Legislator Case Law & Legislation
466/2009 AI generated

466/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 466/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαΐου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2002 του ιδίου δικαστηρίου και 330/2004 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Εδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2.6.2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

466/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε, η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων και η εις εκτέλεση αυτής μεταβίβαση ποσού 9.200.000 δραχμών από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) προς την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη).

Keywords

AI generated
deductions and refunds back taxes refund of contributions to foreigners repatriation of capital repayment of capital contributions lawful return
AI generated
1786/2013
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
659/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
902/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/3/2009 (2) αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1587/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3415/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3/11/2015 αίτησή τους.
1137/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.
805/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 466 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Γκέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαΐου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2002 του ιδίου δικαστηρίου και 330/2004 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Εδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2.6.2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 21.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε να προκύπτει η προβαλλομένη πλημμέλεια από το αναιρετήριο, αφού δεν είναι επιτρεπτή η παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 1592/2006, ΑΠ 1404/2006). Επομένως ο πρώτος και ο τρίτος από τους λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη, αορίστως, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, χωρίς να διαλαμβάνουν τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή, χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως εφόσον είναι ουσιώδεις, δηλαδή έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς, ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει (ΑΠ 1591/2007 ΑΠ 1062/2007, ΑΠ 1816/2006, ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10, ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 532/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αντίθετοι, πρώτος και δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη τους, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, πλην άλλων: 1) το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και 2) εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 58/2008, ΑΠ 475/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει αορίστως ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, χωρίς να διαλαμβάνει ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στο λόγο αυτό της αναιρέσεως (και φέρονται ως παραμορφωθέντα), ούτε εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ούτως ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1517/2007, ΑΠ 122/2006, ΑΠ 1615/2006). Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1615/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, πλήττεται η προσβαλλομένη διότι "δέχεται αναπόδεικτα" και "αντιφατικά" ότι "το ποσό που έλαβε ο αναιρεσίβλητος" (από τον αναιρεσείοντα) "δεν αποτελεί δάνειο ... με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ", χωρίς να γίνεται λόγος για αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού αυτής. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε, η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων και η εις εκτέλεση αυτής μεταβίβαση ποσού 9.200.000 δραχμών από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) προς την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη).

Την κρίση του αυτή το Εφετείο αιτιολογεί, δεχόμενο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος διέμενε στη ..., διατηρούσε από το έτος 1997 και μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2000, δεσμό με την ΑΑ, μητέρα της εναγομένης, και το πιο πάνω χρονικό διάστημα ζούσαν μαζί στη ... . Η μητέρα της εναγομένης ζήτησε από τον ενάγοντα περί τα μέσα του έτους 1998 να ενισχύσει οικονομικά τον υιό της ΒΒ, αδελφό της εναγομένης, ο οποίος ήταν άνεργος και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.

Ο ενάγων αποδέχθηκε την ανωτέρω πρόταση και με την με ημερομηνία 31-8-1998 πάγια εξουσιοδοτική επιστολή του προς την Εμπορική Τράπεζα έδωσε εντολή να προβαίνει σε ανάληψη κάθε μήνα από τον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό του, του ποσού των 100.000 δραχμών και να το πιστώνει στο λογαριασμό, που διατηρούσε η εναγομένη στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα, δεδομένου ότι ο αδελφός της δεν διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό.

Με τον τρόπο αυτό καταβλήθηκαν, από 7-9-1998 έως 6-8-1999 από τον ενάγοντα στην εναγομένη 100.000 δρχ. ανά μήνα και συνολικά 1.200.000 δρχ. (100.000 δρχ. Χ 12 μήνες), ποσό, το οποίο απέδιδε τμηματικά ανά 100.000 δρχ. το μήνα, στον αδερφό της ΒΒ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δάνεισε στην εναγομένη το ανωτέρω ποσό με τμηματικές παροχές, για την αντιμετώπιση καθημερινών τρεχουσών αναγκών αυτής και θα επέστρεφε αυτό μετά την πώληση ενός κτήματος δεν αποδείχθηκε.

Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε από τον ενάγοντα ως δωρεά, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση του αδερφού της εναγομένης. Οι συντροφικές σχέσεις, που διατηρούσε η μητέρα της εναγομένης με τον ενάγοντα δικαιολογούν την πρόθεση του τελευταίου να προβεί στη δωρεά του ποσού αυτού μετά από συμφωνία του ενάγοντα με τη μητέρα της εναγομένης και όχι με την εναγομένη, η οποία δεν συμμετείχε σε αυτή.

Η εναγομένη από 1-7-1997 έως 4-8-1998, εργαζόταν αρχικά σε κατάστημα πώλησης καλλυντικών, από όπου αποχώρησε οικειοθελώς και στη συνέχεια, ως διευθύντρια στο ξενοδοχείο "...", που διατηρούσε ο ενάγων στη ... και μπορούσε να καλύψει τις οικονομικές της ανάγκες. Ο ενάγων και οι μάρτυρες του αναφέρουν ότι ο χρόνος, που συμφωνήθηκε για την επιστροφή του δανείου ήταν περί τα μέσα του έτους 1999, όμως, στην αγωγή του ο ενάγων ως χρόνο απόδοσης αυτού προσδιορίζει περί τα τέλη του ετούς 2000, ήτοι μετά τη διακοπή των σχέσεών του με την μητέρα της εναγομένης, που έλαβε χώρα τον Απρίλιο του ίδιου έτους και δεν έγινε με ομαλές συνθήκες.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το μήνα Μάϊο του έτους 1999 συμφώνησε με την εναγομένη και δάνεισε στην τελευταία το συνολικό ποσό των 4.000.000 δρχ. για να αντιμετωπίσει αυτή τα έξοδα από τον επικείμενο γάμο της με το συμβολαιογράφο Μυτιλήνης ΓΓ, ο οποίος τελικά τελέσθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1999, δεν αποδείχθηκε.

Στις 10-5-1999 και στις 27-5-1999 καταβλήθηκαν στην εναγομένη, ύστερα από σχετική έγγραφη εντολή του ενάγοντος, από τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό, που διατηρούσε ο ενάγων στην Εμπορική Τράπεζα, τα ποσά του 1.000.000 δραχμών και των 3.000.000 δραχμών, αντίστοιχα. Τα χρήματα αυτά εισέπραξε μεν η εναγομένη, όμως, τα έλαβε υπό την ιδιότητα της διευθύντριας του ξενοδοχείου "...", στο οποίο εργάσθηκε από τις 16-4-2999 έως τις 17-9-1999, του οποίου ο ενάγων ήταν συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50%, προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες επισκευής και ανακαίνισής του.

Την εκμετάλλευση της επιχείρησης του πιο πάνω ξενοδοχείου, ασκούσε η ομόρρυθμη εταιρεία "...-... Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν η θυγατέρα του ενάγοντος ΔΔ. Από το υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης ΓΓ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είναι σύζυγος της εναγομένης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ο ΕΕ αγόρασαν από κοινού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, το κτίριο επί του οποίου στεγάζεται το ξενοδοχείο "...".

Η λειτουργία και η εκμετάλλευση του ανωτέρω ξενοδοχείου ανατέθηκε στην ομόρρυθμη εταιρεία "...-... Ο.Ε.", που συστήθηκε για το σκοπό αυτό με το από 25-4-1999 καταστατικό και της οποίας ομόρρυθμο μέλος, κατά ποσοστό 50%, είναι η θυγατέρα του ενάγοντος ΔΔ. Όμως, ενόψει της αγοράς του παραπάνω ξενοδοχείου και της ανάληψης της διεύθυνσης του από την εναγομένη, ο ενάγων και ο συνιδιοκτήτης ΕΕ με το υπ' αριθμό ...

ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης ΓΓ, διόρισαν την εναγομένη ως ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους και είχαν παράσχει σ' αυτή την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει από τον υπ' αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα, οποιοδήποτε ποσό ήθελε, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο και γενικά να ενεργεί και να πράττει ο,τιδήποτε είναι απαραίτητο για την περαίωση της δοθείσας ειδικής εντολής.

Από τη χορήγηση της ανωτέρω ειδικής πληρεξουσιότητας προς την εναγομένη, καθώς και από το γεγονός ότι αυτός ήταν συνιδιοκτήτης του εν λόγω ξενοδοχείου αλλά και από το ότι η λειτουργία και η εκμετάλλευση του ξενοδοχείου ανατέθηκε σε εταιρεία, που συνέστησε η θυγατέρα του, αποδεικνύεται η άμεση σχέση του ενάγοντος με τη λειτουργία του παραπάνω ξενοδοχείου και την οικονομική συμμετοχή του στις δαπάνες επισκευής και ανακαίνισής του, αφού διαφορετικά δεν θα χορηγούσε ο ίδιος στην εναγομένη ειδική πληρεξουσιότητα με το παραπάνω περιεχόμενο, αλλά τούτο θα έπραττε η συσταθείσα ομόρρυθμη εταιρεία.

Ακόμη, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τον Αύγουστο του έτους 1999 δάνεισε στην εναγομένη το ποσό των 4.000.000 δραχμών με σκοπό να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της ενόψει του επικειμένου γάμου της, εκ των οποίων ποσό 1.000.000 δραχμών καταβλήθηκε στην εναγομένη μέσω της θυγατέρας του ενάγοντος ΣΤ και ποσό 3.000.000 δραχμών καταβλήθηκε μέσω του συνεταίρου του ΕΕ.

Όμως, οι καταβολές των ανωτέρω ποσών δεν αποδεικνύονται και μάλιστα εγγράφως και ο ενάγων δεν δίνει καμμία εξήγηση, που να δικαιολογεί τον τρόπο της επικαλούμενης καταβολής των παραπάνω ποσών, δηλαδή μέσω των προαναφερθέντων προσώπων και χωρίς έγγραφες αποδείξεις, δεδομένου ότι θα ήταν απλούστερο και ασφαλέστερο γι' αυτόν, να καταβάλει τα παραπάνω ποσά μέσω του τραπεζικού λογαριασμού του, όπως συνήθιζε να πράττει έώς τότε.

Περαιτέρω δέχεται ότι η εναγόμενη, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δεν είχε ανάγκη να δανεισθεί χρήματα, αφού με αφορμή τον επικείμενο γάμο της, θα ελάμβανε, ως δικαιούχος του Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος, το ποσό των 4.937.150 δραχμών, το οποίο και τελικά έλαβε μετά το γάμο της, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό ...

έγγραφο του παραπάνω ταμείου σε συνδυασμό με την από 20-10-1999 απόδειξη είσπραξης του ανωτέρω ποσού. Επίσης, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέθεσε τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό για την αιτία, που ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου όχι το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για το γάμο τους, κάλυψε ο ήδη σύζυγός της ΓΓ, συμβολαιογράφος Μυτιλήνης, ο οποίος κατά το χρόνο του γάμου τους ήταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση.

Περαιτέρω δέχεται ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι οι δαπάνες για την επισκευή και ανακαίνιση του ανωτέρω ξενοδοχείου, καλύπτονται αποκλειστικά από τον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η εταιρεία "...-... Ο.Ε." στην Εμπορική Τράπεζα, ότι αυτό δεν αποκλείει οι ανωτέρω δαπάνες να καλύφθηκαν και από χρήματα προερχόμενα από άλλους λογαριασμούς, όπως ο υπ' αριθμό ...

τραπεζικός λογαριασμός, που αναφέρεται στο άνω πληρεξούσιο και ο υπ' αριθμό ... τραπεζικός λογαριασμός του ενάγοντος, μέσω του οποίου δόθηκαν στην εναγομένη τα 4.000.000 δρχ. για να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες του ξενοδοχείου και γι' αυτό δεν κατατέθηκαν στο λογαριασμό,, που είχε αυτή στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα, όπως το προηγούμενο ποσό, που καταβλήθηκε τμηματικά, των 1.200.000 δρχ.

Τέλος, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής των προαναφερομένων χρηματικών ποσών, ότι ο ενάγων, στην αγωγή του, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία του με την εναγομένη ήταν να του επιστρέψει αυτή τα χρήματα, που της είχε δανείσει, μέχρι το τέλος του έτους 2000, ενώ ο μάρτυρας, του ενάγοντα ΖΖ στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφέρει ότι η μητέρα της εναγομένης ζήτησε χρήματα από τον ενάγοντα και αν αποκατασταθεί και παντρευτεί η κόρη της θα τα επιστρέψει, τα χρήματα, δε, αυτά τα χρειαζόταν για να φτιάξει το σπίτι της και να πάρει έπιπλα και ο μάρτυρας του ενάγοντα ΗΗ αναφέρει στην υπ' αριθμό ...

ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Γιαννάκα-Βασιλούδη ότι τα δάνεια αυτά δόθηκαν με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέφονταν, όταν θα πωλούσαν κάποιο ακίνητό τους και θα ελάμβαναν χρήματα, πολύ αργότερα, από το θάνατο του πατέρα της εναγομένης από το Μετοχικό Ταμείο Τραπεζών και ότι ακόμη η μάρτυρας του ενάγοντος ΣΤ, θυγατέρα αυτού, στην υπ' αριθμό ...

ένορκη βεβαίωσή της, ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, αναφέρει ότι ο ενάγων της είπε ότι η εναγομένη θα επέστρεφε τα χρήματα εφόσον θα επωλείτο κάποιο ακίνητο της μητέρας της. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα περιστατικά που δέχθηκε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος, τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρ. 183 και 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2005 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 330/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στη Μυτιλήνη.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ