Legislator Case Law & Legislation
466/2020 AI generated

466/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 466/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

466/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition paralysis insurance self-rehabilitation whiplash injury improved psychiatric condition spinal disorders
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 466 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Α. Π. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2012 αγωγή του Α. Π. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-9-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του Α. Κ. του Ν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14822/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1263/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 27-11-2017 αίτησή τους και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 3-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: 1) η από 27-11-2017 (με ειδικ. αριθμ. κατάθ. 277/2017) και 2) η από 3-12-2018 (με ειδικ. αριθμ. κατάθ. 337/2018) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1263/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων σε αυτές λόγων.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι, επί της από 1-8-2011 (αριθμ. έκθεσ. κατάθ. 13666/2012) αγωγής του Α. Π. (ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος) κατά των Α. Κ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ", για αποκατάσταση της θετικής ζημίας, για αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία των υλικών και σωματικών βλαβών που υπέστη κατά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14822/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις οι ως άνω διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1263/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, και αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 14822/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ως άνω αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/2011, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητημάτος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλακεί σε αυτό, δηλαδή του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος: "Στις 19 Ιουνίου 2010 και περί ώρα 10:15, ο ενάγων Α.

Π. οδηγούσε τη με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα 125 cc, ιδιοκτησίας του, βαίνοντας επί της επαρχιακής οδού ……………., με κατεύθυνση προς Νέα Μηχανιώνα. Η ανωτέρω οδός στο 16ο χιλιόμετρό της, είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος σε κάθε ρεύμα πορείας 14 μέτρα, τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ στο συγκεκριμένο σημείο σχηματίζει, στο δεξιό άκρο της κατεύθυνσης προς Ν.

Μηχανιώνα, ειδική λωρίδα για τους προτιθέμενους να εξέλθουν από αυτήν και να εισέλθουν στην οδό που οδηγεί προς την 113 Πτέρυγα Μάχης, ενώ στο αριστερό άκρο της σχηματίζεται λωρίδα αριστερά, για τους προτιθέμενους να εισέλθουν με αριστερή στροφή στην οδό που οδηγεί προς Νέα Ρύσιο. Η κυκλοφορία στον κόμβο ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες.

Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ο καιρός ήταν αίθριος, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή, ο φωτισμός επαρκής ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική. Ο ενάγων έβαινε στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα περίπου 50 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο ανέρχεται σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος -εκκαλών οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παραλλήλως της μοτοσυκλέτας και προπορευόμενος κατά 5 περίπου μέτρα.

Πλησιάζοντας τον ανωτέρω σηματοδότη, όπου βρίσκονταν ακινητοποιημένα, στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγομένου, άλλα αυτοκίνητα, ο εναγόμενος οδηγός διαπίστωσε ότι η ένδειξή του μεταβλήθηκε από ερυθρό σε πράσινο φως. Το ακινητοποιημένο, όμως, πρώτο στο σηματοδότη, όχημα, παρά την αλλαγή της ένδειξης στο σηματοδότη, δεν ξεκίνησε, διότι είχε σβήσει ο κινητήρας του.

Δύο οχήματα που βρίσκονταν πίσω από αυτό, το προσπέρασαν από τα αριστερά, ενώ ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε να το προσπεράσει από δεξιά, εισερχόμενος στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με διαγώνια πορεία, χωρίς να ενεργοποιήσει το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να ενεργήσει επαρκή έλεγχο των κινούμενων επί της λωρίδας, στην οποία επρόκειτο να εισέλθει οχημάτων.

Ο ίδιος, ο οδηγός του αυτοκινήτου ισχυρίσθηκε ότι διενήργησε έλεγχο από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου, πλην όμως, αυτός δεν ήταν επαρκής, δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα, ακόμη και αν αυτή βρισκόταν πλησίον του, στη "νεκρή γωνία", όπου δεν υπάρχει ορατότητα από τους καθρέπτες. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε την κίνηση του αυτοκινήτου, το οποίο είχε εισέλθει μερικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, καλύπτοντας περίπου τα τρία από τα 3,5 μέτρα του πλάτους της λωρίδας, τροχοπέδησε τη μοτοσυκλέτα, άφησε δε ίχνη στο οδόστρωμα μήκους 3 μέτρων και ταυτόχρονα επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όπως υποδηλώνει το γεγονός της συγκρούσεως της μοτοσυκλέτας με την αριστερή πλευρά της και το σύρσιμό της διαγωνίως προς τα δεξιά.

Παρά τις αποφευκτικές της σύγκρουσης ενέργειες, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση και με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας προσέκρουσε στη δεξιά πλάγια πλευρά του αυτοκινήτου, στο ύψος της οπίσθιας δεξιάς πόρτας. Από τη σύγκρουση ανατράπηκε η μοτοσυκλέτα, σύρθηκε στο οδόστρωμα διαγώνια με τη δεξιά πλευρά της, διέσχισε την πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου ο οδηγός έπεσε από το όχημα και τελικά η μοτοσυκλέτα ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 34 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως, εντός της ειδικής για τη δεξιά στροφή λωρίδας, ενώ το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε εντός της πρώτης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας.

Από τη σύγκρουση υπέστη σωματικές βλάβες ο οδηγός της μοτοσυκλέτας (ενάγων). Ο τελευταίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 47 ετών. Από το έτος 1984 ήταν κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδηγήσεως, σταδιακώς δε, απέκτησε άδεια ικανότητας οδηγήσεως για οχήματα Α', Β', Γ' και Ε' κατηγορίας. Το έτος 1995 απέκτησε επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγήσεως για άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εθνικών και διεθνών μεταφορών.

Το έτος 1993, ο ενάγων διαγνώσθηκε πάσχων από σκλήρυνση κατά πλάκας. Από το έτος 1999 εξεταζόταν τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία της νευρολογικής κλινικής του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου". Κατά τις σχετικές προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του Νοσοκομείου, είχε νοσηλευθεί οκτώ φορές κατά τα έτη 2000, 2002, 2003 και 2004, με τη διάγνωση πολλαπλή σκλήρυνση και μια φορά την ίδια ασθένεια σε υποτροπή.

Κατά την εξέταση της 27-4-2010, διαπιστώθηκε παραπληγία 1/5 (άριστα είναι το 5/5), επιτακτική ούρηση, μερική ανικανότητα αυτοεξυπηρετήσεως και αδυναμία βαδίσεως. Η ασθένειά του σταδιακώς επιδεινώθηκε και αυτός ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ένα δε από τα συμπτώματα της νόσου του ήταν η μειωμένη αισθητικότητα των κάτω άκρων και ιδίως του αριστερού.

Ήδη από το έτος 1997 του ανακλήθηκε η άδεια ικανότητας οδηγήσεως. Ωστόσο, παρότι δεν εργαζόταν και ελάμβανε αναπηρική σύνταξη, δεν ήταν ανίκανος να μετακινηθεί. Παρά την αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως ο ενάγων την ημέρα του περιγραφόμενου ατυχήματος είχε πραγματοποιήσει με τη μοτοσυκλέτα του την, άνω των 20 χιλιομέτρων, διαδρομή από την οικία του, στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης, προς το κατάστημα ΙΚΕΑ και επέστρεφε στην οικία του, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα στην οδήγηση.

Η ζημία που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο από τη σύγκρουση ήταν ελάχιστη και δεν απαιτούσε επισκευή, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ενάγων δεν έβαινε με μεγάλη ταχύτητα. Περαιτέρω, ο ενάγων έβαινε κανονικά στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας του, όταν αντιλήφθηκε την είσοδο του αυτοκινήτου στη λωρίδα του τροχοπέδησε άμεσα και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ενώ δεν μπόρεσε να ενεργήσει οποιονδήποτε άλλον αποφευκτικό ελιγμό και κυρίως προς τα αριστερά, αφού στη λωρίδα αυτή κινούνταν άλλα οχήματα και άλλωστε ήταν το αρχικό σημείο του επερχόμενου κινδύνου και, τέλος, δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό εισερχόμενος στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, διότι δεν είχε τα χρονικά και τοπικά περιθώρια, αφού η είσοδος του αυτοκινήτου στη λωρίδα του έγινε αιφνιδίως, χωρίς τη χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Από αυτά τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν, το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη επιμέλειας, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και προέβη σε εκτέλεση ελιγμού αλλαγής λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να ενεργοποιήσει το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς, προηγουμένως, να πραγματοποιήσει έλεγχο των κινουμένων επί της λωρίδας αυτής οχημάτων, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση της μοτοσυκλέτας επί της οδού στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και να μην παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτήν, αλλά να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία της και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα, δηλαδή να ενεργήσει κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 71β' Ν. 2696/1999 και επέφερε το παράνομο αποτέλεσμα της προκλήσεως σωματικής βλάβης στον οδηγό της μοτοσυκλέτας.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του τελευταίου, διότι, όπως προεκτέθηκε, αυτός έβαινε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το νόμιμο όριο, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο σε μικρή απόσταση από αυτόν να εισέρχεται αιφνιδίως στη λωρίδα του τροχοπέδησε και ενήργησε άμεσα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, απορριπτομένης, ως αβάσιμης, της σχετικής ενστάσεως, που προβλήθηκε στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δίκη και επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.

Ούτε όμως η προηγούμενη πάθηση του οδηγού της μοτοσυκλέτας, λόγω της οποίας του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης, συνετέλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση του ατυχήματος ή στο μέγεθος των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτός έβαινε με νόμιμη και αρμόζουσα στις περιστάσεις κινήσεως ταχύτητα, σε επιτρεπόμενο σημείο της οδού, προσπάθησε δε ανεπιτυχώς να εκτελέσει όλους τους αρμόζοντες αποφευκτικούς ελιγμούς".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων της, τον οδηγό το επιβατικού αυτοκινήτου (α' εναγόμενο) και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας, που προβλήθηκε από τους εναγομένους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 ΑΚ και 94 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, ενώ η παράβαση από τον ενάγοντα οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 2 του ν. 2696/1999 δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, διότι η πρόκληση του ατυχήματος αυτού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας από τον ενάγοντα, αλλά σχετίζεται αποκλειστικά με την αμελή οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με ελιγμό προς τα δεξιά, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο κανονικά και με κανονική ταχύτητα η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος και παρεμβλήθηκε στην πορεία της αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα και από πολύ μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, να ανατραπεί, συνεπεία αυτής, η μοτοσυκλέτα και να συρθεί στο οδόστρωμα επί 34 μέτρα, με περαιτέρω συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του οδηγού της.

Επί του ζητήματος αυτού (του τραυματισμού του ενάγοντος) και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνας πράξης και του επελθόντος από αυτήν αποτελέσματος, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων-εκκαλών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπανικολάου", όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 30-6-2010.

Από την κλινική και τις διαγνωστικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό κάταγμα του σώματος του Θ12 σπονδύλου και του πετάλου αριστερά, με οπίσθια παρεκτόπιση κατεαγότος τεμαχίου και σημαντική στένωση του σπονδυλικού σωλήνα (ήτοι βρέθηκαν τεμάχια οστού εντός του νωτιαίου σωλήνα), συνοδό μικρό παρασπονδυλικό αιμάτωμα, κάταγμα στην πρόσθια άνω δεξιά επιφάνεια του σώματος του Ο2 σπονδύλου, με φυσιολογικό εύρος σπονδυλικού σωλήνα, υπαισθησία και των δύο κάτω άκρων και χωρίς κινητικότητα στα κάτω άκρα.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας Θ11, Ο1 και Ο2 σπονδύλων και εξήλθε δώδεκα ημέρες μετά την εισαγωγή του, με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, χρήση θωρακικού-οσφυϊκού επιδέσμου, συνέχιση της νοσηλείας του σε κέντρο αποκαταστάσεως για χρονικό διάστημα τριών μηνών και διενέργεια φυσικοθεραπείας.

Την ίδια ημέρα, 30-6-2010, εισήλθε στο Κέντρο Αποκαταστάσεως "Ευεξία", όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 13-8-2010, με αιτία εισαγωγής τα κατάγματα και την παραπάρεση. Μετά την έξοδό του από το κέντρο αποκαταστάσεως, του χορηγήθηκε από το Νοσοκομείο "Παπανικολάου" ιατρική γνωμάτευση για συνέχιση του προγράμματος για χρονικό διάστημα 2 μηνών, ως εξωτερικός ασθενής.

Το κάταγμα του Θ12 σπονδύλου, συνεπεία του ατυχήματος της 19-6-2010 και ο τραυματισμός του νωτιαίου μυελού επιδείνωσε την προηγούμενη κατάστασή του (σκλήρυνση κατά πλάκας). Κατά την εξέτασή του στις 30-10-2010, διαπιστώθηκε πλήρης παράλυση των κάτω άκρων (παραπληγία 0/5), πλήρης κατάργηση της αισθητικότητας στα κάτω άκρα, αδυναμία ουρήσεως, με αποτέλεσμα να απαιτούνται τουλάχιστον 6 αυτοκαθετηριασμοί της ουροδόχου κύστεως ημερησίως και η επιδείνωση αυτή, σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις, οφειλόταν σε τραυματική βλάβη του νωτιαίου μυελού, συνεπεία του κατάγματος.

Εξαιτίας της καταστάσεως αυτής ο ενάγων έκτοτε παρουσιάζει παραπληγία, αδυναμία στάσεως σε όρθια θέση, αδυναμία βαδίσεως, διαταραχές σφικτήρων, με αποτέλεσμα αδυναμία ελέγχου της ουρήσεως και αφοδεύσεως και αδυναμία στύσεως και κινείται σε αναπηρικό αμαξίδιο. Το Μάρτιο του 2013 (μετά την άσκηση της αγωγής) υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τοποθετήσεως προγραμματιζόμενης αντλίας συνεχούς ενδοραχιαίας έγχυσης φαρμάκου, για τη λύση της σπαστικότητας και τη μείωση του άλγους.

Η παραπληγία, η πλήρης αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως και η πλήρης αδυναμία ελέγχου της διαδικασίας ουρήσεως, αφοδεύσεως και στάσεως, εμφανίσθηκαν μετά το ατύχημα και οφείλονται στην κάκωση του νωτιαίου μυελού και όχι στην ασθένεια από την οποία έπασχε ο ενάγων, όπως αποδεικνύεται από πλήθος ιατρικών γνωματεύσεων των δημοσίων νοσοκομείων "Παπανικολάου", "Παπαγεωργίου", του ιδιωτικού θεραπευτηρίου "Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης" και του κέντρου αποκαταστάσεως "Ευεξία", που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 2010 έως και 2012 και ως εκ τούτου το αίτημα των εναγομένων-εκκαλούντων να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του πριν και μετά το ατύχημα και η αιτιώδης συνάφεια του ατυχήματος με την παρούσα κατάσταση της υγείας του είναι απορριπτέο...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του άνω τροχαίου ατυχήματος και του κατά τα ανωτέρω σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος και των επιπτώσεων αυτού στην υγεία του.

Ειδικότερα, δέχεται με επαρκή αιτιολογία ότι η νόσος σκλήρυνση κατά πλάκας, από την οποία ο ενάγων έπασχε κατά το χρόνο του ατυχήματός του, του είχε προκαλέσει παραπληγία σε ποσοστό 1/5 και μειωμένη αισθητικότητα των κάτω άκρων, πλην όμως μπορούσε να κινηθεί αυτόνομα και να αυτοεξυπηρετηθεί μερικώς, ο τραυματισμός του, όμως, κατά το ανωτέρω ατύχημα, και κυρίως το συντριπτικό κάταγμα του Θ12 σπονδύλου και η κάκωση του νωτιαίου μυελού του προκάλεσε πλήρη παράλυση των κάτω άκρων, αδυναμία στάσεως σε όρθια θέση, αδυναμία βαδίσεως, πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως και πλήρη αδυναμία ελέγχου της διαδικασίας ουρήσεως, αφοδεύσεως και στύσεως και κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο, όλα δε αυτά εμφανίσθηκαν μετά το ατύχημα και οφείλονται στην κάκωση του νωτιαίου μυελού και όχι στην νόσο από την οποία έπασχε ο ενάγων, καταλήγει δε στο ορθό συμπέρασμα ότι υφίσταται μεταξύ του ατυχήματος και του σωματικών βλαβών του ενάγοντος και των ως άνω επιπτώσεών τους στην υγεία του, αιτιώδης συνάφεια.

Επομένως, ο δεύτερος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 1400/2018).

Ετσι, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις μαρτύρων, και δεν περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 1598/2014, ΑΠ 559/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της από 27-11-2017 αναίρεσής τους προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

α' του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγματικών περιστατικών που ο ενάγων δεν εισέφερε νόμιμα στη δίκη με το δικόγραφο της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο α) δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν, παρόλο που αυτό, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αδύνατο να συμβεί, δεδομένου ότι τα δύο οχήματα εκινούντο παράλληλα, σε διαφορετικές λωρίδες κυκλοφορίας, με την αυτή ταχύτητα των 50 χ/ω και είχαν μεταξύ τους απόσταση 5 μέτρων, με προπορευόμενο το επιβατικό αυτοκίνητο του α' εναγομένου και κατά τη στιγμή της εισόδου του πρώτου οχήματος στη λωρίδα κυκλοφορίας του δευτέρου οχήματος ο οδηγός του τελευταίου τροχοπέδησε και β) δέχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της στη δεξιά πλευρά του επιβατικού αυτοκινήτου, στο ύψος της οπίσθιας δεξιάς πόρτας, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή το επιβατικό αυτοκίνητο προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του στην αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι συνθήκες του ατυχήματος και τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την έννοια που προεκτέθηκε. Ειδικότερα, το Εφετείο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και την μνημονευόμενη ένορκη βεβαίωση, προσδιόρισε λεπτομερώς την κίνηση των οχημάτων πριν από τη σύγκρουση και τα σημεία με τα οποία ήρθαν αυτά σε επαφή, καίτοι τα σημεία αυτά δεν αναφέρονται στην αγωγή, αφού με την παραδοχή αυτών, δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για αυτόν που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 944/2017).

Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την ένννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Ενόψει αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Τέλος, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του ενάγοντος, της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση και στην έκταση του τραυματισμού του, του είδους και της εκτάσεως των σωματικών βλαβών του τελευταίου, των φυσικών και ψυχικών πόνων που δοκίμασε λόγω του τραυματισμού του, καθώς και των περιορισμών στους οποίους υποβάλλεται εξαιτίας αυτών στην κοινωνική και προσωπική του ζωή, της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του ιδίου και του πρώτου εναγομένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, από τη στενοχώρια και τη θλίψη του λόγω του τραυματισμού του και της συνακόλουθης προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας, η αποκατάσταση της οποίας δεν είναι δυνατή καθόσον προκλήθηκε πλήρης παράλυση των κάτω άκρων, κινείται πλέον με αμαξίδιο και έχει ανάγκη από τη βοήθεια και την παροχή υπηρεσιών άλλου προσώπου για την εξυπηρέτηση των ατομικών του αναγκών σε εικοσιτετράωρη βάση, κατά τα προεκτεθέντα, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη του ενάγοντος ανέρχεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας στο ποσό των 100.000 ευρώ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την με αριθμό κατάθεσης 2271/6-6-2014 έφεση των εναγομένων, ενώ δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την με αριθμό κατάθεσης 765/24-2-2014 έφεση του ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης 14822/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε επιδικάσει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 30.000 ευρώ, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 100.000 ευρώ.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της από 27-11-2017 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο όμως είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, ενόψει και της, πριν από το ατύχημα, κατάστασης της υγείας του ενάγοντος.

Αντίθετα, ο δεύτερος λόγος της από 3-12-2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο ενάγων, επικαλούμενος τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτόν το προαναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτιμάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει, κατά δίκαιη κρίση, σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειές της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 560/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι το ένδικο ατύχημα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ.

Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, λόγω της προϋπάρχουσας ασθένειάς του είχε ήδη παύσει να εργάζεται από το έτος 1997 και λάμβανε αναπηρική σύνταξη. Το ένδικο ατύχημα δεν επέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο στο επαγγελματικό και οικονομικό μέλλον του, καθώς δεν υπήρχαν προοπτικές να εργασθεί στο μέλλον, ούτε ευκαιριακά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την έφεσή του, ενώ η επίδραση του ίδιου ατυχήματος στην οικογενειακή και κοινωνική του ζωή, λαμβάνεται υπόψη για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι από την προκληθείσα αναπηρία επηρεάζεται το μέλλον του, ενόψει του ότι ήδη από το έτος 1997 είχε παύσει να εργάζεται κατά τα προεκτεθέντα και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, το κονδύλιο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατά την ουσία του και ορθά με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ως άνω νομική σκέψη, η αυτοτελής αξίωση για ιδιαίτερη χρηματική παροχή από το παραπάνω άρθρο, επιδικάζεται όχι μόνο όταν προκαλείται στον παθόντα περιουσιακή ζημία, λόγω αδυναμίας πορισμού οικονομικών ωφελημάτων, αλλά και όταν η αναπηρία ή η παραμόρφωση έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή εξέλιξη αυτού (παθόντα).

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της από 3-12-2018 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρέλκει δε, μετά από αυτά, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, κατά παραδοχή των προαναφερομένων λόγων τους, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ, καθώς και ως προς τις διατάξεις της δικαστικής δαπάνης. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της από 27-11-2017 αίτησης αναίρεσης και ο αναιρεσείων της από 3-12-2018 αίτησης αναίρεσης, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής κατά ίσα μέρη νίκης και ήττας του κάθε μέρους (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 27-11-2017 και 3-12-2018 κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1263/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δέχεται αυτές κατά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας λόγους.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1263/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα παραπάνω κεφάλαια για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες και των δύο αναιρέσεων των παραβόλων που έχουν καταθέσει. Και

Συμψηφίζει, στο σύνολό της, τη δικαστική δαπάνη της δίκης για τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ