοχής του, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή από το Εφετείο των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 288 επ.
του Αγροτικού Κώδικα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται στην απόφασή του ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 21.739,52 τ.μ. αποτελούσε καλλιεργούμενη αγροτική έκταση εντός μείζονος ακινήτου, που παραχωρήθηκε, ως μπάσταινα με το υπ' αριθμ. 385/1926 παραχωρητήριο στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β.
Κ., ως κληρονομικό νομέα αυτής, δέχεται στη συνέχεια και σε αντίφαση προς την ανωτέρω παραδοχή του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου, έτους 1929, το οποίο στον κτηματολογικό πίνακα της διανομής χαρακτηρίζεται ως "χέρσο-εθνικό", δηλαδή ως μη καλλιεργούμενη δημόσια έκταση, γεγονός, άλλωστε, που αποτέλεσε τον κύριο λόγο για τον οποίο το ανωτέρω τεμάχιο εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση και τη μετέπειτα διανομή του αγροκτήματος Σταυρακίου, αφού ως "χέρσο" το εν λόγω τεμάχιο δεν ικανοποιούσε το σκοπό της απαλλοτρίωσης, που ήταν η γεωργική αποκατάσταση.
Ότι επίσης, το Εφετείο δεν εξηγεί ούτε για πιο λόγο διαφοροποιείται η επίδικη έκταση από την ευρύτερη έκταση του τεμαχίου 839, στην οποία περιλαμβάνεται, ούτε σε τι συνίσταται η εν λόγω διαφοροποίηση, αλλά ούτε και το πώς ένα παραχωρούμενο καλλιεργούμενο μπασταινουχικό ακίνητο μπορεί να προέρχεται από χέρσο ακίνητο και να αποτελεί τμήμα του.
Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, ως προς την πρώτη ως άνω επί μέρους αιτίαση και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β. Κ., ως κληρονομικό νομέα αυτού, με το ...-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας και όχι με το 385/1926 παραχωρητήριο του ίδιου Υπουργείου, όπως εσφαλμένα διατείνεται το αναιρεσείον, δέχεται το Εφετείο ότι το επίδικο, ως τμήμα του με αριθμό 839 τεμαχίου, έκτασης 38 στρεμμάτων, της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου έτους 1929, εξαιρέθηκε της οριστικής αυτής διανομής, ως εθνικό κτήμα (ιμλιάκιο) της Ηπείρου, το οποίο είχε παραχωρηθεί, ως μπάσταινα, στον κληρονομικό νομέα αυτού και πιο πάνω απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, κατά τη διαδικασία των άρθρων 287 επ.
του Αγροτικού Κώδικα. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει των όσων δέχθηκε το Εφετείο για τη φύση του επιδίκου ακινήτου ως μπάσταινας, το οποίο καλλιεργούσε ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων με το σύστημα της κληρονομικής νομής (ως μπασταινούχος καλλιεργητής), να διαλάβει επί πλέον στην απόφασή του για ποιο λόγο διαφοροποιείται το επίδικο ακίνητο ως προς τη φύση του από την ευρύτερη έκταση του με αριθμό 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου έτους 1929, που χαρακτηρίστηκε ως χέρσο εθνικό.
Διέλαβε, επομένως, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, οι οποίες προαναφέρθηκαν, το πραγματικό των οποίων καλύπτουν πλήρως οι αιτιολογίες αυτές, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τις δύο πρώτες επί μέρους αιτιάσεις του δεύτερου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 918/2019, 755/2018, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει την τρίτη επί μέρους αιτίαση ότι η αιτιολογία του δικαστηρίου αναφορικά με τον προεκτεθέντα χαρακτηρισμό του ως άνω τεμαχίου (839) ως "χέρσου εθνικού", δηλαδή ότι ο χαρακτηρισμός αυτός υποδηλώνει ότι το εν λόγω τεμάχιο ανήκει στην κατηγορία των εθνικών κτημάτων (ιμλιάκια) και δεν έχει την έννοια ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, όπως το τελευταίο υπολαμβάνει, είναι, πέραν της ασάφειάς της, ελλιπής, αφού έτσι αιτιολογείται μόνο ο χαρακτηρισμός του τεμαχίου ως "εθνικού", όχι όμως και ο χαρακτηρισμός του ως "χέρσου", που είναι κρίσιμος στην προκειμένη περίπτωση. Ο λόγος αυτός, κατά την εν λόγω επί μέρους αιτίασή του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και μη αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, ενώ στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η μη πληττόμενη επιτυχώς, με τις δύο πρώτες επί μέρους αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναίρεσης, κύρια αιτιολογία αυτής (απόφασης) για τη φύση του επιδίκου ακινήτου ως μπάσταινας, το οποίο καλλιεργούσε ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων με το σύστημα της κληρονομικής νομής, ως μπασταινούχος καλλιεργητής.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος κατά την εξεταζόμενη επί μέρους αιτίασή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστούν πραγματικό επιχείρημα του Εφετείου, που συνέχεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για το οποίο η έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτ. ...-2010 έγγραφο (βεβαίωση) το Τοπικού Διαμερίσματος Σταυρακίου του Δήμου Ιωαννιτών, σύμφωνα με το οποίο το τεμάχιο 839 "...
ήταν ανέκαθεν βοσκότοπος και κανείς δεν καλλιεργούσε τίποτα στο παραπάνω". Ότι το έγγραφο αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε τόσο με τις πρωτόδικες, όσο και με τις κατ' έφεση προτάσεις του προκειμένου να αποδείξει ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του με αριθμό 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής το αγροκτήματος Σταυρακίου, έτους 1929, που κατά τους κτηματολογικούς πίνακες της διανομής αυτής χαρακτηρίζεται ως "χέρσο εθνικό".
Ότι συνεπώς, το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του ανωτέρω τεμαχίου δεν καλλιεργήθηκε ποτέ και ως εκ τούτου δεν ταυτίζεται με τον αγρό που παραχωρήθηκε στον ανωτέρω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β. Κ. με το ...-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, αλλά ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι το επίδικο, ως τμήμα του με αριθμό 839 τεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σταυρακίου, έτους 1929, εξαιρέθηκε της οριστικής αυτής διανομής ως εθνικό κτήμα (ιμλιάκιο) της Ηπείρου, το οποίο είχε παραχωρηθεί ως μπάσταινα στον κληρονομικό νομέα αυτού (μπασταινούχο καλλιεργητή) και απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β.
Κ., ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την συνεκκαλουμένη υπ' αριθμ. 129/2013 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ.
Γ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την ως άνω μη οριστική απόφαση, την προσκομιζόμενη με επίκληση από το πρώτο εναγόμενο από Οκτωβρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Π., τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες από 23-12-2012 και από 31-12-2014 τεχνικές εκθέσεις του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ., την από μηνός Οκτωβρίου 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α. Κ., την υπ' αριθμ. ...-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Ρ., που λήφθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του πρώτου εναγομένου..., καθώς και από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τις νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε...".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.
Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-02-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 89/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ