Supreme Court dismisses appeal where voluntary payment of judgment debt does not constitute acceptance of the decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment in a labor dispute. The appellants argued that voluntarily paying the awarded sum constituted acceptance of the decision, thereby depriving them of the right to appeal. The court ruled that mere payment to avoid enforcement measures does not equal acceptance of the judgment's legal effect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure: Voluntary payment of the awarded sum to avoid enforcement consequences does not constitute acceptance of the judgment and does not deprive the debtor of the right to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 465 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 4) Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 5)Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ... και 9) Τ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π)-Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Τσέλιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 877/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4454/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-6-2022 (αρ.εκθ.καταθ.4885/542/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4454/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Με τον ν. 1068/1980 (Α' 190) συνεστήθη η "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης" [ΕΥΔΑΠ], με τη συγχώνευση του "Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης" [ΟΑΠ] και της "Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων" [ΕΕΥ] [ο ΟΑΠ είχε συσταθεί με τον ν. 1475/1950 (Α' 169), ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπαγόμενο στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, με σκοπό την συμπλήρωση του δικτύου αποχέτευσης των ομβρίων και ακάθαρτων υδάτων της περιοχής Πρωτευούσης και την συντήρηση, διοίκηση και εκμετάλλευση του ανωτέρω δικτύου· η δε ΕΕΥ ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 44 της "συμβάσεως διά την ύδρευσιν των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς και των προαστίων αυτών", η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός, και της Τραπέζης Αθηνών και της εταιρείας ULEN, αφετέρου, και κυρώθηκε με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3316/1925 (Α' 100), βλ.
ΣτΕ 1002/1959, 1120/1977, 3623/1978]. Η ΕΥΔΑΠ συνεστήθη ως ανώνυμη εταιρεία, "ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Κράτος και λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας", με σκοπό την ύδρευση και αποχέτευση της περιοχής αρμοδιότητάς της. Ακολούθησε ο Ν. 2744/1999, με τον τίτλο "Ρυθμίσεις θεμάτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ) και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει σήμερα, χωρίς να μεταβληθεί η νομική προσωπικότητα της ΕΥΔΑΠ και χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της ως ανώνυμης εταιρίας ασκούσας επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας, στις διατάξεις του οποίου, ειδικότερα, ορίζονται:
Στο άρθρο 1 ότι "1. Η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης διέπεται από τις διατάξεις του Κ.Ν 2190/1920, του Ν. 2414/1996 (και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 1068/1980) και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. 2. Η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται σε εκατό (100) έτη, που αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δύναται να παραταθεί με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 8 του ως άνω νόμου, η εταιρία "απαγορεύεται να εκποιεί, να εκμισθώνει ή να παραχωρεί κατά χρήση ή να συνιστά οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί των ακίνητων πάγιων στοιχείων της, που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης δραστηριοτήτων της", ενώ, στην παράγραφο 9 ορίσθηκε ότι "Το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ Α.Ε ορίζεται σε 20.000.000.000 δραχμές και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές έως το 40% του μετοχικού κεφαλαίου" και στην παράγραφο 11 ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων...καταρτίζεται το καταστατικό της, με το οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το μετοχικό κεφάλαιο, τον αριθμό των μετοχών, την επωνυμία, το σκοπό, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, την έκδοση των μετοχών και των λοιπών τίτλων, τα δικαιώματα των μετόχων, το διορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τη σύγκληση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου, τους ελεγκτές, την εταιρική χρήση, τη διανομή κερδών, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τη λύση και την εκκαθάριση και κάθε άλλο θέμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κ.Ν 2190/1920 και του Ν. 2414/1996.
Το καταστατικό αυτό τροποποιείται ως προς όλα τα θέματα ή και κωδικοποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων με την επιφύλαξη του Κ.Ν 2190/1920 και του Ν. 2414/1996". Επί τη βάσει των διατάξεων αυτών, με τις οποίες η ΕΥΔΑΠ Α.Ε οργανώθηκε ως ανώνυμη εταιρία του εμπορικού δικαίου, αποφασίστηκε στην από 29.11.1999 Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, μεταξύ άλλων, η εισαγωγή του συνόλου των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με τον τρόπο δε αυτό διατέθηκε σε ιδιώτες μειοψηφικό ποσοστό 38,67% του μετοχικού κεφαλαίου και διατηρήθηκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πλειοψηφικό ποσοστό 61,33%.
Ακολούθως, η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. υπήχθη και στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β` (άρθρα 15-17 του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)". Μετά δε και από τις ως άνω νομοθετικές μεταβολές, καταρτίστηκε το Κωδικοποιημένο Καταστατικό της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και εγκρίθηκε κατά την 24η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της 30.6.2006.
Στις διατάξεις του εν λόγω Καταστατικού ορίζεται ότι η εταιρία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και λειτουργεί βάσει των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της εταιρίας που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφέλειας (άρθρο 1).
Ο Ν. 2744/1999 προέβλεψε τη σύναψη σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΕΥΔΑΠ Α.Ε για την παραχώρηση στην εταιρία, κατ' αποκλειστικότητα εντός της περιοχής όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά της, του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, με δυνατότητα παράτασης.
Σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, η οποία συνήφθη στις 9.12.1999, στα στοιχεία του ενεργητικού της ΕΥΔΑΠ Α.Ε συμπεριλαμβάνονται τα δίκτυα και τα συναφή έργα και εγκαταστάσεις, τα οποία αποτελούν τα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης και καλούνται από κοινού "το σύστημα". Η λειτουργία, συντήρηση, ανακαίνιση και επέκταση του συστήματος είναι συμβατική υποχρέωση της εταιρίας.
Το δε Ελληνικό Δημόσιο, για την άσκηση της εποπτείας, έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος του συστήματος και, περαιτέρω, δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης σε περίπτωση: α) εγκατάλειψης του συστήματος, β) επανειλημμένης ή συνεχιζόμενης υπαίτιας παράλειψης τήρησης των προτύπων λειτουργίας, ασφαλείας και συντήρησης του συστήματος, με συνέπεια την ευρείας έκτασης απορρύθμισή του.
Άλλοι δε λόγοι καταγγελίας της σύμβασης είναι: α) η επανειλημμένη ή συνεχιζόμενη υπαίτια αθέτηση των ουσιωδών υποχρεώσεων της εταιρίας προς το σύνολο ή μεγάλο μέρος των καταναλωτών και β) η αφερεγγυότητα της εταιρίας (άρθρα 3 παρ. 2, 17 και 19 της σύμβασης). Πριν από την έκδοση της απόφασης 206/25.4.2012 της ΔΕΑΑ, το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη απωλέσει την πλειοψηφία των μετοχών της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., με τη μεταβίβαση στο ΤΑΙΠΕΔ (απόφαση 195/27.10.2011 της ΔΕΑΑ) 29.075.500 μετοχών της εταιρίας, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου και αποξενώθηκε πλήρως από το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ Α.Ε.
Οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν χωρίς να έχει ιδρυθεί, παράλληλα, "ρυθμιστική αρχή υδάτων" και διαχωριστεί το δίκτυο "από την υπηρεσία που θα μεταβιβαστεί", σύμφωνα με το "Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων 2011 - 2015" και την παρουσίασή του στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3985/2011, αλλά και χωρίς να έχει αρθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 1 παρ. 10 του Ν. 2744/1999 περιορισμός ως προς το ποσοστό των δυνάμενων να διατεθούν σε ιδιώτες επενδυτές μετοχών της ΕΥΔΑΠ Α.Ε (μέχρι 49% του μετοχικού κεφαλαίου).
Ο περιορισμός αυτός ήρθη μεταγενέστερα, με το άρθρο 1 παρ. 2 της κυρωθείσας με το Ν. 4092/2012 (από 7.9.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου), με το οποίο ορίστηκε ότι "Η παράγραφος 10 του άρθρου 1 του Ν. 2744/1999 (Α` 222) καταργείται. Μεταβιβάσεις μετοχών της ΕΥΔΑΠ Α.Ε προς το "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) Α.Ε" είναι έγκυρες έστω και εάν πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Ανεξαρτήτως όμως τη φύσεως του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. Α.Ε. ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αυτό λειτουργεί προδήλως προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η μεταβίβαση στο παραπάνω Ταμείο των περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μεταβολή στη χρήση ή στον προορισμό αυτών (Α.Π. 726/2023, 934/2019, 998/2017, 227/2016).
Ήδη, με την 1906/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας κρίθηκε αντισυνταγματική, ως αντιβαίνουσα στα άρθρα 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε και ακυρώθηκε η σχετική 206/25.4.2012 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (ΔΕΑΑ), κατά το μέρος της με το οποίο μεταβιβάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε 36.245.240 μετοχές της ΕΥΔΑΠ Α.Ε (ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου), για το λόγο ότι η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ.5 και 21 παρ.3 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, στη συνέχεια, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4389/2016, με τον οποίο συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ" (ΕΕΣΥΠ ΑΕ), η ΕΥΔΑΠ κατέστη θυγατρική της εταιρείας αυτής, συγκεκριμένα δε, με το άρθρο 197 του ν. 4389/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 380 παρ. 9 του ν. 4512/2018, το σύνολο των μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ μεταβιβάσθηκε, από 1.1.2018, στην "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ" [ΕΕΣΥΠ], ορίσθηκε δε ότι πραγματοποιούνται όλες οι απαιτούμενες ενέργειες "για την ολοκλήρωση των καταχωρίσεων" της μεταβίβασης αυτής.
Ακολούθησε η από 20.3.2018 αίτηση, που υπογράφεται από τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του μεταβιβάζοντος Ελληνικού Δημοσίου, και συνυπογράφεται από εκπρόσωπο της προς ην η μεταβίβαση ΕΕΣΥΠ ΑΕ, για την καταχώρηση στο Σύστημα Άυλων Τίτλων της ανωτέρω εξωχρηματιστηριακής μεταβίβασης 53.250.001 μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ από το Δημόσιο στην ΕΕΣΥΠ.
Ακολούθως, με την υπ' αρ.190/2022 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, κρίθηκε ότι και η ως άνω, δυνάμει του ν.4389/2016 μεταβίβαση, από το Δημόσιο στην ΕΕΣΥΠ ΑΕ ποσοστού μεγαλύτερου του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθ' όσον, το Δημόσιο, καίτοι είναι ο μοναδικός μέτοχος της ΕΕΣΥΠ ΑΕ, της μετόχου εφεξής της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, δεν ασκεί έλεγχο επί του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ και δεν πληρούται, ως εκ τούτου, η συνταγματική προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία είναι επιβεβλημένος ο έλεγχος της ΕΥΔΑΠ ΑΕ από το Ελληνικό Δημόσιο, όχι απλώς με την άσκηση εποπτείας επ' αυτής, αλλά και δια του μετοχικού της κεφαλαίου· επιπροσθέτως δε, η ΕΕΣΥΠ ΑΕ, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου παρεμβαλλόμενο μεταξύ του Δημοσίου και της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, επιδιώκει, προεχόντως, σκοπούς ταμειακούς και ταμιευτικούς, με τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας προσιδιάζοντα στην εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, και ότι συνεπώς, ο ν. 4389/2016, καθ'ο μέρος προβλέπει την μεταβίβαση στην ΕΕΣΥΠ ποσοστού 50,003% του μετοχικού κεφαλαίου της δημόσιας επιχείρησης ΕΥΔΑΠ ΑΕ, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, τούτο δε ακόμη και υπό την εκδοχή ότι, δυνάμει των άρθρων 185, 197 και 201 παρ. 9 του ν. 4389/2016 και του ν. 4425/2016 [σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού], το ποσοστό που κατέχει η ΕΕΣΥΠ [50,003%] δεν δύναται να το μεταβιβάσει σε ιδιώτες.
Από τα προεκτεθέντα, προκύπτει σαφώς ο προέχων δημόσιος χαρακτήρας της αναιρεσίβλητης, η δε εφαρμογή επ' αυτής των διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών, δεν αρκεί για να της στερήσει το νομοθετικό χαρακτηρισμό της ως ΔΕΚΟ, εφόσον αφενός η εφαρμογή των διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών δεν είναι αποκλειστική, αλλά συνδυάζεται και με την εφαρμογή διατάξεων που προσιδιάζουν σε δημόσιο νομικό πρόσωπο, κατά το μέρος που, κατά την κείμενη νομοθεσία, σκοπός της είναι η συνεχής εκ μέρους της παροχή προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας και μάλιστα υπηρεσιών μεγάλης αναγκαιότητας, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας.
Κατά συνέπεια, η ΕΥΔΑΠ Α.Ε ανήκει στις ΔΕΚΟ, έχουσα το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005 (και του Ν. 2414/2005). Εξάλλου, με το άρθρο 31 του Ν. 4024/2011, με τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται ότι αυτό εφαρμόζεται α) στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.
Ια του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010, με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του Ν. 3864/2010 και του άρθρου 1 του Ν. 3986/2011". Με την προσθήκη, στις προϋποθέσεις υπαγωγής, των κριτηρίων της επίτευξης δημόσιου σκοπού και της εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης, το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4024/2011 παρουσιάζεται διάφορο και, συγκεκριμένα, αρκετά διευρυμένο, σε σχέση με το προγενέστερο νομοθετικό πλέγμα, ήτοι τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, με τους οποίους εισήχθησαν ρυθμίσεις σχετικά με τη διαμόρφωση των αποδοχών στο στενό δημόσιο τομέα και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 3429/2005.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και εν μέρει πέμπτο λόγους αναίρεσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη έχει το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης και ότι για το προσωπικό της τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν.4024/2011, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρ.1 και του Κεφ.Β'του ν.3429/2005, το άρθρο 31 παρ.1β του Ν.4024/2011, του κ.ν.2190/1920 και συμπληρωματικά τις διατάξεις του ν.2744/1999, 2 παρ.1 και 2 του ν.3833/2010, 1 και 2 του ν. 3986/2011, 184 επ.
ν.4389/2016 και 18 του ν.4354/2015 όπως τροποπ. με το άρθρο 54 ν.4384/2016. Ωστόσο, σύμωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω σκέψη της παρούσας, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των τελεσιδίκων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί για άλλους συναδέλφους των αναιρεσειόντων για το ίδιο νομικό θέμα, είναι αβάσιμος, αφού δεν συγκροτεί τον επικαλούμενο, από το άρθρο 559 αρ.11 γ'του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 172/2018, 1469/1988).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 593/2006), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία (ΑΠ 1081/2023).Ομοίως, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 ΑΚ, εφόσον οι μισθωτοί αυτοί έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένον ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ` αντικειμενική κρίση λόγο (ΑΠ 928/22).
Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1974, ορίζεται ότι "Πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθώς συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται, κατά τον τρόπο αυτόν, και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικά μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει ιδίως όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.
Περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις, χωρίς όμως, με το ανωτέρω άρθρο, να κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται καταρχήν διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής, ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες.
Η επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται καταρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.
Η δε εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο και πρέπει η επέμβαση στην περιουσία να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3177/2014).
Εξάλλου, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Στα πλαίσια της ως άνω διάταξης έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 215/2012, 2227/2010) ότι, στην άσκηση της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας, είναι δυνατό να επιβληθούν από το νόμο περιορισμοί, οι οποίοι για να είναι συνταγματικός επιτρεπτοί, πρέπει να ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας (ΟλΣτΕ 2204/2010, 1210/2010).
Ενόψει δε της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι ως άνω περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς το σκοπό αυτόν. Όσον αφορά δηλαδή στον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τον καθορισμό των σχετικών ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες, ενόψει και των δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη Χώρα.
Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου συνταγματικού σκοπού μέτρο και, κατά συνεκδοχή, εάν η σχετική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, ως προς την προσφορότητα και αναγκαιότητα αυτής, είναι καταδήλως εσφαλμένη (ΟλΣτΕ 3031/2018, ΣτΕ 4171/2012).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 948/2021, 602/2020, 238/2020).
Με τους πρώτο, έκτο, όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, με το να προβεί στην περικοπή μόνον ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες) του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, κάνοντας κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας που της παρέσχε ο Ν.4024/2011, ο μάλιστα οποίος δεν υπέδειξε το είδος των περικοπών που έπρεπε να γίνουν, και διατηρώντας την παροχή αυτή ως προς τους λοιπούς συναδέλφους τους που απασχολούνται στον ίδιο τόπο (...), οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους υπό τις αυτές συνθήκες, και περαιτέρω με το να προβεί στην περικοπή του συγκεκριμένου επιδόματος, αντί του μικροτέρου ποσού ανθυγιεινού επιδόματος λόγως χρήση Η/Υ ή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, δεν εφήρμοσε τα άρθρα 4, 22 παρ.1β και 25 του Συντάγματος ως και του με αρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ αυτά ήταν εφαρμοστέα.
Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".........Οι ενάγοντες εργάζονται στην επιχείρηση της εναγομένης: 1) Ο πρώτος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την 4-6-2009 έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία Προληπτικής Συντήρησης Δικτύων αυτής στον .... 2) ο Δεύτερος με την ειδικότητα του Αρχιτεχνίτη (ΕΙ) Επόπτη στην Υπηρεσία Αποθηκών στο πρατήριο καυσίμων στον ..., ενώ από την 1-9-2005 έχει μετατεθεί στο πρατήριο υγρών καυσίμων αυτής στον .... 3) Ο τρίτος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την ...
μετατέθηκε στην Υπηρεσία Προληπτικής Συντήρησης Δικτύων (Υπηρεσία Βυτιοφόρων) αυτής στον .... 4) Ο τέταρτος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την 1-4-2004 έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία ... αυτής στον .... 5) ο πέμπτος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03). ενώ από την ... έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία Μεταφορών (...) αυτής στον .... 6) Ο έκτος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03).
ενώ από την 13-10-1997 έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία Προληπτικής Συντήρησης Δικτύων αυτής στον .... 7) ο έβδομος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την 13-12-2010 έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία Οχημάτων και Μεταφορών (...) στο γραφείο κίνησης αυτής στον .... 8) Ο όγδοος με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την 10-10-2015 έχει μετατεθεί στην Υπηρεσία Αποθηκών στο πρατήριο καυσίμων στον .... 9) Η ένατη με την ειδικότητα της διοικητικής υπαλλήλου (ΜΕΔ03), ενώ από την 2-9-2002 μετατέθηκε στην Υπηρεσία Οχημάτων - Μηχανημάτων της εναγομένης στον ...
και ακολούθως από την 1-1-2007 (μετατέθηκε) στη Διεύθυνση Αποθηκών αυτής (εναγομένης) (τμήμα ανταλλακτικών), στην ίδια ανώτερο) τοποθεσία (...). Περαιτέρω, με τις υπ' αριθμ. 4282/ 1986, 7059/1990 και 7077/1990 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης είχε εγκριθεί η χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος σε διάφορες τεχνικές ειδικότητες προσωπικού, όπως μηχανοτεχνίτες, ηλεκτροτεχνίτες, εργοδηγοί μηχανολόγοι, εργοδηγοί χημικοί και οδηγοί, με την προϋπόθεση ότι εργάζονται σε χώρους αντλιοστασίων στα κέντρα επεξεργασίας λυμάτων στη Μεταμόρφωση και την Ψυττάλεια.
Ακολούθως, με την υπ' ριθμ. 9428/23-3-2995 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αποφασίσθηκε η χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού και χρονοεπιδόματος στις ειδικότητες αυτές του προσωπικού που ήδη το λάμβαναν αλλά δεν καλύπτονταν από τις υπάρχουσες αποφάσεις του ΔΣ αυτής (εναγομένης), εφόσον παρείχαν καθημερινά την εργασία τους στη Σούδα, στα Κέντρα Λυμάτων Μεταμόρφωσης, Κ.Ε.Ρ.Ε.Φ.Υ.Τ και Ψυττάλειας. ( Με την Ε.Σ.Σ.Ε 1994- 1995 (ΚΕΦ.δ-ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ) χορηγήθηκε από 1-7-1994 ειδικό επίδομα 5% επί του βασικού μισθού ή του βασικού ημερομισθίου καθώς και επί του χρονοεπιδόματος στο προσωπικό εκείνο της αποχέτευσης που έρχεται σε μόνιμη και συνεχή επαφή με τα λύματα και, συγκεκριμένα μόνο στο εργατοτεχνικό προσωπικό συντήρησης αγωγών ακαθάρτων, στα πληρώματα βυτιοφόρων και αποφρακτικών οχημάτων αγωγών ακαθάρτων, στους συντηρητές βυτιοφόρων αποχέτευσης και στους χειριστές και συντηρητές αντλιοστασίων αποχέτευσης.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 9933/20-12-1995 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης επεκτάθηκε η χορήγηση του προβλεπόμενου από την ανωτέρω ΕΣΣΕ 1994-1995 ειδικού επιδόματος ποσοστού 5% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος σε όλο το προσωπικό που εργάζεται στα Κέντρα Λυμάτων Μεταμόρφωσης, Ψυττάλειας και Κ.Ε. Ρ.Ε.Φ.Υ.Τ, που έρχεται σε μόνιμη, άμεση και συνεχή επαφή με τα λύματα, λόγω της ιδιαιτερότητας των χώρων.
Περαιτέρω, με την ΕΣΣΕ έτους 1999 (ΚΕΦ. Β ΚΛΑΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ) το ανθυγιεινό επίδομα, που μέχρι τότε χορηγείτο κατά τα ανωτέρω, αυξήθηκε από 1-4-1999 από 35% σε 50% επί του βασικού μισθού και χρονοεπιδόματος, με την απαραίτητη προϋπόθεση οι δικαιούχοι αυτού να εργάζονται στους χώρους των Κέντρων Λυμάτων Ψυττάλειας, Μεταμόρφωσης και Κ.Ε.Ρ.Ε.Φ.Υ.Τ.
Αν και όλες οι παραπάνω αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης και οι διατάξεις των διαφόρων ΕΣΣΕ προέβλεπαν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού μόνο στο τεχνικό προσωπικό, ήτοι μόνο στο εργατοτεχνικό προσωπικό συντήρησης αγωγών ακαθάρτων, στα πληρώματα βυτιοφόρων και αποφρακτικών οχημάτων αγωγών ακαθάρτων κ.λ.π..
που έρχονται σε μόνιμη, άμεση και συνεχή επαφή με τα λύματα, λόγω της ιδιαιτερότητας της εργασίας τους και εφόσον οι δικαιούχοι εργάζονται στους χώρους των Κέντρων Λυμάτων Ψυττάλειας, Μεταμόρφωσης και Κ.Ε.Ρ.Ε.Φ.Υ.Τ., εν τούτοις με την πάροδο του χρόνου και κυρίως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 13798/29-5-2002 απόφασης του ΔΣ της εναγόμενης, το επίδομα αυτό λάμβαναν και οι ενάγοντες, αν και διοικητικοί υπάλληλοι εκτός από τον όγδοο (ενάγοντα), ο οποίος μόλις την 10-10-2015 μετατέθηκε στο κτίριο του ...
και έτσι δεν πρόλαβε να λάβει το επίδικο επίδομα, λόγω των περικοπών που προηγήθηκαν, πλην όμως αυτός λάμβανε ανθυγιεινό επίδομα ποσοστού 12% που λάμβαναν όλοι οι αποθηκάριοι βάσει της ΕΣΣΕ έτους 1989, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι, το εν λόγω επίδομα δεν το έλαβαν και άλλοι διοικητικοί υπάλληλοι. οι οποίοι εργάζονταν σε τομείς το Δικτύου αποχέτευσης της εναγομένης.
Το ανωτέρω επίδομα λάμβαναν όλοι οι ενάγοντες, πλην του όγδοου εξ αυτών κατά τα προαναφερόμενα, έως την 3 1-12-2011, οπότε ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 19/14-9-2012 ανακοίνωση ανακοίνωσε μέτρα για την υλοποίηση του Ν. 4024/2011 που αφορά στην περικοπή των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού.
Έτσι, στο πλαίσιο υλοποίησης των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011 η εναγόμενη υποχρεώθηκε να προβεί σε μειώσεις μισθών και επιδομάτων του προσωπικού της, έτσι ώστε το μέσο κατά κεφαλή μισθολογικό κόστος να μειωθεί κατά 35% σε σχέση με αυτό του έτους 2009, μετά και την έκδοση της υπ' αριθμ. 17745/23-7-2012 απόφασης του ΔΣ αυτής (εναγομένης), με την οποία εξουσιοδότησε, κατά τα προαναφερόμενα, τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλό της να προβεί, προς υλοποίηση του προαναφερθέντος σκοπού, σε μειώσεις μισθών και επιδομάτων.
Ειδικότερα, κατά την προαναφερθείσα ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία ''προκειμένου να μην περικοπούν οριζοντίως οι αποδοχές του προσωπικού κατά ποσοστό 35% - πράγμα το οποίο για τη Διοίκηση θα ήταν το ευκολότερο και πλέον ανώδυνο - αποφασίσθηκε κατά την εφαρμογή και πάντα εντός των ορίων του Νόμου να αποφευχθούν στρεβλώσεις στη σχέση πραγματικής εργασίας - αμοιβής.
Έχοντας λοιπόν, σαν βασική στόχευση και στρατηγική την κατανομή των περικοπών με τον δικαιότερο δυνατόν τρόπο και διορθώνοντας συνεχώς τις όποιες ανισότητες προέκυπταν κατά την εφαρμογή που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν εκ των προτέρων, καταλήξαμε στις παρακάτω αποφάσεις (βλ. σχετ. πίνακα), οι οποίες είναι απολύτως σύμφωνες με τις επιταγές του νόμου 4024/2011 για μείωση του μέσου κατά κεφαλή μισθολογικού κόστους κατά 35% σε σχέση με τις αποδοχές του 2009'', όλα τα ανθυγιεινά επιδόματα μειώθηκαν κατά ποσοστό 20% (όρος 1 της ανακοίνωσης), ενώ το επίδικο επίδομα με κωδικό 86 ορίσθηκε, όχι στο εξής το δικαιούνται μόνο οι κατηγορίες ΣΕΤ5, MET, ΕΤ1, ΕΤ2, δηλαδή εργάτες (ΕΤΙ, ΕΤ2) και τεχνικοί υπάλληλοι στοιχειώδους και Μέσης Εκπαίδευσης (ΣΕΤ και MET), εφόσον οι εργαζόμενοι των κατηγοριών αυτών έχουν άμεση επαφή με τα λύματα βάσει της πραγματικής εργασίας.
Οι κατηγορίες AT (Ανωτάτης εκπαίδευσης τεχνικοί υπάλληλοι) και ΑΡ (ανώτερης εκπαίδευσης τεχνικοί υπάλληλοι) και όσοι κατέχουν θέση ευθύνης δικαιούνται το μισό του διαμορφωμένου μετά τη μείωση επιδόματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερόμενα οι ενάγοντες οι οποίοι είναι διοικητικοί υπάλληλοι και ανήκουν στο Διοικητικοοικονομικό προσωπικό της εναγόμενης, πλην του δεύτερου ενάγοντος ο οποίος είναι εργατοτεχνίτης αλλά εργάζεται σε εσωτερικό χώρο στις αποθήκες, έπαυσαν από 1-1-2012 να λαμβάνουν το επίδικο επίδομα, συνέχισαν όμως να λαμβάνουν το ανθυγιεινό επίδομα οπτικής απεικόνισης σε ποσοστό 9,6% (λόγω των προαναφερόμενων μειώσεων), ενώ ο δεύτερος εξ αυτών, λόγω της προαναφερθείσας απασχόλησης του ελάμβανε και εξακολουθεί να λαμβάνει ανθυγιεινό επίδομα ποσοστού 12% που προβλέπεται για τους εργαζόμενους στις αποθήκες (ΕΣΣΕ 1989).
Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 19/14-9-2012 Ανακοίνωση του τότε Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγόμενης, το επίδικο επίδομα συνεχίζει να λαμβάνει η κατηγορία ΕΤΙ στην οποία ανήκει ο δεύτερος ενάγων, πλην όμως αυτό αφορά, μόνο στους εργάτες και εργατοτεχνίτες που έρχονται σε άμεση επαφή με τα λύματα και όχι τους αποθηκάριους όπως είναι ο ανωτέρω εργαζόμενος.
Το ίδιο ισχύει και για τον όγδοο ενάγοντα, ο οποίος μετατέθηκε στον ... την 10-10-2015 και λόγω της απασχόλησής του ως αποθηκάριος, αν και έχει ειδικότητα διοικητικού υπαλλήλου, ελάμβανε το ανθυγιεινό επίδομα των αποθηκάριων ποσοστού 12%, το οποίο κατά τα προαναφερθέντα, συνεχίζει να λαμβάνει. Εξάλλου οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται και αυτοί το επίδικο επίδομα, το οποίο παρανόμως και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας περικόπηκε σ' αυτούς, καθόσον εργάζονται και αυτοί σε επιβλαβές και επικίνδυνο για την υγεία τους περιβάλλον, δεδομένου ότι εισπνέουν αερολύματα με τοξικές ουσίες, έρχονται σε άμεση επαφή καθημερινά με τους εργαζόμενους στη μεταφορά ή επεξεργασία λυμάτων, ενώ στο χώρο επικρατεί δυσοσμία και επικίνδυνες αναθυμιάσεις.
Όμως, και υπό τις συνθήκες αυτές, η εργασία των εναγόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδια με αυτή που παρέχει το εργατοτεχνικό προσωπικό συντήρησης αγωγών ακαθάρτων, τα πληρώματα βυτιοφόρων και αποφρακτικών οχημάτων αγωγών ακαθάρτων, οι συντηρητές βυτιοφόρων αποχέτευσης, οι χειριστές και συντηρητές αντλιοστασίων αποχέτευσης, οι μηχανοτεχνίτες - ηλεκτροτεχνίτες, οι οποίοι εργάζονται σε εξωτερικό χώρο και έρχονται σε συνεχή και άμεση επαφή με τα λύματα, γεγονός που τους επιβάλλει και τη λήψη μέτρων ατομικής προστασίας, τα οποία δεν λαμβάνουν οι ενάγοντες.
Αντίθετα, οι ενάγοντες απασχολούνται σε εσωτερικούς χώρους γραφείων ως διοικητικοί υπάλληλοι και η εργασία τους διαφέρει ουσιωδώς από την εργασία που παρέχει το ως άνω εργατοτεχνικό προσωπικό και ουδεμία σχέση έχει με τον καθαρισμό ή συντήρηση φρεατίων κ.λ.π. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η χορήγηση του επιδίκου επιδόματος είχε προβλεφθεί αρχικά μόνο για το τεχνικό προσωπικό.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τους, οι ενάγοντες λαμβάνουν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας λόγω χρήσης Η/Υ, το οποίο λόμβαναν σωρευτικά με το επίδικο επίδομα, πριν αυτό περικοπεί, κατά τα προαναφερθέντα. Επομένως, η λήψη του επίδικου επιδόματος θα δημιουργούσε ανισότητα σε βάρος του ανωτέρω εργατοτεχνικού προσωπικού της αποχέτευσης, αφού θα οδηγούσε σε λήψη επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας πολύ υψηλότερο από το εργατοτεχνικό προσωπικό, το οποίο καθημερινά έρχεται σε συνεχή και άμεση επαφή με τα λύματα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερόμενα, η περικοπή του επιδίκου επιδόματος δεν έγινε αυθαίρετα από την εναγόμενη, αλλά αντίθετα αυτή έλαβε χώρα στα πλαίσια συμμόρφωσης της στις επιταγές του Ν. 4024/2011, που επέβαλε τον εξορθολογισμό της εισοδηματικής της πολιτικής προς το σκοπό αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης που μάστιζε από το έτος 2009 τη Χώρα.
Η συνέχιση δε χορήγησης του εν λόγω επιδόματος στις ομάδες εργαζομένων που προαναφέρθηκαν, δηλαδή στους τεχνικούς υπαλλήλους στοιχειώδους εκπαίδευσης (ΣΕΤ5), μέσης εκπαίδευσης (ΜΕΤ4), εργάτες (ΕΤ2) και εργατοτεχνίτες (ΕΤ1), δικαιολογείται λόγω της διαφορετικότητας της φύσης και του αντικειμένου εργασίας τους, αφού αυτοί, κατά την εργασία τους, έρχονται καθημερινά σε συνεχή και άμεση επαφή με τα λύματα, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι διοικητικοί υπάλληλοι απασχολούμενοι σε εσωτερικούς χώρους.
Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμμετέχουν σε προληπτικό εμβολιασμό κατά της ηπατίτιδας Β, αφού από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 161/6-6-2014 υπηρεσιακό σημείωμα της εναγομένης και την υπ' αριθμ. 4/10-4-2012 εγκύκλιο με θέμα "Διαδικασία διεξαγωγής ετήσιου προληπτικού ιατρικού ελέγχου των εργαζομένων", προκύπτει, ότι σε προληπτικό εμβολιασμό υποβάλλονται όλοι οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες τομέων Αποχέτευσης, Κέντρων Επεξεργασίας Λυμάτων, Η/Υ, εγκαταστάσεων Δικτύου Αποχέτευσης και Προληπτικής Συντήρησης Δικτύων, δηλαδή εργαζόμενοι που ουδέποτε λάμβαναν το επίδικο επίδομα, όπως οι εργαζόμενοι στους λοιπούς τομείς αποχέτευσης.
Ύπό τα ανωτέρω δεδομένα δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της αρχής της ισότητας και ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος) ως προς τους ενάγοντες, λόγω συνέχισης χορήγησης του επίδικου επιδόματος στις προαναφερθείσες κατηγορίες εργαζομένων της εναγομένης και όχι και στους ίδιους (ενάγοντες) αφού η εν λόγω εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, που επιτρέπει την εν λόγω, διαφοροποίηση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας..." Μ' αυτά που έκρινε το Εφετείο, και υπό τα γενόμενα δεκτά κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι το αντικείμενο εργασίας των αναιρεσειόντων διαφέρει από εκείνο των συναδέλφων τους οι οποίοι έρχονται καθημερινά σε συνεχή και άμεση επαφή με τα λύματα, συνακόλουθα δε με το να δεχθεί ότι το ως άνω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας δεν καταργήθηκε αυθαίρετα εκ μέρους της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, ορθά εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, καθώς και εκείνες του άρθρου 25 αυτού.
Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η Διοίκηση της εναγομένης, με μέτρο σύγκρισης τον βαθμό επικινδυνότητας της προσφερόμενης εργασίας, αφ' ενός του τεχνικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης που έρχεται σε άμεση επαφή με τα λύματα αφ' ετέρου των εναγόντων, ορθά έκρινε ότι πρόκειται για ανόμοιες κατηγορίες εργαζομένων, που παρέχουν εργασία υπό ανόμοιες καταστάσεις, ενώ οι ανάγκες περιστολής των δαπανών και κάλυψης ανισοτήτων, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 4024/2011, επέβαλαν αυστηρότερα κριτήρια στην επιλογή των δικαιούχων του επιδόματος, από τους οποίους σύννομα αποκλείστηκαν οι αναιρεσείοντες, καθ' όσον, ναι μεν ο χώρος του Ακροκεράμου Κερατσινίου εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους σε σχέση με άλλους, εκτός αυτού, χώρους εργασίας, όμως η εφεξής εξαίρεση των αναιρεσειόντων, που παρέχουν την εργασία τους στα γραφεία ή στους αποθηκευτικούς χώρους, δηλαδή σε σαφέστερα πιο προστατευμένο περιβάλλον, παραβαλλομένων με το τεχνικό προσωπικό που έρχεται σε άμεση επαφή με τα λύματα και σε περιβάλλον ασυγκρίτως δυσμενέστερο για την υγεία του, δικαιολογείται, υπό τον επιδιωκόμενο σκοπό του δημοσίου συμφέροντος, με συνέπεια η γενομένη περικοπή του επιδόματος ως προς αυτούς να μην αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις.
Ούτε, εξάλλου, το γεγονός ότι ο νόμος 4024/2011 δεν υπέδειξε το είδος των αναγκαίων περικοπών καθιστά παράνομη την περικοπή του ως άνω επιδόματος, καθ' όσον με τις ρυθμίσεις αυτού και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, επιδιώκεται η μείωση των δαπανών του κράτους και ο εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους του δημοσίου τομέα και, ειδικότερα, της πολιτικής των επιδομάτων, λόγω της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης, σκοποί, συνιστάμενοι σε λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Η δε Διοίκηση της αναιρεσίβλητης, συμμορφούμενη στις επιταγές του ως άνω νόμου και ενεργώντας στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας για τη μείωση κατά δίκαιο τρόπο του μισθολογικού κόστους της λειτουργίας της, προέβη με βάση αντικειμενικά κριτήρια στην εν λόγω περικοπή, η οποία ήταν το πρόσφορο μέτρο για την πραγματοποίηση του διωκόμενου σκοπού, χωρίς με την κρίση της αυτή να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού η εν λόγω περικοπή υπαγορεύτηκε από λόγους που συνάπτονται με την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού δημοσιονομικού προβλήματος, που επέβαλλε, κατά τις επιταγές του νομοθέτη, τη μείωση του μισθολογικού κόστους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ λεκτέον ότι με τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται καταρχήν διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες.
Εξάλλου, η επίκληση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των διατάξεων του άρθρου 19 του ν.4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 54 ν.4384/2016 σχετικά με την εξακολούθηση καταβολής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους δικαιούχους που είχαν οριστεί με τις εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 15 παρ.1 ν.4024/2011 και άρθρ.67 ν.4235/2014 υπουργικές αποφάσεις, είναι αλυσιτελής, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν γίνεται ταυτόχρονα επίκληση ότι πληρούνται και οι τασσόμενες από τις ανωτέρω διατάξεις προϋποθέσεις (έκδοση ΚΥΑ σχετικά με τους δικαιούχους, τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησής του).
Η περαιτέρω αναφορά της εφετειακής απόφασης ότι με την υποθετική λήψη του επιδόματος αυτού εκ μέρους των αναιρεσειόντων και την ταυτόχρονη λήψη εκ μέρους τους και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας λόγω χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή, θα δημιουργείτο σε βάρος των εργατοτεχνιτών μισθολογική ανισότητα, αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία και δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της.
Σε σχέση, περαιτέρω, με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η παρεχόμενη εργασία των ιδίων δεν είναι ίδια με εκείνη των συναδέλφων τους που λαμβάνουν την ένδικη παροχή, και ομοίως ειδικότερα σε σχέση με τον δεύτερο εξ αυτών, που υπάγεται στο τεχνικό προσωπικό -για τον οποίο δέχθηκε η εφετειακή απόφαση ότι είναι αποθηκάριος και δεν έρχεται σε άμεση επαφή με τα λύματα αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αρ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, 87/2013, 94/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, 98/2020, 172/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, 409/2021), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 21/2023, 409/2021, 98/2020, 7/2020, 656/2016).
Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 997/2023, 726/2014, 701/2008).
Με τους δεύτερο και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνουν ότι ενώπιον του Εφετείου είχαν προτείνει τους ισχυρισμούς ότι κατά την παροχή της εργασίας τους εκτίθενται σε δυσμενείς παράγοντες και συνεπώς δικαιούνται το ένδικο επίδομα και ότι ο μάρτυρας της αντιδίκου τους συνομολόγησε κατ' έμμεσο τρόπο το αντικείμενο της αγωγής, πλην όμως το Εφετείο αγνόησε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Αμφότερες οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, μη συγκροτούντες τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, καθ' όσον ο μεν ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί των συνθηκών παροχής της εργασίας τους δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά είναι στοιχείο της βάσεως της αγωγής τους, η δε αιτίαση που αφορά την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί ούτε ισχυρισμό, αλλά συνάπτεται με την -αναιρετικώς ανέλεγκτη- εκτίμηση των αποδείξεων.
Ούτε, εξάλλου, η ως άνω μαρτυρική κατάθεση συνιστά ομολογία, κατά την έννοια των περί απόδειξης διατάξεων του ΚΠολΔ (352-353 ΚΠολΔ), ώστε η μη λήψη αυτής υπόψη να συνιστά αναιρετική παράβαση. IV. Eξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", καθιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 183/2023, 573/2022, 90/2021, 1365/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, 1238/2019).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθώς επίσης αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθ' όσον αντιφάσκει ως προς το εάν το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας απορρέει εκ της από 22-7-1999 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή πρόκειται για οικειοθελή παροχή.
Οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, εφόσον δεν εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο του αρ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ ως προς την ειδικότερη αιτίαση περί αντιφατικών αιτιολογιών, αυτή, και αληθής υποτιθέμενη, είναι αλυσιτελής, καθ' όσον δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η περικοπή του ένδικου επιδόματος, ανεξαρτήτως της πηγής προέλευσής του, έλαβε χώρα σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του Ν.4024/2011, όπως ήδη εκτέθηκε.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να κρίνει αδικαιολόγητη την περικοπή, συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
V. Κατά τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και, στην περίπτωση παραπόνου για μη λήψη αυτών υπόψη, πρέπει να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 222/2008, 70/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1874/2008, 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1498/2021, 1115/2021, 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1229/2021, 1388/2019, 798/2010, 22/2005).
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά τους περί των δυσμενών συνθηκών παροχής της εργασίας τους και το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν περί του ότι η αναιρεσίβλητη αποτελεί ανώνυμη εταιρεία και δεν τυγχάνουν εφαρμογής για το προσωπικό της οι διατάξεις του ν.4024/2011.
Αμφότερες οι ως άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την πιο πάνω μαρτυρική κατάθεση μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ενώ εξάλλου, σαφώς έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αφορούν τη νομική μορφή της αναιρεσίβλητης, περί της οποίας περιέχει εκτενή σκέψη.
VI. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο του μετέπειτα ασκηθέντος ενδίκου μέσου, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτού, χωρίς να απαιτείται γι` αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.
Επομένως η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Δεν συνιστά όμως σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 391/2022, 750/2020, 113/2016, 1306/2014).
Με τους ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και σ' εκείνη του αρ.1 του ιδίου άρθρου, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 294, 297, 298, 299, 68, 73, 516 παρ.2, 520 παρ.1 και 914 του ΚΠολΔ, καθ' όσον η αναιρεσίβλητη, με το να συμμορφωθεί εκουσίως με την καταψηφιστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, αποδέχθηκε την απόφαση και δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση έφεσης, η οποία συνεπώς θα έδει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ ομοίως θα έδει να απορριφθεί και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον μόνη η συμμόρφωση, έστω και εκουσίως, με την προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, δεν αποτελεί αποδοχή της τελευταίας, όπως εκτίθεται και στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, εφόσον δεν συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία από τα οποία συνάγεται τέτοια αποδοχή.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-6-2022 αίτηση για αναίρεση της 4454/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ