466/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated466/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 4649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 7383/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2004 αίτησή της.
Full text
Απόφαση 466 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζ. Β. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-11-1998 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 4649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 7383/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2004 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 556/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7383/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε τέλος η 4393/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι : Στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.
Η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από την χορήγηση της και εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο, του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει, θεωρείται σαν να μην έχει εμφανισθεί στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τον συνδυασμό , εξάλλου , των προαναφερομένων διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 104 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει την συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος την συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, και να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, εκτός αν αυτός (αναιρεσείων) έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο , οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της από 18-6-2008 αιτήσεως της Ι. συζύγου Β. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4393/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που έγινε με εκφώνηση της, στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-12-2010), η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθμ. 16583/10-3-1999 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Νίκης Μιχαήλ Κωβαίου, συζύγου Α.
Γ.. Με το πληρεξούσιο αυτό, όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει, η αναιρεσείουσα διόρισε ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο, για να την εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό της σε όλα γενικώς τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές, για όλες τις δίκες αυτής, δηλαδή χορήγησε σ' αυτόν γενική πληρεξουσιότητα.
Το εν λόγω πληρεξούσιο, όμως, έπαυσε να ισχύει, αφού από την χορήγηση του, στις 10-3-1999, παρήλθαν πέντε χρόνια, δεν αποδεικνύεται δε από τον παραπάνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα σ' αυτόν με άλλο νόμιμο τρόπο. Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα δεν παρέστη νομίμως στο Δικαστήριο τούτο, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω σημειούμενη δικάσιμο (7-12-2010).
Εξάλλου, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε με επιμέλεια του νομίμως παραστάντος αναιρεσίβλητου, για να παραστεί κατά την δικάσιμο αυτή (7-12-2010).
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 18-6-2008 αιτήσεως της Ι. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4393/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ