Legislator Case Law & Legislation
466/2010 AI generated

466/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 466/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

466/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Εργ. 19040/1981 και 3§ 16 ν. 4504/1960 σε συνδ. προς το αρθ. 1§§ 1 και 2 α.ν. 539/1945 (όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ. 1 ν. 1346/1983) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και ετήσιας άδειας ανάπαυσης, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 648 επ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 466 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ - ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Ρήγα και Κωνσταντίνο Λέων.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) - Τμήμα Δυτικής Ελλάδος", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-11-2005 και 29-3-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με την υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 433/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2008 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 860/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 13-5-2009 κλήση της καλούσας Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως, την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των αρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Επομένως, η από 29-12-2009 πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος" (TEE) υπέρ του αναιρεσιβλήτου που είναι μέλος αυτού, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα στους αρχικούς διαδίκους, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης, με την άσκηση δε αυτής και την επ' αυτής παράσταση του προσθέτως παρεμβαίνοντος ικανοποιείται η κατ' αρθ. 110 ΚΠολΔ αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, λόγω παραβίασης της οποίας, μη κλήτευσης δηλ. αυτού, που είχε παρέμβει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3-2-2009 κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 860/2009 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η συζήτηση εκείνη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, νομίμως φερομένης και πάλι προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής με την από 13-5-2009 κλήση της αναιρεσείουσας.

II. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας επί δύο αγωγών του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας εταιρείας για την αναγνώριση της μεταξύ τους σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και της οφειλής διαφόρων παροχών απ' αυτήν κλπ, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ασκηθείσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον αυτού πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, του οποίου δέχθηκε ότι ο ενάγων είναι μέλος, αν και δεν εγίνετο επίκληση στην πρόσθετη αυτή παρέμβαση, όπως και το εφετείο δέχθηκε, αλλά ούτε και υπήρχε έννομο συμφέρον του παρεμβάντος προς άσκησή της, όπως είχε προτείνει η αναιρεσείουσα με τον απορριφθέντα β' λόγο της έφεσής της.

Ο λόγος αυτός (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ανακριβώς προτείνεται ότι το TEE άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και ενώπιον του Εφετείου, αφού από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι αυτό παρενέβη μόνον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με το αρθ. 2§§ 4 και 5 του βδ από 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το αρθ. 1 ΠΔ 48/1994, σε περίπτωση άρνησης κλπ καταβολής της οφειλομένης αμοιβής ή μέρους της σε δικαιούχο μηχανικό το TEE, έχει δικαίωμα είτε ν' ασκήσει το ίδιο την σχετική αγωγή είτε ν' ασκήσει παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος μηχανικού, χωρίς άλλη διατύπωση και προϋπόθεση και δη την επίκληση ειδικού εννόμου συμφέροντος.

III. Σύμφωνα με το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα αρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασης του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005).

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 18/2006) που χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι μηχανολόγος-μηχανικός με μεταπτυχιακές σπουδές στην διοίκηση επιχειρήσεων στο πανεπιστήμιο του Surrey του Ηνωμένου Βασιλείου, με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε με την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία και που χαρακτηρίσθηκε από τους συμβληθέντες ως "σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών", προσελήφθη απ' αυτήν την 1-2-2002, ότι με την σύμβαση αυτή η εναγομένη, η οποία με σύμβαση μεταξύ αυτής και του Υπουργείου Ανάπτυξης είχε αναλάβει για την γεωγραφική περιοχή Πελοποννήσου, Ηπείρου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδος -ως ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης- την εφαρμογή των μέτρων του Προγράμματος Ανταγωνιστικότητας και όποιου άλλου προγράμματος ενδεχομένως της ανατεθεί, ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση εργασιών υποβοήθησης του έργου της και συγκεκριμένα την (α) εφαρμογή των μέτρων του προγράμματος Ανταγωνιστικότητας (β) δημοσιοποίηση του αντικειμένου των μέτρων (γ) παροχή διευκρινίσεων, πληροφοριών και γενικά συμβουλευτικών υπηρεσιών που αφορούν την καλύτερη ενημέρωση των υποψηφίων επενδυτών (δ) παραλαβή προτάσεων και ιδεών από τους επιχειρηματίες της περιοχής ευθύνης του και τον αναλυτικό έλεγχο (ε) ενημέρωση των επιχειρηματιών της περιοχής επί των προγραμμάτων που αφορούν τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (στ) παρακολούθηση υλοποίησης έργων (φυσικού αντικειμένου) από τους επιχειρηματίες (ζ) βοήθεια συμπλήρωσης και συγκέντρωσης μηνιαίων, τριμηνιαίων, εξαμηνιαίων και ετήσιων εκθέσεων προόδου και (η) ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας των συστημάτων πληροφορικής της εναγομένης, ότι χρόνος παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος συμφωνήθηκε το χρονικό διάστημα από 1/2/2002-31/12/2008, με δυνατότητα παράτασης σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης μέχρι τότε του έργου, ότι με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε επίσης ότι ο ενάγων (α) υποχρεούται να υλοποιήσει τις ανατιθέμενες σ' αυτόν εργασίες καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια και ενεργώντας με την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη επιμέλεια (β) οφείλει να αξιοποιήσει την εμπειρία και τις γνώσεις του προς εξυπηρέτηση του έργου που αναλαμβάνει, οφείλει, όμως, και να λαμβάνει πάντοτε υπόψη του τις κατευθυντήριες γραμμές και τις οδηγίες της διοίκησης της εναγομένης και της Αναθέτουσας Αρχής (γ) υποχρεούται να μετακινείται σύμφωνα με τις ανάγκες της εναγομένης εντός της ως άνω γεωγραφικής περιοχής προς εκτέλεση υπηρεσίας για την υλοποίηση των προγραμμάτων που έχει αναλάβει η εναγομένη (δ) υποχρεούται να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια σχετικά με τα προγράμματα και τις υπηρεσίες που θα γνωρίζει, καθώς επίσης να μην γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε τρίτο πληροφορίες και έγγραφα χωρίς την προηγούμενη έγγραφη εντολή της εναγομένης και (ε) απαγορεύεται να είναι ταυτόχρονα μελετητής ή σύμβουλος ή ν' αναλάβει έργο ή μελέτη ή έρευνες κλπ για λογαριασμό δικαιούχων σχετικά με τα μέτρα των προγραμμάτων που προαναφέρονται στην επίμαχη σύμβαση, ότι στα πλαίσια της τελευταίας αυτής υποχρέωσης ο ενάγων υπέγραψε την από 10-10-2002 υπεύθυνη δήλωση ότι "γνωρίζει και αποδέχεται ότι απαγορεύεται ως υπάλληλος-συνεργάτης της Διαχειριστικής (εναγομένης) να συντάσσει, καταρτίζει, υπογράφει μελέτες, προτάσεις κλπ προς υπαγωγή στα προγράμματα που διαχειρίζεται τώρα και στο μέλλον η ως άνω εταιρεία, καθόσον τούτο δεν επιτρέπεται από την υπογραφείσα σύμβαση με το ΥΠ.ΑΝ", ότι ως αμοιβή του για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην εναγομένη από 1/2-31/12/2002 συμφωνήθηκε το ποσό των 36.3226, πλέον ΦΠΑ, για τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που ήταν υποχρεωμένος να εκδίδει ο ενάγων, καταβαλλόμενο σε ίσες μηνιαίες δόσεις των 3.302€, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος με έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, και ότι θα χορηγείται ετησίως στον ενάγοντα μηνιαία άδεια χωρίς επίπτωση στην καταβαλλόμενη αμοιβή, ότι από την πρόσληψή του την 1-2-2002 και μέχρι την 5-1-2006 ο ενάγων προσέφερε ανελλιπώς τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στην εναγομένη και συγκεκριμένα από 1/2/2002-3/10/2005 ως υπεύθυνος του τμήματος Ενέργειας και έκτοτε και μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του την 5-1-2006 ως υπεύθυνος του Τμήματος Ποιότητας, ότι ειδικότερα αυτός, κατόπιν σχετικών οδηγιών της, καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα προσερχόταν στα γραφεία της εναγομένης, που στεγάζονται στο κτίριο του Επιμελητηρίου Αχαΐας ..., και παρείχε τις υπηρεσίες του καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρα 08.00-15.30, όπως και οι υπόλοιποι απασχολούμενοι στην εταιρεία, υπογράφοντας μάλιστα και τα σχετικά δελτία προσέλευσης και απασχόλησης προσωπικού και δεν μπορούσε ν' απουσιάσει από το γραφείο του (είτε για λίγο είτε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα) χωρίς σχετική άδεια του προϊσταμένου του Λ, ότι ο τελευταίος μάλιστα είχε κοινοποιήσει στον ενάγοντα και σε άλλους απασχολουμένους στην εταιρεία το από 3-6-2004 έγγραφό του, με το οποίο τους εφιστούσε την προσοχή στην ακριβή τήρηση του παραπάνω ωραρίου και τους υπενθύμιζε ότι για την ολιγόωρη απουσία τους από το γραφείο έπρεπε προηγουμένως να λάβουν σχετική άδεια από τον ίδιο, ότι ο ενάγων απουσίαζε από τα γραφεία της εναγομένης μόνο κατά τις ημέρες της μετάβασής του κατ' εντολή της για υπηρεσιακούς λόγους εκτός έδρας καθώς και επί έναν μήνα κατά το θέρος, όταν ελάμβανε, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό της, σχετική άδεια, ότι κατά την προσφορά των υπηρεσιών του ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του εκάστοτε Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και του ως άνω Προϊσταμένου του Λ, όπως τούτο προβλεπόταν ρητά με σχετικό της σύμβασής του με την εναγομένη, και υπέκειτο στην εποπτεία και τον έλεγχο των προαναφερομένων προσώπων για την διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς τις παραπάνω εντολές και οδηγίες τους, ότι ο υπεύθυνος μάλιστα του έργου Λ ζητούσε από τον ενάγοντα να του παραδίδει τους σχετικούς φακέλους των συμβάσεων που χειριζόταν με την τελική εισήγηση προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, προκειμένου να τους ελέγχει ο ίδιος και να τους υποβάλλει στην συνέχεια στο ανωτέρω όργανο της εναγομένης για την υπογραφή των συμβάσεων, ότι τις τελικές εισηγήσεις, εκτός του υπευθύνου οργάνου και του νομικού συμβούλου της εταιρείας, υπέγραφε και ο ενάγων, ότι ο τελευταίος είχεν ενταχθεί στο οργανόγραμμα της εναγομένης ως τεχνικός διευθυντής της και υπεύθυνος του Τμήματος Ενέργειας και με την ιδιότητά του αυτήν συμμετείχε σε ειδικές επιτροπές τεχνικοοικονομικής αξιολόγησης ανά τεχνολογία ή Υποκατηγορία Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την υποστήριξη της Κύριας Επιτροπής Αξιολόγησης των υποβληθεισών προτάσεων για την ένταξη έργων στα επιχειρησιακά προγράμματα "Ανταγωνιστικότητα", ότι ο ενάγων είχε απασχοληθεί προηγουμένως (από 1-6-1994 έως και το τέλος του 2001) αρχικά ως τεχνικός διευθυντής στο Κέντρο Στήριξης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων Δυτικής Ελλάδος και από 26-1-1996 ως υπεύθυνος έργου για το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ενέργειας στα πλαίσια του Β' Κοινοτικού Πακέτου Σύγκλισης, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία στο αντικείμενο της ενέργειας και οι εισηγήσεις του να γίνονται κατά κανόνα δεκτές, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην εναγομένη ελάμβανε μηνιαία αμοιβή που ανερχόταν κατά το διάστημα από 1/2/2002-30/4/2004 στο ποσό των 3.302€ και από 1/5/2004-31/12/2005 σε 3467€, ενώ επιπλέον η εναγομένη του κατέβαλλε και ΦΠΑ για τα δελτία παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε, και ότι ο ενάγων διατηρούσε με την σύζυγό του τεχνικό γραφείο και συνέτασσε κατά τον ελεύθερο χρόνο του μελέτες, αυτό, όμως, δεν απαγορευόταν από την σύμβαση υπό την προϋπόθεση ότι δεν επρόκειτο για μελέτες προς υπαγωγή στα προγράμματα που διαχειριζόταν η εναγομένη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1/2/2002-5/1/2006) μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι σε εκτέλεση της από 1-2-2002 έγγραφης σύμβασης ο ενάγων παρείχε αντί μηνιαίου μισθού στην εναγομένη εταιρεία τις ως άνω υπηρεσίες του με το προδιαληφθέν περιεχόμενο, στην προσφορά των οποίων απέβλεψε η εναγομένη, καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει το αναγκαίο για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου χρόνου) στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική, ουσιαστική και ιδίως ποιοτική εξάρτηση από τους εκπροσώπους της εναγομένης, μη ασκούντος επιρροή του γεγονότος του χαρακτηρισμού της σύμβασης από τους διαδίκους ως τοιαύτης "ανεξαρτήτων υπηρεσιών", έχοντας διαλάβει σ' αυτήν ότι δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ασφάλισης στο ΙΚΑ, ούτε του γεγονότος ότι ο ενάγων στο από 16-6-2005 έγγραφο εσωτερικής επικοινωνίας που απηύθυνε προς τον Προϊστάμενό του Λ ισχυρίσθηκε ότι με την εναγομένη διατηρεί σχέση ελεύθερου επαγγελματία, αλλά ούτε και του γεγονότος της έκδοσης για τις υπηρεσίες του θεωρημένων από την ΔΟΥ δελτίων παροχής υπηρεσιών και της καταβολής από την εναγομένη του ΦΠΑ, ενόψει και του ότι ο ενάγων με σειρά εγγράφων του από την αρχή σχεδόν της πρόσληψής του ζήτησε από την εναγομένη να χαρακτηρισθεί η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να εφαρμοσθούν οι σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 173 και 200 ΑΚ παραλείποντας, όπως αποδίδεται, να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ούτε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, ούτε εξάλλου τις διατάξεις των αρθ. 361, 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, αλλά προέβη απλώς στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους συμβληθέντες, της σύμβασης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά που αφορούσαν το είδος της εργασίας του ενάγοντος και τις συνθήκες και περιστάσεις παροχής της, τα οποία ορθά υπήγαγε στις ως άνω διατάξεις για την εξαρτημένη εργασία, ενώ διέλαβε ως προς όλες αυτές πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ειδικότερα ως προς τα κριτήρια και δη τα ποιοτικά της νομικής και προσωπικής εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγομένη.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 1-9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

IV. Σύμφωνα με το αρθ. 672 εδ. α' ΑΚ, κάθε ένα από τα μέρη έχει το δικαίωμα να προβεί οποτεδήποτε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου για σπουδαίο λόγο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "σπουδαίο λόγο" για την καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (η μη συνδρομή του οποίου και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης με τις διατάξεις των αρθ. 3, 174, 180, 349, 350, 655 656 ΑΚ καθιστά την καταγγελία άκυρη, ο δε μισθωτός λόγω της ακυρότητας δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι την λήξη της σύμβασης) αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων αλλά και άλλα περιστατικά, ακόμη και μεμονωμένα, που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, μη ανεκτή στην περίπτωση αυτή την συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι την κανονική λήξη της, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα στο πρόσωπο εκείνου, κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία, τα περιστατικά δε αυτά μπορεί να είναι τυχαία ή ακόμη να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποίου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν.

Δεν αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος ζημίας του στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του μισθωτού, εάν αυτός διατηρηθεί στην θέση του. Σπουδαίος λόγος υφίσταται και όταν ο εργαζόμενος παραβαίνει την υποχρέωση πίστης και καταχράται της εμπιστοσύνης του εργοδότη, όπως επίσης και όταν χωρίς την συναίνεση του τελευταίου ενεργεί για λογαριασμό δικό του ή τρίτου πράξεις από εκείνες που ανάγονται στον κύκλο της εργασίας του εργοδότη.

Με την σύμβαση εργασίας (ή και τον κανονισμό της εργοδότριας επιχείρησης) μπορούν να προσδιορισθούν και ειδικοί λόγοι, εφόσον από τις περιστάσεις και την φύση της εργασίας δικαιολογούνται ως "σπουδαίοι" για την καταγγελία της σύμβασης. Στην κρινομένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε περαιτέρω δεκτό, ότι κατά την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία η εναγομένη θα είχε το δικαίωμα να προβεί σε άμεση και αζημία γι' αυτήν καταγγελία της σύμβασης, εάν κρίνει αιτιολογημένα ως ανεπαρκή ή επιζήμιο τον τρόπο εκτέλεσης των πιο πάνω υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντος, ότι μεταξύ άλλων λόγων καθορίσθηκαν ως αιτίες καταγγελίας της σύμβασης (α) η πλημμελής ή δόλια εκτέλεση των προαναφερθεισών υπηρεσιών ή όποιων άλλων προσφέρει ο ενάγων (β) η αθέτηση των όρων της σύμβασης και (γ) η πλημμελής εφαρμογή των οδηγιών της Αναθέτουσας Αρχής (ΥΠΕΘΟ και ΥΠΑΝ) καθώς και της αναδόχου, ότι η εναγομένη με έγγραφό της που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 5-1-2006 κατήγγειλε την ως άνω ορισμένου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας επικαλούμενη την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ειδικότερα δε του γνωστοποίησε με το έγγραφο της καταγγελίας ότι προβαίνει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας "κατόπιν υποδείξεως της Αναθέτουσας Αρχής (ΥΠΑΝ) επειδή υφίστανται σοβαρές υπόνοιες για παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του", ότι σε σχέση με τα παραπτώματα του ενάγοντος που επικαλέσθηκε η εναγομένη (με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεις της) ως συνιστώντα "σπουδαίο λόγο", τα οποία κλόνισαν την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του με συνέπεια να καθίσταται πλέον αδύνατη η παραμονή του στην υπηρεσία της, αποδείχθηκε ότι (Α) ως προς το θέμα της εταιρείας ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΤΕΒΕ ο Ειδικός Γραμματέας για την ανταγωνιστικότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης μετά την από 14-9-2005 γραπτή καταγγελία της ως άνω εταιρείας απέστειλε προς τον Πρόεδρο της εναγομένης το με αριθ.

πρωτ. 1216/2005 έγγραφό του, στο οποίο αναφερόταν η διαπίστωση της υπηρεσίας του ότι η εναγομένη (α) ενημέρωσε με υπερβολική καθυστέρηση (9 μηνών) τον τελικό αποδέκτη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αλλαγής της επωνυμίας του στην σχετική σύμβαση λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση και μάλιστα μετά από πρωτοβουλία και επίμονη όχληση της ίδιας της εταιρείας (β) μετά την αλλαγή της επωνυμίας δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην διαδικασία καταβολής της προκαταβολής της επιχορήγησης ύψους 915.627,3€, γεγονός ιδιαίτερα επιβαρυντικό για την επιχορήγηση του ΕΠΑΝ (γ) κατά την επικοινωνία του με τον τελικό αποδέκτη το αρμόδιο στέλεχος, δηλ.

ο ενάγων, χρησιμοποιεί συχνά ύφος εριστικό και επιθετικό που δεν συνάδει με τον ρόλο που είχε αναλάβει η εταιρεία ως ενδιάμεσος φορέας, καταλήγοντας δε ο Ειδικός Γραμματέας διαλαμβάνει στο ανωτέρω έγγραφό του "πιστεύω ότι η παράβαση καθήκοντος του αναφερομένου στην επιστολή της ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ στελέχους σας θα αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού σας και ότι αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό", ότι τ' αναφερόμενα στην έγγραφη καταγγελία της ως άνω εταιρείας παράπονα ήταν αβάσιμα και οι ενέργειες του ενάγοντος κατά τον χειρισμό της υπόθεσης και την είσπραξη προκαταβολής εκ μέρους της ήταν σύννομες, συγκεκριμένα δε αποδείχθηκε (δέχεται περαιτέρω το Εφετείο) ότι (1) μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ είχε συναφθεί σύμβαση για ενεργειακό έργο επιδοτούμενο από ΕΠΑΝ και ειδικότερα για την εγκατάσταση από την τελευταία εταιρεία μικρού υδροηλεκτρικού σταθμού ισχύος 5 MW στην θέση ...

του ποταμού ... (2) με την 3799/2002 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Δυτικής Ελλάδος χορηγήθηκε στην πιο πάνω εταιρεία ενιαία άδεια χρήσης νερού-εκτέλεσης έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων και εγκατάστασης μικρού υδροηλεκτρικού σταθμού ισχύος 5 MW για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην παραπάνω θέση, ισχύος 2 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της με δυνατότητα παράτασης για 1 το πολύ έτος, με την προϋπόθεση ότι κατά το τέλος του αρχικού διαστήματος θα είχε εκτελεσθεί το 70% τουλάχιστον του συνόλου των έργων (3) στην συνέχεια η προαναφερθείσα εταιρεία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εταιρεία ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΕ και άλλαξε την επωνυμία της, για να προχωρήσει, όμως, διαδικασία υλοποίησης του έργου και να εισπράξει η εταιρεία ΤΕΡΝΑ την προκαταβολή ύψους 915.627,36, έπρεπε να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβολής του φορέα υλοποίησης του έργου με την κατάρτιση νέας σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας ΤΕΡΝΑ, απαραίτητες δε προϋποθέσεις για την κατάρτιση της νέας σύμβασης ήταν (α) η έγκριση της απορρόφησης της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΕ από την ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ (β) η υπογραφή της νέας υπουργικής απόφασης με τη νέα επωνυμία και (γ) η προσκομιδή στην εναγομένη από την ΤΕΡΝΑ της νέας άδειας εγκατάστασης στο όνομά της, καθόσον η ισχύς της αρχικής άδειας εγκατάστασης που είχεν εκδοθεί στο όνομα της ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ είχε λήξει από την 3-9-2004 χωρίς ν' ανανεωθεί, την 9-7-2004 η εταιρεία ΤΕΡΝΑ υπέβαλε στην εναγομένη ενιαίο αίτημα για αλλαγή φορέα υλοποίησης του έργου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση και για αύξηση του τεχνικού και οικονομικού αντικειμένου του έργου λόγω αύξησης της εγκατεστημένης ισχύος από 5 σε 8,5 MW ο ενάγων ως χειριστής του σχετικού φακέλου του έργου είχε ενημερώσει την ανωτέρω εταιρεία με μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ότι έπρεπε να εκπληρώσει προηγουμένως τις προεκτεθείσες νόμιμες προϋποθέσεις για να καταστεί δυνατή η αλλαγή του φορέα υλοποίησης του έργου με την κατάρτιση νέας σύμβασης και η είσπραξη της σχετικής προκαταβολής εκ μέρους της, πλην όμως αυτή και μετά ακόμη την απομάκρυνση του ενάγοντος από την θέση του Διευθυντή Ενέργειας της εναγομένης (τον Οκτώβριο του 2005) και τουλάχιστον μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της αυτές, με αποτέλεσμα να μην εισπράξει μέχρι τότε την προκαταβολή (Β) ως προς την περίπτωση της εταιρείας ΔΙΕΚΑΤ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΒΕΤΕ, ως προς την οποία η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία αυτή φέρεται να χορήγησε αμοιβή ύψους 9.440 ευρώ στην σύζυγο του ενάγοντος Χ.

Σκουβάκη για υπηρεσίες που της προσέφερε αυτή, αν και η εταιρεία είχε υποβάλει πρόταση για ένταξη και χρηματοδότηση μέσω της εναγομένης και ο ενάγων είχε τον έλεγχο της χρηματοδότησης αυτής, και αν το περιστατικό αυτό ήταν αληθές (δέχθηκεν επίσης η προσβαλλομένη απόφαση) δεν μπορεί ν' αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας, καθόσον από την προαναφερθείσα απαγόρευση που διαλαμβάνεται στην σύμβαση εργασίας, εναρμονισμένη προς το αρθ. 14 της σύμβασης της εναγομένης με το Υπουργείο Ανάπτυξης, προκύπτει ότι μόνον αυτός και όχι και τα μέλη της οικογενείας του "απαγορεύεται να αναλάβει έργο ή μελέτες ή έρευνες κ.τ.τ.

σε εταιρεία αποδέκτη δημόσιας χρηματοδότησης στα πλαίσια του αντικειμένου διαχείρισης που ανατίθεται στον ενδιάμεσο φορέα", ενώ ως προς την παρατήρηση των μελών του Οργάνου Ελέγχου που διαλαμβάνεται στο σχετικό φύλλο ελέγχου για αρνητική συμπεριφορά του ενάγοντος, όταν ζητήθηκαν στοιχεία των αξιολογητών της ενέργειας, ανεξάρτητα από την μη εξειδίκευση των ζητηθέντων στοιχείων και της δικαιολογίας του ενάγοντος για την μη παράδοση αυτών, η άρνηση αυτή, και εάν υπήρξε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες παράπτωμα που παραβιάζει την σύμβαση και δικαιολογεί την καταγγελία της (Γ) ως προς το θέμα της σύνταξης μελέτης και υποβολής πρότασης από τον ενάγοντα για λογαριασμό της εταιρείας ΑΣΤΗΡ ΑΕ για υπαγωγή στα προγράμματα διαχείρισης της εναγομένης (δέχεται περαιτέρω το Εφετείο) δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνέταξε πραγματικά τέτοια μελέτη για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, αλλά αποδείχθηκε ότι στην σύνταξη της σχετικής τεχνικοοικονομικής μελέτης για το έργο "Εξοικονόμηση Ενέργειας στο Ξενοδοχείο ΑΣΤΗΡ" που υποβλήθηκε στην εναγομένη για ένταξη στο επιχειρησιακό πρόγραμμα "ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ" προέβη η εταιρεία "Διαδικασία ΑΕ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων", ενώ ο ενάγων είχε υποβάλει προσφορά προς τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου για την σύνταξη ηλεκτρομηχανολογικής μελέτης εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου ΑΣΤΗΡ καθώς και του ξενοδοχείου ΝΤΕΝΙΑ στην περιοχή Αντιρρίου, ιδιοκτησίας των ιδίων, η οποία (σύνταξη μελέτης με το περιεχόμενο αυτό) δεν απαγορευόταν από την επίδικη σύμβαση εργασίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγομένη για να καταγγείλει την σύμβαση του ενάγοντος δεν αποτελούν, ούτε μεμονωμένα ούτε σωρευτικά λαμβανόμενα, σπουδαίο λόγο κατά την έννοια του αρθ. 672 ΑΚ δικαιολογούντα την καταγγελία της σύμβασης και επομένως η εναγομένη, αρνηθείσα να δεχθεί τις υπηρεσίες του, κατέστη υπερήμερη εργοδότρια και του οφείλει μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας, μέχρι την λήξη του συμβατικά καθορισθέντος χρόνου της.

Δέχθηκε επίσης το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εναγομένη εταιρεία συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος ή υπό συνθήκες που συνιστούν αδικοπραξία, καθόσον η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας παρακινηθείσα από το προαναφερθέν έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα Ανταγωνιστικότητας, στο οποίο γινόταν λόγος για παράβαση καθήκοντος του ενάγοντος κατά τον χειρισμό της υπόθεσης ΤΕΡΝΑ και εκαλείτο αυτή "να προβληματισθεί σοβαρά" για το περιστατικό αυτό, εξαιτίας δε του εγγράφου αυτού πίστευε, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ότι συνέτρεχε πραγματικά σπουδαίος λόγος γι' αυτήν και με την ως άνω ενέργειά της και τα όσα διέλαβε στο έγγραφο της καταγγελίας δεν είχε πρόθεση να προσβάλει την προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά να προστατεύσει τα συμφέροντά της έναντι του Υπουργείου Ανάπτυξης που καλόπιστα πίστευε ότι πλήττονται από αντισυμβατική ενέργεια του εργαζομένου (ενάγοντος).

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 672 ΑΚ ως προς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ (Β) Δεν παραμόρφωσε το με αριθ.

πρωτ. 1216/2005 έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα Ανταγωνιστικότητας του Υπουργείου Ανάπτυξης, στο οποίο αναφέρονταν οι καταγγελίες της εταιρείας ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ και οι διαπιστώσεις της υπηρεσίας του ότι ο ενάγων (α) ενημέρωσε με καθυστέρηση 9 μηνών τον τελικό αποδέκτη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αλλαγής της επωνυμίας του στην σχετική σύμβαση (β) μετά την αλλαγή της επωνυμίας δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην διαδικασία καταβολής της επιχορήγησης ύψους 915.627,3€ (γ) κατά την επικοινωνία του με τον αποδέκτη χρησιμοποιούσε συχνά ύφος εριστικό και επιθετικό, καθόσον ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του αρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, σε εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό και αποδίδοντας σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα προβαίνει σε αποδεικτική αξιολόγησή του και καταλήγει, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, σε συμπέρασμα διαφορετικό εκείνου που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δη του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου που εκφεύγει του αναιρετικού του αναιρετικού ελέγχου κατ' αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008), στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην οποία παρέθεσε το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο και ορθά αναγιγνώσκοντας αυτό, αφού το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε συμπέρασμα ως προς την βασιμότητα των περιεχομένων σε αυτό και αποδεικτέων περιστατικών διαφορετικό εκείνου που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Επομένως, ο αυτός ως άνω τρίτος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος ως προς το με στοιχ. α' σχετικό σκέλος του και την περίπτωση 1 αυτού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε όλα τα περιεχόμενα στο ως άνω έγγραφο περιστατικά (διαπιστώσεις), που προβάλλονται ως συνιστώντα σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος, και διέλαβε σχετικά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, πλην της αποδιδομένης στον ενάγοντα χρησιμοποίησης κατά την επικοινωνία του με τον τελικό αποδέκτη της χρηματοδότησης εριστικού και επιθετικού ύφους, ζήτημα, όμως, που καθεαυτό δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά συνέπεια, ο ίδιος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το αυτό α' σκέλος του περίπτωση 2 από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου (Γ) Δεχθέν ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και συγχρόνως ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η καταγγελία αυτή εκ μέρους της εναγομένης συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος ή υπό συνθήκες που συνιστούν αδικοπραξία, καθόσον ειδικότερα η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας παρακινηθείσα από το προαναφερθέν έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα Ανταγωνιστικότητας (στο οποίο γίνεται λόγος για παράβαση καθήκοντος του ενάγοντος κατά τον χειρισμό της υπόθεσης της εταιρείας ΤΕΡΝΑ), πιστεύοντας, κατά τον (κρίσιμο) χρόνο της καταγγελίας, ότι συνέτρεχε πραγματικά σπουδαίος λόγος και θέλοντας με την ενέργειά της αυτή να προστατεύσει έναντι του Υπουργείου Ανάπτυξης τα συμφέροντά της, τα οποία καλόπιστα πίστευε ότι πλήττονταν από αντισυμβατική ενέργεια του ενάγοντος, χωρίς να έχει με την ενέργεια αυτή και τα όσα διέλαβε στο έγγραφο της καταγγελίας την πρόθεση να προσβάλει την προσωπικότητα του ενάγοντος, ουδόλως διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι η συνδρομή ή όχι σπουδαίου λόγου για καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου διαπιστώνεται κατ' αντικειμενική κρίση με βάση την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και δεν ασκεί έννομη επιρροή η υποκειμενική αντίληψη και πεποίθηση του καταγγέλλοντος για την ορθότητα της ενέργειάς του.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτός ως άνω λόγος κατά το ίδιο α' σκέλος του και τον αριθ. 3 αυτού από τον αριθμό 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ (Δ) ως προς την εταιρεία ΔΙΕΚΑΤ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΒΕΤΕ, ως προς την οποία η εναγομένη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου καταγγελίας, ότι η εταιρεία αυτή φέρεται ότι κατέβαλε αμοιβή ύψους 9.440 ευρώ στην σύζυγο του ενάγοντος ...

για υπηρεσίες που της προσέφερε, αν και η ως άνω εταιρεία είχε υποβάλει πρόταση για ένταξη και χρηματοδότηση μέσω της εναγομένης και ο ενάγων είχε τον έλεγχο της πρότασης αυτής, το Εφετείο δέχθηκε ότι, και σε περίπτωση που το περιστατικό αυτό ήθελε θεωρηθεί ως αληθές, δεν μπορεί ν' αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας, καθόσον από την σχετική απαγόρευση στην σύμβαση εργασίας του προκύπτει ότι μόνον αυτός και όχι μέλη της οικογενείας του "απαγορεύεται ν' αναλάβει έργο ή μελέτες ή έρευνες σε εταιρεία αποδέκτη Δημόσιας χρηματοδότησης στα πλαίσια του αντικειμένου διαχείρισης που ανατίθεται στον ενδιάμεσο Φορέα", το Εφετείο δηλ.

έκρινε τον ισχυρισμό αυτόν ως μη νόμιμο και δεν ασχολήθηκε με την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα την προβαλλομένη, ως στοιχείο του αυτού ισχυρισμού για την δημιουργία σπουδαίου λόγου καταγγελίας σε σχέση πάντα με την ως άνω εταιρεία, παρατήρηση των μελών του οργάνου ελέγχου στο σχετικό φύλλο ελέγχου περί αρνητικής συμπεριφοράς του ενάγοντος στο αίτημα για την παροχή στοιχείων στους αξιολογητές της ενέργειας, το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι η άρνηση αυτή, εάν υπήρξε, δεν μπορεί να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας, δηλ.

και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο έκρινε τον ισχυρισμό νομικά αβάσιμο και δεν ερεύνησε την ουσία του. Επομένως, ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τα σκέλη του β' και τις περιπτώσεις 1 από τον αριθμό 11 του αρθ. 559 ΚΠολΔ (για μη λήψη υπόψη της με επίκληση προσκομισθείσης απόδειξης πληρωμής της συζύγου του ενάγοντος από την ως άνω εταιρεία) και 2 από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου (για αντιφατικές, άλλως ελλιπείς, αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό αυτόν) και γ' κατά τις περιπτώσεις 1 από τον αριθμό 11γ του αρθ. 559 ΚΠολΔ (για μη λήψη υπόψη του με επίκληση προσκομισθέντος φύλλου ελέγχου) και 2 από τον αριθμό του ιδίου άρθρου (για αντιφατικές, άλλως, ελλιπείς, αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό αυτόν) πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι για την θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης και γενικά ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και όχι να τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ε) Δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνέταξε μελέτη για λογαριασμό της εταιρείας ΑΣΤΗΡ ΑΕ για υπαγωγή στα προγράμματα διαχείρισης της εναγομένης, αλλά ότι στην σύνταξη της τεχνοοικονομικής μελέτης για το έργο "Εξοικονόμηση Ενέργειας στο Ξενοδοχείο ΑΣΤΗΡ" που υποβλήθηκε στην εναγομένη για την ένταξη στο επιχειρησιακό πρόγραμμα ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ προέβη η εταιρεία "Διαδικασία ΑΕ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων" διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό, ενώ δεχθέν περαιτέρω ότι ο ενάγων είχε υποβάλει προσφορά στους ιδιοκτήτες του παραπάνω ξενοδοχείου ΑΣΤΗΡ για την σύνταξη ηλεκτρομηχανολογικής μελέτης των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου ΑΣΤΗΡ καθώς και του ξενοδοχείου ΝΤΕΝΙΑ, ιδιοκτησίας των ιδίων, στην περιοχή Αντιρρίου, η οποία (σύνταξη μελέτης με το ανωτέρω περιεχόμενο) δεν απαγορευόταν από την επίδικη σύμβαση εργασίας του, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ούτε διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, εφόσον δεν δέχθηκε συγχρόνως ότι κατά τον χρόνο της υποβολής της προσφοράς και της σύνταξης της μελέτης οι ως άνω εταιρείες είχαν υποβάλει αιτήσεις στην εναγομένη για την ένταξη στο πρόγραμμα και ήσαν δικαιούχοι της χρηματοδότησης, ούτε ότι η μελέτη αυτή ήταν απαραίτητη για την ένταξη στο πρόγραμμα.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δ' σκέλος του και κατ' αμφότερες τις περιπτώσεις του από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθ. 559 ΚΠολΔ.

V. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των αρθ. 648 επ. και 361 ΑΚ, δεχθέν ότι η αξίωσή του για επιδόματα εορτών και αδείας ήταν βάσιμη, καθώς και ότι διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι, ενώ δέχθηκε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος στα πλαίσια του αρθ. 361 ΑΚ αφορούσε την ετήσια συνολική αμοιβή του, στην συνέχεια δέχθηκε ότι το 1/12 αυτής αποτελεί μηνιαίο μισθό.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά, ότι ως αμοιβή του ενάγοντος για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από 1/2-31/12/2002 το ποσό των 36.322€ καταβλητέο σε ίσες μηνιαίες δόσεις των 3.3026, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη ο ενάγων ελάμβανε μηνιαία αμοιβή ανερχομένη κατά το διάστημα από 1/2/2002-31/12/2004 σε 3.302€ και από 1/5/2004-31/12/2005 σε 3.467€, ότι η ανωτέρω αμοιβή θεωρείται συμφωνημένος μηνιαίος μισθός κατ' άρθ. 648§1 ΑΚ, εφόσον η σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη ήταν εξαρτημένης εργασίας, ότι ως συνδεόμενος με την εναγομένη με την σχέση αυτή δικαιούται για όλο το χρονικό διάστημα της σχέσης εργασίας του και σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 1 ν. 1082/1980, 1 της ΑΥ Οικ.

και Εργ. 19040/1981 και 3§ 16 ν. 4504/1960 σε συνδ. προς το αρθ. 1§§ 1 και 2 α.ν. 539/1945 (όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ. 1 ν. 1346/1983) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και ετήσιας άδειας ανάπαυσης, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 648 επ.

και 361 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας και ότι ο ενάγων αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

VI. Σύμφωνα με το αρθ. 371 ΑΚ "Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση, Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται καταρχήν, μόνον όταν ο προσδιορισμός της οφειλομένης παροχής έχει ανατεθεί σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον.

Αν με την σύμβαση τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι μετά από κάποιο χρονικό σημείο η παροχή του ενός θα καθορισθεί με μελλοντική κοινή συμφωνία, τότε είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί αναλογικά το εδ. β' της ως άνω διάταξης, εάν ο ένας από τους συμβαλλομένους αρνείται να συνεργασθεί καλόπιστα με τον αντισυμβαλλόμενό του για τον προσδιορισμό του οριστού σημείου της παροχής.

Αληθώς, σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να παρασχεθεί στον καλόπιστο συμβαλλόμενο η ευχέρεια προσφυγής στο δικαστήριο σύμφωνα με την ως άνω διάταξη. Κατά συνέπεια, εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει με την σύμβαση εργασίας, ότι μετά τα χρονικά σημεία, για τα οποία προσδιορίζουν τον μισθό, θα γίνει μεν αναπροσαρμογή, το ποσό, όμως, του μισθού θα το καθορίσουν με μελλοντική συμφωνία τους, υπάρχει βούληση για αναπροσαρμογή του μισθού, το ύψος του οποίου δεν είναι ορισμένο αλλά οριστό, ώστε αν συντρέξει η προαναφερομένη περίπτωση επιτρέπεται αναπροσαρμογή του μισθού με αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε περαιτέρω, ότι με την επίμαχη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως αμοιβή (μισθός) του ενάγοντος για τις υπηρεσίες του από 1/2-31/12/2002 ορίσθηκε το ποσό των 36.3226, καταβλητέο σε ίσες μηνιαίες δόσεις των 3.302 ευρώ, ότι συμφωνήθηκε ότι το ποσό της ετήσιας αμοιβής του ενάγοντος θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο με έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ αυτών για αναπροσαρμογή του μισθού του ενάγοντος, παρότι ο τελευταίος το ζήτησε επανειλημμένα με έγγραφά του προς την εναγομένη, και ότι η εναγομένη ενεργώντας μονομερώς αναπροσάρμοσε τις αποδοχές του κατά 5% από 1-5-2005, με βάση δε τις αποδοχές αυτές, τις προαναφερθείσες περιστάσεις λειτουργίας της σύμβασης εργασίας, την φύση των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντος, την προηγηθείσα αναπροσαρμογή των αποδοχών του τον Μάιο του 2004 και τον χρόνο λήξης της σύμβασης εργασίας το Εφετείο έκρινε ότι κατ' εφαρμογή του αρθ. 371 ΑΚ οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/20031/12/2008 πρέπει ν' αναπροσαρμοσθούν κατά 5% και ν' ανέλθουν σε 3.567,64 ευρώ, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος, απορρίπτοντας αντιθέτους λόγους των εφέσεων των διαδίκων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 371 ΑΚ και διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ.

VII. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 3, 174, 180, 349§ 1, 350 653, 655, 656 εδ. α', 672 ΑΚ και 69§§ 1 και 2 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εάν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγελθεί πρόωρα από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία είναι άκυρη και ο μισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, δικαιούται ν' απαιτήσει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και έως την συμφωνημένη λήξη της σύμβασης, οι μισθοί δε αυτοί που έχουν ορισθεί κατά μήνα είναι καταβλητέοι στο τέλος κάθε μηνιαίου διαστήματος του χρόνου διάρκειας της σύμβασης (αφότου και τοκοφορούν, αρθ. 345 σε συνδ.

προς το αρθ. 655 εδ. α' ΑΚ), μπορούν, όμως, να ζητηθούν και με αγωγή που ασκείται πριν από την επέλευση του αντιστοίχου χρονικού διαστήματος, οπότε η επιδίκασή τους θα γίνει αθροιστικά μεν για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την συζήτηση της αγωγής, κατά μήνα όμως για το υπόλοιπο διάστημα έως την συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά μεν το α' σκέλος αυτού, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται η αιτίαση από τον αριθ. 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ περί μη κήρυξης παρά το νόμο απαραδέκτου του αγωγικού αιτήματος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το διάστημα μετά την συζήτηση της αγωγής, ως αβάσιμος, κατά δε το β' σκέλος του από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου για έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς των διατάξεων νόμου, στις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζει το σκεπτικό της για το ως άνω ζήτημα, προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον για την θεμελίωση της κρίσης του για το ζήτημα αυτό το Εφετείο τις ως άνω διατάξεις ανέφερε στην απόφασή του, ερμήνευσε και εφάρμοσε, τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παράλειψη παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογιών, κατά την διάταξη αυτή, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης που προβλέπεται στο αρθ. 93 §3 του Συντάγματος δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αίτημα της αγωγής αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν (με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της) το διατακτικό της.

VIII. Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα εναγομένη μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας ως προς την αξίωσή του για αποζημίωση για εκτός έδρας υπηρεσία, την οποία (αοριστία) είχε και ενώπιον αυτού προτείνει με τον απορριφθέντα 6° λόγο της έφεσής της.

Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 29-11-2005 συνεκδικασθείσης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, στην οποία περιέχεται η σχετική αξίωση, ο ενάγων εξέθεσε σ' αυτήν, εκτός των άλλων, ότι σύμφωνα με την από 1-2-2002 επίμαχη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και τον ισχύοντα εσωτερικό κανονισμό του Φορέα συμφωνήθηκε ρητά ότι, σε περίπτωση μετακίνησής του στο εσωτερικό της χώρας για τις ανάγκες της υπηρεσίας, η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/25 των αποδοχών του, η εναγομένη όμως από 1-7-2004 μείωσε αυθαίρετα το ποσό της ημερήσιας αποζημίωσης σε 736, στην συνέχεια δε παρέθεσε τον αριθμό των ημερών κατά μήνα από τον Ιούλιο του 2004 μέχρι και τον Ιούνιο του 2005, κατά τις οποίες παρέσχε υπηρεσία εκτός έδρας, την καταβλητέα και την καταβληθείσα για την αιτία αυτή για κάθε μήνα αποζημίωση, καθώς και την οφειλομένη διαφορά.

Κατά συνέπειαν, η αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την αξίωση αυτή, ερειδομένη στην διάταξη του αρθ. 361 ΑΚ, και ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ - ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ", για αναίρεση της 433/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος", τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τον κάθε έναν.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ