466/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 466 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 466/2007
Legislator headnote
AI generated466/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 466 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 466/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 466 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 466/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Κουτούκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του καθού η κλήση - αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2304/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1754/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/12/2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1282/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 13/9/2006 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 31/3/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση της 1282/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 28.12.2004 αίτησης για αναίρεση της 1754/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναίρεσης με την από 13-09-2006 κλήση του αναιρεσείοντος. Ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης και της ως άνω κλήσης με την σε αυτό πράξη του προέδρου του Β2΄Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς εμφάνιση κατ΄ αυτή, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (αρθ. 568 παρ. 4, 126 παρ. 1α, 128 παρ. 1, 4 εδ. β΄ και γ΄ Κ.Πολ.Δ.) μετά από έγγραφη παραγγελία της Αφροδίτης Κουτούκη, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον.... και .... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... . Ο αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την σειρά του πινακίου, ούτε κατάθεσε έγγραφη δήλωση κατά το αρθ. 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί παρά την απουσία του (αρθ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αναίρεσης προσκομίζεται η 611/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν.2298/1995, όπως οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 παρ. 3 του Ν.2579/1998 (η παρ. 1) και 42 του Ν.2721/1999 (η παρ. 2). Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου οπωσδήποτε επερχόμενη ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.3514/1928, ενώ κατ΄ αρχήν περιέχεται και στο άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977. Σύμφωνα με την ως άνω τελευταία ρύθμιση, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη συνεπάγεται την υποκατάσταση αυτοδικαίως του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις με τον προηγούμενο (εργοδότη). Το αποτέλεσμα αυτό, για το οποίο δεν απαιτείται συναίνεση των μερών, επέρχεται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία (βλ. Σχετ. Ολ.ΑΠ 5/1994). Εξ άλλου τα άρθρα 1 και 2 παρ. 2 του ν.2338/1995 ορίζουν τα εξής: "Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης Ανάπτυξης Αεροδρομίου που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο ... η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αερολιμήν Αθηνών (Α.Α.) Ανώνυμος Εταιρία" που ιδρύθηκε με το ν.811/1978 λύεται και τίθεται υπό εκκαθάριση ... 2. Το προσωπικό της εταιρίας αυτής μεταφέρεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Μεταφορών και Επικοινωνιών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και με την ίδια σχέση εργασίας, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά ή ειδικά επιδόματα σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς και καταργούνται με την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του προσωπικού που μεταφέρθηκε. Η διαδικασία της μεταφοράς και οι ειδικότητες με τις οποίες θα γίνει η μεταφορά, καθώς και κάθε συναφής λεπτομέρεια ρυθμίζεται με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών". Περαιτέρω τα άρθρα 1 και 2 του ν.1340/1983 ορίζουν τα εξής "Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) αποτελεί δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Η Υπηρεσία αυτή υπάγεται στον Υπουργό Συγκοινωνιών και διοικείται από τον Διοικητή και τον Υποδιοικητή. 2. Αποστολή της ΥΠΑ είναι η οργάνωση, ανάπτυξη και έλεγχος των αεροπορικών μεταφορών της χώρας, η μελέτη και διατύπωση εισηγήσεων προς τον Υπουργό Συγκοινωνιών για την διαμόρφωση της πολιτικής σχετικά με τις δραστηριότητες της Πολιτικής Αεροπορίας και των αερομεταφορών γενικά". Ο ιδρυτικός νόμος της διαλυθείσης εταιρίας ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ (ν.811/1978) όριζε ότι η εταιρία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Κράτος και λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, επί αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών (αρθ. 1 παρ. 1 και 2), ο δε σκοπός της είναι η μελέτη, κατασκευή, διοίκηση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του νέου Αερολιμένος Αθηνών (αρθ. 2 παρ. 1). Με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Εξαιρουμένου του ελέγχου κυκλοφορίας αεροσκαφών, περί του οποίου το άρθρο 6, αι αφορώσαι τον νέο αερολιμένα Αθηνών αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) ασκούνται από της ισχύος του παρόντος υπό του Αερολιμένος Αθηνών (ΑΑ)" ο Κανονισμός Μισθολογίου Προσωπικού της Α.Α. ΑΕ που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.811/1978 εγκρίθηκε από τον Υπουργό Συγκοινωνιών και δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ (ΦΕΚ Β΄ 76/5-2-1981) τροποποιήθηκε δε με την με αριθμό 1134/745/3.4.1985 απόφαση του Υπουργού και δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. (ΦΕΚ 202/16-4-1985) και έχει ισχύ νόμου, όριζε στα άρθρα 3 και 4 ότι τα όρια των βασικών μισθών αναπροσαρμόζονται συμφώνως προς τις χορηγούμενες ετησίως γενικές αυξήσεις κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Α.Α. και ότι δια την κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο λαμβάνεται υπόψη η πραγματική υπηρεσία για τον υπολογισμό της οποίας προσμετράται η υπηρεσία του μισθωτού η διανυθείσα εις τον Α.Α. και πάσα προϋπηρεσία αυτούς της αυτής ή παρεμφερούς ειδικότητας του μισθωτού εις το Δημόσιο ή σε άλλον εργοδότη (ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, φυσικό πρόσωπο). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ (ΑΑ) μεταφέρθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, υπηρεσία του οποίου είναι η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, το δε αναιρεσείον είναι εκ του νόμου διάδοχος της ανωτέρω εταιρίας κατά το μέρος που αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκ της συμβάσεως εργασίας του μεταφερθέντος προσωπικού, ανεξάρτητα του αν η (ΑΑ) λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του 2338/1995 και αν το δημόσιο δεν συνεχίζει τη δραστηριότητα, την εκμετάλλευση και τους σκοπούς της ίδιας οικονομικής μονάδος. Το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου ρυθμίζει το είδος της νέας σχέσεως εργασίας των διαδίκων και το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου που ίσχυε κατά τον χρόνο της μεταφοράς του στο νέο του εργοδότη, το δε μισθολογικό καθεστώς που διέπει τον τελευταίο εκ του νόμου αποτελεί πλέον και ατομικό όρο συμβάσεως του αναιρεσίβλητου αφού ορίσθηκε από το νόμο (άρθρ. 2 παρ. 2 ν.2338/1995), ο οποίος μπορεί να τροποποιεί ή καταργεί οποιαδήποτε προγενέστερη διάταξη. Ο δε Κανονισμός εργασίας της λυθείσης εταιρίας (ΑΑ) κατά το μέρος που ρυθμίζει το ύψος των αποδοχών και τα κάθε είδους επιδόματα δεσμεύει και την ΥΠΑ για τον προσδιορισμό των κατά είδος και ύψος εν γένει αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ώστε αυτές μετά τη μεταφορά του προσωπικού της ΑΑ στο νέο εργοδότη να μη μειωθούν ενώ μπορεί να θεμελιώσει και μελλοντικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου για αύξηση των αποδοχών του με βάση ισχύουσες ή μελλοντικές ΣΣΕ αφού αυτός ήταν ο σκοπός του νομοθέτη του ν.2338/1995 ειδικώς για το ανωτέρω προσωπικό. Η ρύθμιση δε αυτή κατισχύει ως ευμενέστερη για τον εργαζόμενο σύμφωνα με τη βασική αρχή του εργατικού δικαίου ότι οι ιεραρχικά υποδεέστερες πηγές ρύθμισης της εργασιακής σχέσης επικρατούν μόνο αν είναι ευνοϊκότερες κατά αποτέλεσμα για τον εργαζόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε ο ενάγων και τώρα αναιρεσίβλητος την 16-10-1981 ως υπάλληλος στην ανώνυμη εταιρία ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε., εντάχθηκε στην κατηγορία ΠΕ Οικονομικού και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εταιρία αυτή μέχρι 30-6-1996, οπότε αυτή με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.2338/1995 λύθηκε και το προσωπικό της μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας που αποτελεί υπηρεσία του εναγομένου και τώρα αναιρεσείοντος. Με το νόμο αυτό δημιουργήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Μεταφορών και Επικοινωνιών μεταβιβάσθηκαν αμετάβλητες οι εργασιακές σχέσεις κατά περιεχόμενο όπως είχαν διαμορφωθεί αυτές από τους διάφορους παράγοντες διάπλασης της πιο πάνω εταιρίας έως τη λύση και τη θέση της υπό εκκαθάριση, στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Η μεταβίβαση αυτή δεν αφορά μόνο το καθεστώς μισθού και επιδομάτων, όπως ρητώς προβλέπεται στην οικεία διάταξη αλλά όλους τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα (π.χ. για μισθολογική κατά κλίμακα εξέλιξη), που είχαν οι εργαζόμενοι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της μεταβίβασης, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης (νόμος, Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Κανονισμός) ή τον παράγοντα διάπλασης (πρακτικής εκμετάλλευσης, ατομική σύμβαση εργασίας, διευθυντικό δικαίωμα). Ότι στο άρθρο 20 του ν.2515/1997 "Άσκηση Επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού, λειτουργία Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι: "Οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2414/1996, του ν.2436/1916 και του άρθρου 13 του ν.2367/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 ν.2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο. Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για εφαρμογή της διατάξεως αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α...." και στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παρ. 3 ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται. Ότι το αναιρεσείον την 1-6-1999 εφάρμοσε για τον καθορισμό των αποδοχών του αναιρεσίβλητου το νόμο αυτό (άρθρο 20 παρ. 5 ν.2515/1997) και έτσι κατέβαλε σ΄ αυτόν για το μήνα αυτό το ποσό των 382.784 δραχμών για τις λοιπές αποδοχές του και το ποσό των 60.700 δραχμών για μέρος του επιδόματος υποστηρίξεως υπηρεσιών αερολιμένων και συνολικά το ποσό των 443.484 δραχμών. Δεν υπολόγισε, δηλαδή, ως προσωπική διαφορά και τα επιδόματα, που ελάμβανε στην εταιρία "ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ" και ότι, συνεπώς, δικαιούται ο αναιρεσίβλητος για την αιτία αυτή τη διαφορά μεταξύ του ποσού, που έπρεπε να λάβει και αυτού που έλαβε ήτοι 167.018 (610.502 - 443.484) δραχμ. Επιδίκασε όμως το Εφετείο 158.318 δραχμ., όπως είχε ζητήσει με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι αποδοχές του αναιρεσίβλητου ρυθμίζονται μεν από τις διατάξεις του ν.2470/1999 κ.λ.π., υπό την προϋπόθεση όμως σε κάθε περίπτωση της διατηρήσεως του ύψους των αποδοχών του κατά το χρόνο της αναγκαστικής μετατάξεώς του (30-6-1996) και της μη μειώσεως αυτών, έως την εξίσωσή τους με τις προβλεπόμενες από τους άνω νόμους, η δε ρύθμιση αυτή ως αποτελέσασα, κατά το νόμο, όρον της ατομικής του συμβάσεως εργασίας υπερισχύει άλλης δυσμενέστερης με αυτόν διάταξης και συνεπώς υπερισχύει και της επιφερούσης μείωση των αποδοχών του ως άνω διάταξης του άρθρου 20 ν.2515/1997. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 ν.2338/1993 και 20 παρ. 5 ν.2515/1999, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1754/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ