466/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Οι υπό στοιχεία, 1, 1α, β, γ, δ, και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νίκα, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.
Legislator headnote
AI generated466/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή τους.
Full text
Απόφαση 466 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 466/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, ο οποίος κατέθεσε τις από 17 Φεβρουαρίου 2006 προτάσεις του, στις οποίες αναφέρει ότι οι 2η και 3ος αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δια της νομίμου ασκήσεως ιδιαιτέρου άλλου δικογράφου αναίρεσης, 2. Μ. Λ. του Γ. συζ. Α. Φ. και 3. Α. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χήρας Σ. Τ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, α. Α. Τ., β. Ν. Τ., γ. Π. Τ., και δ. Ν. Τ., κατοίκων ..., 2. Ε. χήρας Α. Τ., κατοίκου ..., 3. Γ. συζ. Β. Τ., κατοίκου ..., 4. Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5. Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 6. Γ. συζ. Δ. Α., το γένος Α. Τ., κατοίκου ... και 7. Σ. συζ. Β. Μ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ....
Οι υπό στοιχεία, 1, 1α, β, γ, δ, και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νίκα, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1477/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5623/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 20-1-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο που παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Μ. Λ. και Α. Φ. με την περιεχομένη στο από 15-7-05 δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δήλωση παραιτήσεώς τους, που επιδόθηκε σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. ... έως ... /12-9-2005 αποδεικτικά επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Β.Κ., παραιτήθηκαν από την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (υπ’ αριθμ. Καταθ. 1004/2003). Επομένως πρέπει μετά τη νομότυπη παραίτηση από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να θεωρηθεί αυτή ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ) μεταξύ των αναιρεσειόντων αυτών (Β. και Γ.) και όλων των αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Επειδή ο ΚΠολΔ ορίζει: 1) Στο άρθρο 94 παρ.1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ.1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά 3) στο άρθρο 104 ότι για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμα και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. 4) Στο άρθρο 576 παρ.1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί..., ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και 5) Στο άρθρο 576 παρ.3 ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, που φέρεται ότι επισπεύδει την συζήτηση, δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την οποία αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, με βάση τις οποίες φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση με αποτέλεσμα δε να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο ‘ Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και τούτο γιατί διαφορετικά θα καταστρατηγούταν η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις (όπως είναι η άσκηση της αγωγής, εγγραφή στο πινάκιο, κατάθεση προτάσεων) θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 4/1994, Ολ.ΑΠ 2/1992, Ολ.ΑΠ 1141/1983).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη δικάσιμο,η οποία αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (17-2-06) και κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και με τη σειρά, κατά την οποία ήταν γραμμένη, παρέστη η πρώτη αναιρεσείουσα Ασφαλ. Εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ δεν παρέστησαν όμως οι εκ των αναιρεσίβλητων 2η (Ε.
Α. Τ.) και 4ος, 5ος (Γ. και Δ. Τ.) και 6η και 7η (Γ. Α. και Σ. Μ.). Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει και για τους απολιπόμενους αυτούς αναιρεσιβλήτους ο δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Νίκας (βλεπ:1) παραγγελίαν αυτού κάτωθι του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από 14-4-04 για επίδοση προς την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ για να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 13-5-05 από την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (17-2-06) 2) Προκύπτει επίσης από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../21-4-04 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Α. ότι με παραγγελία του ειρημένου δικηγόρου και για λογαριασμό και των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων επιδίδεται στην πρώτη αναιρεσείουσα αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 13-5-05. ‘ Ομως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος και των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων και επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως ως άνω δικηγόρος Γεώργ.
Νίκας είχε όντως πληρεξουσιότητα (με συμβολαιογραφικό έγγραφο) από τους απουσιάζοντας αναιρεσιβλήτους για να επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση της υποθέσεως. Σημειώνεται ότι τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. .../14-2-05 και ...10-5-05 πληρεξούσια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη αφορούν τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους.
Αλλά ούτε εκ του γεγονότος ότι ο ειρημένος δικηγόρος παρέστη στην κατ’ έφεση δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (και μάλιστα όχι μετά των εντολέων του) παρέχεται σ’ αυτόν το δικαίωμα να εκπροσωπήσει τους εν λόγω απολιπομένους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του Αρείου Πάγου διότι η για την δικήν εκείνην πληρεξουσιότητα, έστω υπάρξασα για την δίκη του Εφετείου έπαυσε υφισταμένη με την έκδοση της επί της εφέσεως οριστικής αποφάσεως (άρθ.97 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1322/77).
Περαιτέρω δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης (πλέον μετά την παραίτηση των λοιπών) αναιρεσείουσας έκθεση επιδόσεως από την οποία να προκύπτει ότι κλητεύθηκαν οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι για να παραστούν κατά την άνω συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Θεωρεί κατηργημένην την ανοιγείσα δίκη με την από 30-7-2003 αίτηση αναιρέσεως για αναίρεση της υπ’ αριθ.5623/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μεταξύ των δευτέρας και τρίτου των αναιρεσειόντων (Μ. Λ. και Α. Φ.) και όλων των αναιρεσιβλήτων.
Β) Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 30-7-2003 αιτήσεως της ασφαλιστικής εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5623/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ