Legislator Case Law & Legislation
465/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment in inheritance dispute over property division and damages.

Case Number 465/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant, a sole heir, sought to challenge the lower court's ruling on property division and damages based on alleged wrongful conduct by the defendants. The court found no grounds for the appeal, noting that the lower court had properly evaluated all evidence and legal arguments presented during the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if specific legal grounds are met, and if no such grounds exist, the appeal must be rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility inheritance dispute property division civil procedure costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ. του Θ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Τσιτσίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Θ. Μ., το γένος Ε. Ξ., 2) Χ. Μ. του Θ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολάου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2015 αγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας και της ήδη αποβιωσάσης Ζ. χήρας Θ. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 7-1-2015 αγωγή της Π. Χ. του Θ. ήδη αναιρεσείουσας και της Ζ. χήρας Θ. Χ., στη θέση της οποίας μετά τον επισυμβάντα θάνατο της, μετά την άσκηση και πριν την συζήτηση της αγωγής, υπεισήλθε η πρώτη ως μοναδική κληρονόμος της, επικαλούμενες παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριες κατά το αναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλλουν το ποσό των 5.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται να τους καταβάλουν το ποσό των 37.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.

Με την αριθμ.170/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, το Μονομελές Πρωτοδικείου Ναυπλίου απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και των λοιπών συγκληρονόμων του Θ.

Μ., με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου του χρόνου νομής του τελευταίου επί του επιδίκου στον χρόνο νομής των προαναφερόμενων συγκληρονόμων του, την οποία νομίμως είχαν προτείνει οι εναγόμενοι. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 10-7-2018 έφεση της ενάγουσας ? εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας επί της οποίας εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 94/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του (ΑΠ 515/2020, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 812/2018). Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 ΑΚ επί καθολικής και ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 431/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017,ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Ακόμη, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 371/2015).

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκα υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 629/2020, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 874/2019, ΑΠ 319/2017) Στη προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1α και 19 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 947 και 1045 Α.Κ τους οποίους κατά τα εκτιθέμενα η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένα και διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της προαναφερόμενης ένστασης των εναγομένων, παρά μόνο αποσπασματικές και μεμονωμένες κατά την κρίση της αναιρεσείουσας παραδοχές.

Ακόμη δε, στους λόγους αυτούς δεν αναφέρεται ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους για τη θεμελίωσή της ένστασής τους, περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, ως προς τον οποίο διατυπώνεται η προβαλλόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων.

Επίσης, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ενώ καθόσον αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου δεν αναφέρεται το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ως προς δε τις επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή.

Περαιτέρω, στους λόγους αυτούς διαλαμβάνονται τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, καθώς και ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που οδηγούν κατά την κρίση της σε διάφορο αποδεικτικό πόρισμα πλήττοντας με τον τρόπο αυτό την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι δεν προτάθηκε από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ως ενακτήριο έτος της έκτακτης χρησικτησίας οι αρχές του 1993, που δέχθηκε η απόφαση, αλλά το έτος 1988 .

Το χρονικό όμως αυτό σημείο, δηλαδή οι αρχές του έτους 1993, από το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης και κατ' εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, άρχισε να τρέχει ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας για τους εναγομένους και όχι από τον προβαλλόμενο από αυτούς χρόνο (1988), δεν επηρεάζει την βασιμότητα και δεν συνιστά θεμελιωτικό περιστατικό του αυτοτελούς ισχυρισμού τους, περί κτήσεως κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης και με βάση το χρόνο αυτό (Φεβρουάριο 1993 μέχρι Μάρτιο 2013) συμπληρώθηκε η συνεχής εικοσαετής νομή, στο επίδικο προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι 2-10-2014.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι για την απόδειξη του περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ισχυρισμού των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων το αποδεικτικό πόρισμά της διαμορφώθηκε όχι χωρίς αποδείξεις, αλλά με βάση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώπιον του Εφετείου, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την πρώτη εναγόμενη ? εφεσίβλητη (οι τρεις πρώτες) και από τον δεύτερο εναγόμενο ? εφεσίβλητο (η τέταρτη) με αριθμούς 2407/14-11-2017, 240/14-11-2017, 2409/14-11-2017, 2410/14-11-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Π.

χήρας Κ. Χ., Η. Κ. του Α., Α. χήρας Π. Κ. και Δ., συζύγου Θ. Ξ., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πρασιών, Πέτρου Λιακόπουλου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας, αλλά και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα - εκκαλούσα με αριθμό 2413/2011-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ.

Κ. που δόθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πρασιών, Πέτρου Λιακόπουλου, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων, καθώς και τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που παραδεκτά προσκομίστηκαν το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Κ.Πολ.Δ. 529) δηλαδή η 8494/15-12-2017 δήλωση αποδοχή κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Τσούνη με το σχετικό πιστοποιητικό μεταγραφής, η 1/2019 απόφαση Πταισματοδικείου Άστρους, τα ΕΦΜ15/3 και ΕΦΜ15/4 έγγραφα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου και τους με αριθμούς 9549/10-10-2019, 1073/10-10-2019, 14362/11-10-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας Α.

Κ., Γ. Χ. του Ν. και Π. Π., αντίστοιχα, που δόθηκαν η πρώτη ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η δεύτερη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Δέσποινας Ματαλά και η τρίτη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καβάλας, Ευθυμίας Λαζίδου - Καψιτίδη, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εφεσίβλητων. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 13-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου .Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-5-2021 αίτηση της Π. Χ. του Θ., για αναίρεση της 94/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ