Legislator Case Law & Legislation
466/2019 AI generated

466/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 466/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

466/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Keywords

AI generated
deportation despite health issues claim for contributions failure to prove deterioration refund of contributions to foreigners pledge shortfall certificate reapplication for disability benefits
AI generated
1875/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
1085/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
79/2023
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding lack of ex parte admission of debt.
1554/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 466 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) ιατρός..., με τον οποίο ο ενάγων διατηρούσε μακροχρόνια φιλία, μαζί με τον Ι. Σ., ιατρό... και άλλους ιατρούς το έτος 1991 άνοιξαν και έκτοτε λειτουργούσαν στη … Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο.....

Το καλοκαίρι του έτους 1996 η ως άνω επιχείρηση αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Προς αποτροπή του κινδύνου αυτού ο εναγόμενος και ο συνάδελφός του Ι. Σ. κατέφυγαν στον φίλο και συνάδελφό τους ενάγοντα προς δανεισμό. Έτσι στις 28.6.1996 με σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε στη … μεταξύ του ενάγοντος, ως δανειοδότη, και του εναγομένου και του Ι.

Σ., ως δανειοληπτών, και περί της οποίας συντάχθηκε ταυτόχρονο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων κατέβαλε σε κάθε δανειολήπτη το ποσό των 25.000.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 50.000.000 δραχμών, με σκοπό την κάλυψη των οφειλών των ανωτέρω δανειοληπτών, ιατρών και συνεταίρων στο παραπάνω Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο, προς διάφορα πιστωτικά ιδρύματα.

Με βάση τους όρους του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η απόδοση του δανείου από τον εναγόμενο θα γινόταν εντόκως, με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο 25% ετησίως, εντός τεσσάρων ετών, με δήλη ημέρα απόδοσης του κεφαλαίου στις 30.6.2000 και καταβολής των τόκων σε δώδεκα (12) τετραμηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από 31.10.1996, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στον 4 όρο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, και συγκεκριμένα: 1) δόση ποσού 2.250.000 δραχμών καταβλητέα στις; 31. 10.1996, 2) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 28.2.1997, 3) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 30.6.1997, 4) δόση ποσού 2.250.000 δραχμών καταβλητέα στις 31.10.1997, 5) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 28.2.1998, 6) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 30.6.1998, 7) δόση ποσού 2.250.000 δραχμών καταβλητέα στις 31.10.1998 , 8) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 28.2.1999, 9) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 30.6.1999, 10) δόση ποσού 2.250.000 δραχμών καταβλητέα στις 31.10.1999, 11) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 29. 2.2000 και 12) δόση ποσού 2.000.000 δραχμών καταβλητέα στις 30.6.2000.

Προς εξασφάλιση καταβολής των παραπάνω δόσεων των τόκων του δανείου ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος και παρέδωσε σ' αυτόν τις αντίστοιχες με τις παραπάνω δόσεις τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. ...302, ...303, ...304, ...305, ...306, ...307, ...308, ...309, ...310 επιταγές της τότε ... σε χρέωση του υπ' αριθμ. ...45-9 λογαριασμού του, καθώς και τις υπ' αριθμ. ...455, ...464 και ...473 επιταγές της τότε Ιονικής Τράπεζας σε χρέωση του υπ' αριθμ. ...074 λογαριασμού του στην εν λόγω Τράπεζα, ενώ προς εξασφάλιση απόδοσης του ποσού του κεφαλαίου του δανείου ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος την υπ' αριθμ. ...301 μεταχρονολογημένη επιταγή της ...

ποσού 25.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως την 30.6.2000. Ωστόσο ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο την πρώτη δόση των τόκων ποσού 2.250.000 δραχμών και ο ενάγων του επέστρεψε την υπ' αριθμ. ...302 ισόποση επιταγή, ενώ μέχρι την άσκηση της αγωγής το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 δεν είχε καταβάλει τις υπόλοιπες δόσεις των τόκων συνολικού ποσού 22.750.000 δραχμών, ούτε το κεφάλαιο ποσού 25.000.000 δραχμών.

Για το λόγο αυτό τα σώματα των λοιπών, πλην της πρώτης, επιταγών βρίσκονται στα χέρια του ενάγοντος..... Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποδόσεως του ληφθέντος από αυτόν δανείου μετά από τρεις μήνες από τη λήψη του, δηλαδή το μήνα Σεπτέμβριο 1996, χωρίς αυτός να προσκομίζει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του αυτόν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ούτε κρίνεται πειστικός o ισχυρισμός του ότι, ενώ απέδωσε το ποσό του άνω δανείου στον ενάγοντα, το οποίο δήθεν δεν χρειάσθηκε να αναλωθεί γιατί ο συνεταίρος του Ι. Σ. διακανόνισε τις οφειλές της άνω επιχείρησής τους στις τράπεζες με τα χρήματα που είχε δανεισθεί ο ίδιος, ο ενάγων του επέστρεψε μόνο την πρώτη από τις παραπάνω επιταγές που είχε τους τόκους και παρακράτησε τις λοιπές επιταγές, γιατί μέχρι τους χρόνους λήξης των επιταγών απέμενε ικανό χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο θα ήταν λογικό αυτός να έχει ζητήσει και λάβει από τον ενάγοντα όλες τις επιταγές εκδόσεώς του, ώστε να μην κινδυνεύει από την τυχόν κυκλοφορία τους.

Ακόμα δε και αν ο ενάγων προφασιζόταν κάποιο λόγο, για τον οποίο δεν ήταν δυνατή η επιστροφή των επιταγών ..., ο εναγόμενος δεν εξηγεί πειστικά γιατί δεν του χορηγήθηκε εξοφλητική απόδειξη για το καταβληθέν ποσό. Περαιτέρω ... κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1998 ο εναγόμενος αντιμετώπιζε και πάλι οικονομικά προβλήματα και είχε ανάγκη χρημάτων προκειμένου να ματαιωθεί ο αναγκαστικός πλειστηριασμός που επισπευδόταν σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του από πιστωτικά ιδρύματα εξαιτίας οφειλών του παραπάνω Ιατρικού - Διαγνωστικού Κέντρου.

Προς τον σκοπό αυτό κατάρτισε με τον ενάγοντα νέα σύμβαση άτοκου δανείου ποσού 15.000.000 δραχμών ή 44.020,54 ΕΥΡΩ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί στον ενάγοντα στις 31.3.1998. Προς εξασφάλιση απόδοσης του άνω δανείου αλλά και του προηγούμενου ανεξόφλητου, ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα μία τραπεζική επιταγή της "..." εκδόσεως Α.

Φ. σε διαταγή του ενάγοντος ποσού 100.000 δολαρίων ΗΠΑ, που αφορούσε δήθεν τίμημα προερχόμενο από την πώληση ακίνητης περιουσίας του στον Ά. Φ., καθώς και την από 9.3.1998 ιδιόγραφη βεβαίωση, με την οποία δικαιολογεί την έκδοση παραπάνω επιταγής και βεβαιώνει ότι συνέστησε στον ανωτέρω εκδότη αυτής να την εκδώσει απ' ευθείας στο όνομα του ενάγοντος για καλύτερη εξυπηρέτησή του.

Μάλιστα στην ίδια ως άνω βεβαίωση αναφέρει ότι "Κατά την περίπτωση κατά την οποία ο Κος Χ. δεν εισπράξει το ΤΣΕΚ 31.3.1998 αναλαμβάνω την υποχρέωση να επιστρέψω τα ανάλογα χρήματα του ΤΣΕΚ" .... Ωστόσο ούτε και αυτό το δάνειο απέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, η δε παραπάνω επιταγή (Τραπεζικό τσεκ) της αλλοδαπής Τράπεζας εμφανισθείσα εμπροθέσμως στις 31.3.1998 στο Υποκατάστημα της τότε Τράπεζας … στην … δεν πληρώθηκε, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποβάλει εναντίον του εναγομένου ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ζακύνθου μήνυση για κακουργηματική απάτη....

O ισχυρισμός του εναγομένου ότι το δάνειο αυτό απέδωσε στον ενάγοντα περί τα τέλη Μαρτίου 1998, καθώς δεν χρειάσθηκε τελικά να το καταβάλει στην Τράπεζα, γιατί ο επικείμενος πλειστηριασμός ματαιώθηκε ύστερα από καταβολές χρηματικών ποσών που έγιναν από τους συνοφειλέτες του, δεν κρίνεται βάσιμος καθόσον δεν αποδεικνύεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από εξοφλητική απόδειξη.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά .... αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα τόσο το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.367,57 ΕΥΡΩ μαζί με το υπόλοιπο των συμφωνημένων τόκων ποσού 22.750.000 δραχμών ή 68.764,49 ΕΥΡΩ, όσο και το ποσό των 15.000.000 δραχμών ή 44.020, 54 ΕΥΡΩ που έλαβε ως δάνεια από τον ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ένσταση εξοφλήσεως του εναγομένου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416 και 806 ΑΚ, εκθέτοντας στο αιτιολογικό όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ που εφαρμόσθηκε και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου, όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης του εναγομένου - αναιρεσείοντος, δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1) ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων κατέβαλε στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο μόνο την πρώτη δόση των τόκων ποσού 2.250.000 δραχμών και ο ενάγων του επέστρεψε την υπ' αριθμ. ...302 ισόποση επιταγή, ενώ μέχρι την άσκηση της αγωγής το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 δεν είχε καταβάλει τις υπόλοιπες δόσεις των τόκων συνολικού ποσού 22.750.000 δραχμών ούτε το κεφάλαιο ποσού 25.000.000 δραχμών και για το λόγο αυτό τα σώματα των λοιπών, πλην της πρώτης, επιταγών βρίσκονται στα χέρια του ενάγοντος, β) ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποδόσεως του ληφθέντος από αυτόν πρώτου δανείου μετά από τρεις μήνες από τη λήψη του, δηλαδή το μήνα Σεπτέμβριο 1996 δεν αποδείχθηκε, γ) ότι προς εξασφάλιση του δεύτερου δανείου αλλά και του προηγούμενου ανεξόφλητου ο αναιρεσείων παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο την αναφερόμενη ως άνω τραπεζική επιταγή ποσού 100.000 δολαρίων ΗΠΑ, η οποία όμως, όπως και το ποσό του δανείου δεν πληρώθηκε, και δ) ότι και o έτερος όμοιος ισχυρισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος ότι απέδωσε και το δεύτερο αυτό δάνειο στον ενάγοντα περί τα τέλη Μαρτίου 1998 δεν κρίνεται βάσιμος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα έλλειψη επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας στην αμέσως προηγούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης όσον αφορά την απόρριψη της ένσταση εξόφλησης των δύο δανειακών συμβάσεων, επικαλούμενος ειδικότερα, ότι α) όσον αφορά το πρώτο δάνειο, το Εφετείο δεν εκθέτει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, για ποιο λόγο, ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε καταστεί από 28-02-1997 (ημερομηνία καταβολής της δεύτερης δόσης των τόκων του δανείου) υπερήμερος, παρ' όλα αυτά ο ενάγων δεν εμφάνισε για πληρωμή στις πληρώτρια τράπεζα την δεύτερη επιταγή ποσού 2.000.000 δραχμών για να την εισπράξει, σε περίπτωση δε ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του, να επιδιώξει την είσπραξή της με έκδοση διαταγής πληρωμής και στη συνέχεια με αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του, επί πλέον δε o ενάγων - αναιρεσίβλητος δεν έπραξε αυτό ούτε και για τις υπόλοιπες 11 επιταγές που βρίσκονταν στα χέρια του, καίτοι κατά τους ισχυρισμούς του δεν πληρώθηκε ούτε μία δόση (εκτός της πρώτης) για την εξόφληση των τόκων ούτε και η δόση των 25.000.000 δραχμών, που αφορούσε το κεφάλαιο, β) δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποιο λόγο ο ενάγων - αναιρεσίβλητος- δανειστής, εφόσον κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτησή του προς είσπραξη ολόκληρου του ποσού (πλην της πρώτης δόσης) του πρώτου δανείου, δεν ζήτησε προς εξασφάλιση της απαίτησής του τουλάχιστον την εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης επί των ακινήτων του και άσκησε την αγωγή προς απόδοση του δανείου τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την συμφωνηθείσα δήλη ημέρα απόδοσης του κεφαλαίου της πρώτης δανειακής σύμβασης, γ) στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτολογείται, επίσης, πώς είναι δυνατόν ο ενάγων - αναιρεσίβλητος να του δανείσει στις 31-3-1998 με την δεύτερη σύμβαση δανείου 15.000.000 δραχμές, όταν ήδη είχε καταστεί από 28-02-1997 υπερήμερος ως προς την τμηματική απόδοση του πρώτου έντοκου δανείου, το οποίο δεν είχε ακόμη εξοφλήσει, και, επί πλέον, αντιμετώπιζε κατά το χρόνο αυτό και σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού τα γεγονότα αυτά οπωσδήποτε θα απέτρεπαν τον ήδη αναιρεσίβλητο από τη σύναψη νέου (δεύτερου) έντοκου δανείου 15.000.000 δραχμών, αν προηγουμένως δεν είχε προηγηθεί η εξόφληση του πρώτου δανείου των 25.000.000 δραχμών και δ) το Εφετείο για την απόρριψη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης περί εξοφλήσεως (με καταβολή) των ποσών τόσο της πρώτης δανειακής σύμβασης όσο και της δεύτερης δανειακής σύμβασης, δεν εκθέτει τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα - αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την χωρίς όρκο εξέταση του ίδιου ως διαδίκου και τις ένορκες βεβαιώσεις των δύο μαρτύρων του Χ.

Λ. και Π. Κ. ενώπιον συμβολαιογράφου, αλλά την απορρίπτει κατ' ουσίαν γιατί "δεν κρίνεται πειστικός ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός του" και γιατί δεν προσκομίζεται σχετική εξοφλητική απόδειξη ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία περί αμφισβητήσεως της αξιοπιστίας των ως άνω δύο μαρτύρων του, που βεβαιώνουν την εξόφληση και των ποσών και δύο δανειακών συμβάσεων, δεδομένου ότι η απόσβεση της ενοχής με καταβολή μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, περιλαμβανομένων και των μαρτύρων και όχι μόνο με έγγραφο.

Όμως, οι τρεις πρώτες από τις ως άνω επικαλούμενες αιτιάσεις (ελλείψεις) αναφέρονται αποκλειστικά σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία, όμως, όπως και η μη ιδιαίτερη ή διεξοδική ανάλυση των επιχειρημάτων του, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε η απόδοση των δύο δανείων στον ήδη αναιρεσίβλητο και συνακόλουθα η σχετική ένσταση εξόφλησης του αναιρεσείοντος, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ενόψει αυτού, και η τέταρτη αιτίαση του αναιρεσείοντος περί της αποδεικτικής αξίας και βαρύτητας των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, ως πλήττουσα την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ και οι αναφερόμενες από αυτόν κρίσεις και τα πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί δεν πείστηκε για τη συνδρομή των ως άνω επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα κρίσιμων γεγονότων σχετικά με την απόδοση των δανείων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010).

Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 516/16).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ προς απόδειξη της ένστασής του περί εξοφλήσεως με καταβολή εκ μέρους του προς τον αναιρεσίβλητο των χρηματικών ποσών (κεφαλαίου και τόκων) και των δύο δανειακών συμβάσεων, την οποία ένστασή του επανέφερε και στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του τις νομίμως ληφθείσες υπ' αριθμ. ...70/10.01.2017 και ...72/10.01.2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.

Κ.-Κ. των μαρτύρων του Π. Κ. και Χ. Λ., με τις οποίες και οι δύο ως άνω μάρτυρες βεβαιώνουν την εξόφληση, με καταβολή μετρητών, των δύο δανειακών συμβάσεων, παρ' όλα αυτά το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ουδεμία απολύτως αναφορά ή σχολιασμό κάνει για το περιεχόμενο των δύο αυτών ενόρκων βεβαιώσεων, χωρίς καν να εκθέτει αν αυτές (σχετικά με την εξόφληση ή μη των δύο δανείων) κρίνονται αξιόπιστες ή αναξιόπιστες και για ποιο λόγο, με αποτέλεσμα, παρά τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι προς συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος σχετικά με την ως άνω ένσταση εξοφλήσεως έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη και εκτίμησε ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο τις παραπάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, από τις οποίες αποδεικνύεται η ολοσχερής εξόφληση των δύο δανείων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του, η αιτίαση που προσάπτεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα απ' αυτό που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν αναφέρεται, ουσιαστικά, στη μη λήψη υπόψη των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αλλά αφενός μεν στην επικαλούμενη παράλειψη του Εφετείου να σχολιάσει και να αξιολογήσει ιδιαιτέρως τα αποδεικτικά αυτά μέσα και να προσδώσει σ' αυτά την αποδεικτική βαρύτητα που ο αναιρεσείων τους αποδίδει, η οποία όμως (παράλειψη) δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, αφετέρου δε στην αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως και τη χωρίς όρκο κατάθεση του εναγομένου ως διαδίκου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ...70 και ...72/10.1.2017 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν νομότυπα ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.

Κ.- Κ., καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδικους έγγραφα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς ωστόσο, όπως επισημαίνεται, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ιδιαιτέρως δε από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον κρίσιμο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων τυγχάνει αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2017 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 241/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ