466/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 466 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 466/2012
Legislator headnote
AI generated466/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 466 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 466/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 466 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 466/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσοπελάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. έως και 33) Ι. Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 13ου, 20ου, 22ου και 23ου που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 13ος αναιρεσίβλητος Α. Ν. του Α. απεβίωσε στις 8-2-2009 και κληρονομήθηκε από τους Α. Ν. του Α. και Δ. Ν. του Α., κατοίκους ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν, β) ο 20ος αναιρεσίβλητος Π. Θ. του Δ. απεβίωσε στις 17-10-2004 και κληρονομήθηκε από τους Η. Θ. του Π., Δ. Θ. του Π. και Α. Θ. του Π., κατοίκους ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν, γ) ο 22ος αναιρεσίβλητος Η. Π. του Β. απεβίωσε στις 18-2-2011 και κληρονομήθηκε από τους Γ. χα Η. Π., Β. Π. του Η. και Α. Π. του Η., κατοίκους ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν και δ) ο 23ος αναιρεσίβλητος Γ. Σ. του Ν. απεβίωσε στις 11-11-2011 και κληρονομήθηκε από τους Π. Σ. του Γ., Ν. Σ. του Γ., Α. Σ. του Γ., Μ. Σ. του Γ., Α. Σ. του Γ. και Β. Σ. του Γ., κατοίκους ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Α. Ν. (13ου), Πέτρου Θάνου (20ου), Η. Π. (22ου) και Γ. Σ. (23ου), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 27-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 20-4-2011 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 61/2007 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται και κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. (13ου), 2) Πέτρου Θάνου (20ου), 3) Η. Π. (22ου) και 4) Γ. Σ. (23ου), ως αντιδίκων του αναιρεσείοντος Δήμου κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, αντί των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους: α) για τον 13ο αναιρεσίβλητο Α. Ν., οι: Α. Ν. του Α. και Δ. Ν. του Α., β) για τον 20ο αναιρεσίβλητο Π. Θ., οι: Α. Θ., Η. Θ. και Δ. Θ., γ) για τον 22ο αναιρεσίβλητο Η. Π., Γ. χα Η. Π., Β. Π. και Α. Π. και δ) για τον ο 23ο αναιρεσίβλητο Γ. Σ., οι: Π. Σ., Ν. Σ., Α. Σ., Μ. Σ., Α. Σ. και Β. Σ.. Οι ανωτέρω δήλωσαν, δια του πληρεξουσίου τους, ότι συνεχίζουν την δίκη στην θέση των ως άνω αρχικών αναιρεσιβλήτων, που πέθαναν, αντιστοίχως στις 8-2-2009, 17-10-2004, 18-2-2011 και 11-11-2011, ως κληρονόμοι τους, ιδιότητα με την οποία παρίστανται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, οι πιο πάνω αρχικοί διάδικοι απεβίωσαν πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησαν πλησιέστερους συγγενείς τους τους πιο πάνω αναφερόμενους, οι οποίοι είναι πράγματι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα: 1) Ο Α. Ν. (13ος), απεβίωσε στις 8.2.2009 και άφησε νόμιμους κληρονόμους του τα τέκνα του Ν. Α. και Ν. Δ.. Η ιδιότητα αυτή προκύπτει από: α. την με αριθμ. πρωτ. 878/8.2.2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους, β. το με αριθμ. πρωτ. 5943/3.2.2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Καλαμάτας και γ. το με αρ. πρωτ. 7039/2012 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών. 2) Ο Π. Θ. (20ος), απεβίωσε στις 17.10.2004 και άφησε νόμιμους κληρονόμους του τα τέκνα του, Θ. Δ., Θ. Η. και Θ. Α.. Η ιδιότητα αυτή προκύπτει από: α Την υπ' αριθμ. πρωτ. 862/18.10.2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους, β . το αριθμ. πρωτ. 6109/3.2.2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Καλαμάτας και γ. το με αριθμ. πρωτ. 7048/2012 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών. 3) Ο Η. Π. (22ος) απεβίωσε στις 18.2.2011 και άφησε νόμιμους κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. Γ. και τα τέκνα του, Π. Β. και Π. Α.. Η ιδιότητα αυτή προκύπτει από: α. την υπ' αριθμ. πρωτ. 865/20.2.2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, β. το με αριθμ. πρωτ. 5929/3.2.2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Καλαμάτας και γ. το αριθμ. πρωτ. 7050/2012 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών και 4) Ο Γ. Σ. (23ος) απεβίωσε στις 11.11.2011 άφησε νόμιμους κληρονόμους του τα τέκνα του Σ. Β., Σ. Ν., Σ. Α., Σ. Μ., Σ. Π. και Σ. Α.. Η ιδιότητα αυτή προκύπτει από: α. Την υπ' αριθμ. πρωτ. 849/12.11.2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους, β. το αριθμ. πρωτ. 6089/3.2.2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Καλαμάτας και γ. το με αριθμ. πρωτ. 7052/2012 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι προαναφερόμενοι, με την πιο πάνω ιδιότητά τους, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ., επαναλαμβάνουν την, εξαιτίας του θανάτου των αρχικών αναιρεσιβλήτων, βιαίως διακοπείσα δίκη με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων των θανόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων περί γνωστοποίησης στον αναιρεσείοντα Δήμο των θανάτων αυτών κατά το προ της άσκησης της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων Δήμος δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των ως άνω θανάτων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω κληρονόμους τους.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίας λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την§2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. §2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. §3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. §4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους.... §6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της§1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγηση της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθ. 1§13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία. Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής, όπως είναι και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων σε συγκεκριμένη κατηγορία αυτών, διότι τα επιδόματα αυτά χορηγήθηκαν για σκοπό άλλο από αυτόν της αύξησης των αποδοχών. Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθ. 8 του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003).
Συνεπώς τα έξοδα κίνησης που χορηγούνται στο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν συμψηφίζονται προς την εν λόγω ειδική παροχή των 176 €, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του μισθού των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, διότι αυτά χορηγούνται για σκοπό άλλον από αυτόν της αύξησης των αποδοχών των συγκεκριμένων υπαλλήλων και συγκεκριμένα ως αποζημίωση για την κάλυψη των ιδιαίτερων δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι εν λόγω υπάλληλοι για τις μετακινήσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που συνεκδίκασε, ως Εφετείο, έφεση και προσθέτους λόγους του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου και αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 21/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που δέχθηκε εν μέρει αγωγή των τελευταίων για την καταβολή της πιο πάνω πρόσθετης παροχής του άρ. 14 του ν. 3016/2002, με την προσβαλλομένη 54/2010 απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ότι οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εργάζονται στον εναγόμενο Δήμο Καλαμάτας συνδεόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου οι μεν 1ος 2ος, 8ος, 25ος και 31ος από την 19.7.1993, ο 3ος από 21.7.1993, ο 4ος από 11.10.1985, οι 5ος, 11ος και 21ος από τις 16.6.1986, ο 6ος από την 1.10.1982, ο 7ος από 19.3.1984, ο 9ος από την 1.10.1983, οι 10ος και 29ος από τις 29.12.1989, ο 12ος από 16.9.1972, ο 13ος από 10.2.1977, ο 14ος από 6.9.1979, ο 15ος από 12.5.1979, ο 16ος από 6.10.1980, η 17η από 16.5.1977, ο 18ος από 5.9.1980, ο 19ος από 5.7.1993, ο 20ος από 1.8.1993, ο 22ος από 10.1.1989, ο 23ος από 3.3.1986, ο 24ος από 16.6.1975, ο 26ος από 1.11.1989, ο 27ος από 12.7.1993, ο 28ος από 5.8.1993, ο 30ος από 22.1.1980 και οι 32ος και 33ος από το 1982 με την ειδικότητα ο 1ος του χειριστή, οι 2ος , 3ος 19ος και 26ος του οδηγού, οι 4ος, 5ος, 6ος, 7ος του τεχνίτη, η 17η της καθαρίστριας και οι υπόλοιποι του εργάτη. Ότι με βάση τις αυτές κατά βάση νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν παραπάνω, οι ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ένδικη πρόσθετη μισθολογική παροχή ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, ως διαφορά αποδοχών, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ότι η παροχή αυτή δεν υπόκειται προς συμψηφισμό προς τα έξοδα κίνησης, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και το επίδομα γάμου και τέκνων και απέρριψε ως αβάσιμους τους περί αντιθέτου προταθέντες λόγους εφέσεως για εσφαλμένη επιδίκαση της παροχής αυτής, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, και για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού στην παροχή αυτή των παραπάνω επιδομάτων. Ακολούθως το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 30.11.2003, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του αρ. 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, δεχόμενο σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ αντιθέτως έκρινε ότι δεν παρεγράφηκαν οι αξιώσεις αυτών που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.12.2003 έως 31.12.2004. Μετά από αυτό εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι είχαν παραγραφεί οι αγωγικές αξιώσεις και δέχθηκε αυτήν κατά το μέρος που αφορούσε τις παροχές που οφείλονται για το χρονικό διάστημα από 1.12.2003 έως 31.12.2004, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 2.288 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες ως εργαζόμενοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα "με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης δικαιούνται ως διαφορά αποδοχών κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας τη μηνιαία παροχή των 176 ευρώ και ότι η παροχή αυτή δεν υπόκειται προς συμψηφισμό προς τα έξοδα κίνησης", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο πρώτοι, από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων Δήμος και με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων: Α) των άρθρων 1§1 του ν. 2470/97, 1§1 του ν. 3205/2003, 1 του ν. 2738/99, 19 του ν. 1876/90 και 14§2, 3, 4 του ν. 3016/2002, ενώ με το δεύτερο και Β) των αυτών διατάξεων καθώς και της ΚΥΑ 2/31607/0022/176/2002. Ειδικότερα, κατά τα ήδη δεκτά γενόμενα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έσφαλε δεχόμενο ότι η εκ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 παροχή των 176 ευρώ απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει το μισθό όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ενώ ορθώς απέρριψε την ένσταση περί συμψηφισμού των "εξόδων κίνησης", με την παραδοχή ότι δεν συμψηφίζονται προς την εν λόγω ειδική παροχή τα έξοδα κίνησης που χορηγούνται στο προσωπικό των ΟΤΑ, διότι αυτά χορηγούνται για σκοπό άλλον από αυτόν της αύξησης των αποδοχών των συγκεκριμένων υπαλλήλων και συγκεκριμένα ως αποζημίωση για την κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών, στις οποίες υποβάλλονται οι εν λόγω υπάλληλοι για τις μετακινήσεις τους. Σημειώνεται ότι μόνο ο συμψηφισμός αυτός των εξόδων κίνησης είχε προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος και μόνο ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αυτής προβάλλεται, όπως εκτιμάται, σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως.
IΙI. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στη διάταξη αυτή λόγους. Το άρθρο αυτό δεν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες, μεταξύ άλλων και με εκείνες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Έτσι, στους λόγους των διατάξεων του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται: α) η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ με τις από 4-11-2009 νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, πρότεινε τον ισχυρισμό ότι "οι 6ος, 7ος, 18ος, 19ος 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος και 32ος των εναγόντων συνταξιοδοτήθηκαν την έναντι εκάστου αναφερόμενη ημερομηνία, ήτοι κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν να τους επιδικαστούν οι επίδικες παροχές, ο δε 33ος των εναγόντων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν εργαζόταν στο Δήμο Καλαμάτας" και επομένως έπρεπε "να απορριφθεί ως προς τους ανωτέρω η αγωγή ως απαράδεκτη, άλλως λόγω έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ... κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών περί ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ουσιαστικών διατάξεων, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εξέτασε τον άνω νομίμως προταθέντα λόγο - πραγματικό ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο, διότι, κατά την εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλόμενης, ο λόγος αυτός έφεσης "δεν αφορά τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που είχαν ήδη προσβληθεί με τους λόγους έφεσης ούτε τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά" και έτσι, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 560§1 περ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, διότι "η προσβαλλόμενη παραβίασε τις ουσιαστικού περιεχομένου ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων". Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, προεχόντως, γιατί η διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεως των διαδίκων, δεν περιέχει κανόνες ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου. Ανεξαρτήτως τούτων, ο προβαλλόμενος λόγος με τις πιο πάνω αιτιάσεις δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, αλλά τους μη προβλεπόμενους στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αληθώς προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. IV. Τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6§1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28§1 Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, όπως και στην αρχή αναφέρθηκε, και η θεσπιζόμενη από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, κάμπτεται όταν οι προβλεπόμενες από το νόμο εξαιρέσεις και διακρίσεις, επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, η οποία, κατ' άρθρο 109 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. και η οποία ισχύει για τους αυτούς πιο πάνω λόγους και για τους ΟΤΑ και τα δημοτικά ΝΠΔΔ (άρθρο 3 του ν.δ 31/1968 και άρθρο 276§1 του ν. 3463/2006), με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο και στους ΟΤΑ να καταβάλουν με την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου και των ΟΤΑ εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14§1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997) αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του τις παραπάνω αξιώσεις επεδίκασε στους ενάγοντες, αφενός με το νόμιμο τόκο και όχι, όπως όφειλε, προς 6%, θεωρώντας ότι η διάταξη του άρθ. 21 του ως άνω διατάγματος ως προς το ύψος του οφειλομένου από το Δημόσιο τόκου, με την οποία περιορίζεται ο οφειλόμενος από το αναιρεσείοντα Δήμο νόμιμος και εξ υπερημερίας τόκος, είναι ανίσχυρη και ως εκ τούτου ανεφάρμοστη, ως αντίθετη στις διατάξεις των αρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του αρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθ. 21 του ως άνω β.δ. και επομένως ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560§1 περ. α' του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος της (δηλαδή μόνο, ως προς το ποσοστό των επιδικασθέντων τόκων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των μειωμένων, κατά το άρθρο 281§2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου (178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 54/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ