Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the judgment was rendered in absentia without proper service to all necessary co-defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the contested judgment was rendered in absentia without proper service to one necessary co-defendant. The court found no evidence that the absent party lost the right to file an objection to the default judgment or that such an objection was filed and rejected. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the present defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered in absentia is inadmissible if the judgment has not become final regarding all necessary co-defendants, and the court cannot verify whether the absent party lost the right to object to the default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 466 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη- Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Α. και της Φ., ατομικά για τον εαυτό της και ως κληρονόμος και καθολική διάδοχος, στο όνομα της οποίας συνεχίζεται η ανοιγείσα δίκη, σχετικά με το επίδικο ακίνητο προς διανομή, της αποβιωσάσης εναγομένης και μετέπειτα εκκαλούσας Φ. χήρας Α. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Μόκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Β., 2) Π. συζ. Π. Κ., το γένος Β. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Μεϊδάνη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Μ. θυγ. Α. Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2000 αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5422/2012 μη οριστική, 11576/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 402/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι, πλην της τέταρτης αναιρεσιβλήτου, παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. 5311Α/1-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ι. Α., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του τρίτου αναιρεσίβλητου Δ. Κ. του Χ., που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 26-6-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 402/2020 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 4-5-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην υπό στοιχ. Β2 αναιρεσίβλητη Μ. θυγ. Α. Κ., η οποία και δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή, κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.
Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ΟλΑΠ 321/1983), ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς αναγκαίους ομοδίκους του δεν έχει εφαρμογή, και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν' ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Εάν, επομένως, σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του (ΑΠ 963/2020, ΑΠ 319/2012, ΑΠ 149/2012, ΑΠ 1575/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 402/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείο Θεσσαλονίκης, το Εφετείο επικύρωσε την υπ' αριθμ. 11576/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατ' αποδοχή της από 24-1-2000 ένδικης αγωγής διανομής κοινού ακινήτου διέταξε την αυτούσια διανομή του κατά τα ειδικότερον σ' αυτήν αναφερόμενα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της υπό στοιχ. Β2 εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Κ. του Α.. Με την ίδια απόφαση το Εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής κατ' αυτής από την εφεσίβλητη που δικάστηκε ερήμην. Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης στην ως άνω ερημοδικασθείσα δεν προκύπτει είτε με την προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ. 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 Κ.Πολ.Δ., η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το αν η εν λόγω αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Δεν αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η ανωτέρω εφεσίβλητη απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ασκήθηκε από την εφεσίβλητη αυτή ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε πράγμα που δεν επικαλείται ούτε η αναιρεσείουσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη από 26-6-2020 αίτηση αναίρεσης της 402/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατ' απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους αναγκαίους ομοδίκους.
Περαιτέρω δε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα λόγω της απουσίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-2020 αίτηση της Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της 402/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε χωριστή παράσταση αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ