Legislator Case Law & Legislation
465/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank director's acquittal due to insufficient reasoning on criminal liability.

Case Number 465/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous bank's appeal against the Athens Court of Appeal's acquittal of a former bank director. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the director's criminal liability, while the court found the appellate decision's reasoning adequate and specific. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(19) is inadmissible if the contested judgment contains sufficient and specific reasoning on the main issues affecting the case outcome, as required by Article 93(3)(a) of the Constitution.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning criminal liability bank director Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3)(a) of the Constitution
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 465/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα ... (ν. 2330/1995)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μήλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-1988 αγωγή και την από 28-2-1989 επιβοηθητική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7762/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5102/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παναγιώτα Πασσίση ανέγνωσε την από 8-3-2021 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Μυρσίνης Παπαχίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5102/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28.9.2012, χωρίς να επιδοθεί, και η αίτηση κατατέθηκε στις 28.9.2015, ήτοι εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εξακολουθεί να ισχύει για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την 1.1.2016, που ίσχυσε ο πιο πάνω νόμος, αλλά δεν επιδόθηκαν, όπως στην προκείμενη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/2018). Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (ΑΠ 666/2014).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 125/2019, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", 914, 919, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου αυτής, για τη ζημία που προξενείται στην εταιρεία, συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια, κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους, που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση πίστης, και, ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1489/2017, ΑΠ 1483/2010).

Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας, που νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως, κατά τους όρους του άρθρου 22β' του ν. 2190/1920 (ΑΠ 1489/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αυτός που ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... Στις 15.1.1985, ο Γ. Κ. ανέλαβε καθήκοντα προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας ..., έχοντας έτσι τον πλήρη έλεγχο και την αποκλειστική διαχείριση και εκπροσώπηση της Τράπεζας, στη στελέχωση των υπηρεσιών της οποίας προέβη ο ίδιος προσωπικά.

Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 19.10.1988 ο Γ. Κ. υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά, ύψους 56.475.837,20 ευρώ (19.562.844.318 δρχ.) που προέρχονταν από τα διαθέσιμα της Τράπεζας ..., τα οποία διοχέτευε παράνομα προς διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα, με χρηματικές εκροές από τα ταμεία της Τράπεζας και χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία για τις αντίστοιχες εκταμιεύσεις [...] Οι εν λόγω χρηματικές εκροές λάμβαναν χώρα, ως εξής: (α) εικονική χρέωση λογαριασμού "εγγραφές δικτύου", β) ισόποση εικονική πίστωση του "λογαριασμού καταθέσεων" Γ.

Κ., γ) εκ νέου εικονική χρέωση του "λογαριασμού καταθέσεων" Γ. Κ., δ) εικονική πίστωση του λογαριασμού "εγγραφές δικτύου", ε) πραγματική χρέωση του λογαριασμού "εγγραφές δικτύου" και στ) είτε πραγματική πίστωση των λογαριασμών τρίτων, επί των οποίων οι τρίτοι έσυραν επιταγές, αναλάμβαναν μετρητά ή πραγματοποιούσαν άλλες συναλλαγές, είτε πραγματική εκταμίευση μετρητών.

Τα ποσά που διοχετεύθηκαν παρανόμως με χρέωση του λογαριασμού διαθεσίμων της τράπεζας "εγγραφές δικτύου" προς τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.562.844.318 δρχ. Τα παραπάνω αποκαλύφθηκαν περί το μήνα Ιανουάριο του έτους 1987, οπότε διατάχθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος πιστωτικός έλεγχος στα καταστήματα ...

και ... της Τράπεζας .... Κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού δημιουργήθηκαν υπόνοιες για την εισροή κεφαλαίων στις εταιρίες συμφερόντων του Γ. Κ. με την επωνυμία "..." και "..." από το λογαριασμό "εγγραφές δικτύου", που τηρούνταν στο κατάστημα της Διοίκησης, που ήταν στην οδό ..., γιατί δεν διαφαινόταν η νόμιμη αιτία της εισροής.

Ο Γ. Κ., τότε, φοβούμενος ως πιθανή τη γενίκευση του ελέγχου και στο λογιστήριο της Διοίκησης, αποφάσισε να υποδείξει την αντικατάσταση κρίσιμων βιβλίων της Τράπεζας και τη λειτουργία, αναδρομικώς για το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 30.11.1986 του πιο πάνω εικονικού ατομικού του λογαριασμού, ο οποίος θα καλυπτόταν από το απόρρητο των ιδιωτικών τραπεζικών καταθέσεων και θα παρεμβαλλόταν στον έλεγχο, υπό την έννοια ότι οι παράνομες εισροές θα κατευθύνονταν στον παραπάνω προσωπικό του λογαριασμό, η κίνηση του οποίου δεν θα μπορούσε, λόγω του απορρήτου, να ελεγχθεί.

Για το σκοπό αυτό συγκάλεσε μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουάριου 1987, στο επί της οδού ... κτίριο της Τράπεζας, σύσκεψη προσώπων, μεταξύ των οποίων παρών ήταν και ο δεύτερος εναγόμενος Π. Β.. Κατά τη σύσκεψη αυτή ο Γ. Κ. με επίμονες προτροπές, παραινέσεις και εντολές για την αντικατάσταση των βιβλίων και τη δημιουργία του εικονικού ατομικού λογαριασμού του, προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να προβούν στις ενέργειες αυτές.

Έτσι, με τις ενέργειες αυτές εμφανίσθηκε αναδρομικώς ως υπάρχων ο ανύπαρκτος μέχρι τότε με αριθμό [...] προσωπικός λογαριασμός του Γ. Κ., στον οποίο και φέρονταν χρεωμένα τα χρηματικά ποσά που είχαν υπεξαιρεθεί από αυτόν με σκοπό και μόνο τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει λογιστικώς στην απατηλή εικόνα ότι τα χρήματα που είχαν διοχετευθεί στις εταιρίες με την επωνυμία "..." και "...", με χρέωση του λογαριασμού της Τράπεζας ... "εγγραφές δικτύου", προέρχονταν από τον πιο πάνω ατομικό λογαριασμό του Γ.

Κ. και όχι από υπεξαιρεθέντα διαθέσιμα χρήματα της Τράπεζας. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε και στις 17.6.1988, όταν απειλήθηκε εκ νέου έλεγχος της Τράπεζας της Ελλάδος στην παραπάνω Τράπεζα. Στη συνέχεια, στις 19.10.1988, δυνάμει της 1375/19.10.1988 πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, διορίστηκε στην Τράπεζα προσωρινός επίτροπος.

Με την πιο πάνω απόφαση έπαυσε αυτοδικαίως κάθε εξουσία και αρμοδιότητα όλων των οργάνων, καταστατικών και μη, της Τράπεζας και καταργήθηκε η ιδιότητα των εναγομένων, ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας. Οι αρμοδιότητες αυτές περιήλθαν στον προσωρινό επίτροπο, στον οποίο ανατέθηκε επιπλέον η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου, προκειμένου αυτός να συντάξει και υποβάλει στην Τράπεζα της Ελλάδος λεπτομερή έκθεση για την εν γένει οικονομική, λογιστική και διοικητική κατάσταση της Τράπεζας.

Ο έλεγχος αυτός κατέδειξε συνολικό έλλειμμα 32.000.000.000 δραχμών, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ποσά. Με την 971-1212-1251/96, 28-300-512-664/97 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο Γ. Κ. κηρύχθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, και του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 18.7.1980 έως 19.10.1988 με αντικείμενο ποσό των 50.000.000 δρχ., ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τόσο κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ, όσο και κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, το οποίο είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν, ως διαχειριστή της περιουσίας της Τράπεζας ..., χωρίς όμως τη δεύτερη επιβαρυντική περίσταση του ν. 1608/1950 [...].

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο τέταρτος εναγόμενος, Α. Κ. (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε την ιδιότητα του Β' Γενικού Διευθυντή της Τράπεζας και ήταν, επίσης, απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας .... Τα καθήκοντά του με την πιο πάνω ιδιότητα ήταν αποκλειστικά διοικητικού χαρακτήρα, έχοντας την εποπτεία των Διευθύνσεων Διοικητικού, Οργάνωσης και Μηχανογράφησης.

Το έτος 1987 τοποθετήθηκε περιφερειάρχης στην ..., την ... και την .... Βασικό καθήκον του ήταν η συνεχής επιτόπια παρουσία του στις περιοχές της αρμοδιότητάς του, δηλαδή η παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας των υποκαταστημάτων των περιοχών αυτών. Βασική του ενασχόληση υπήρξε ο οργανωτικός τομέας, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τραπεζικές εργασίες και τη διεξαγωγή των λογιστικών και συναλλακτικών πράξεων που ασκούσε η Τράπεζα.

Ουδέποτε αναμείχθηκε σε οποιαδήποτε τυχόν διαδικασία ή μέθοδο, δυνάμει των οποίων υπεξαιρέθηκαν χρήματα από την Τράπεζα, ούτε, εξάλλου, αναμείχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στη διακίνηση των χρηματαποστολών, ούτε τυχόν τέτοια προϊόντα περιήλθαν στον ίδιο ενώ, επιπλέον, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το λογιστήριο, την παρακολούθηση του λογαριασμού "εγγραφές δικτύου" και τη σύνταξη ισολογισμών.

Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω εναγόμενος συμμετείχε ή συνέδραμε με οποιονδήποτε τρόπο στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις. Εξάλλου με την 3246/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αθωώθηκε για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της άμεσης συνδρομής κατ' εξακολούθηση σε εξακολουθηματική υπεξαίρεση από τους Γ.

Κ. και Π. Β., απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε εξακολουθηματική υπεξαίρεση, σύνταξη και υπογραφή ψευδών ισολογισμών κατ' εξακολούθηση και επιχείρηση διανομής κερδών με τη σύνταξη και έγκριση ψευδών ισολογισμών. Ενόψει αυτών έπρεπε η αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Μετά από αυτά πρέπει ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης της ενάγουσας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 17.11.2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 7762/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την από 8.12.1988 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, 18, 22α και 22β του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα περί ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου έναντι της αναιρεσείουσας, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές της απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος: 1) υπό τις ιδιότητές του, ως Β' Γενικού Διευθυντή και απλού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ασκούσε καθήκοντα αποκλειστικά διοικητικού χαρακτήρα εποπτείας των Διευθύνσεων Διοικητικού, Οργάνωσης και Μηχανογράφησης, καθώς και ότι από το έτος 1987, υπό την ιδιότητά του, ως περιφερειάρχη, ασκούσε κυρίως καθήκοντα παρακολούθησης της εύρυθμης λειτουργίας των υποκαταστημάτων των περιοχών της αρμοδιότητάς του, 2) υπό την ιδιότητά του, ως Β' Γενικού Διευθυντή, ασκούσε καθήκοντα οργανωτικού σχεδιασμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας και δεν είχε αποφασιστική ανάμιξη στις τραπεζικές, λογιστικές και συναλλακτικές εργασίες αυτής και 3) ουδεμία συνέργεια είχε στη διαπραχθείσα από το Γ.

Κ. υπεξαίρεση, ούτε ανάμιξη στη διακίνηση των χρηματαποστολών, ούτε περιήλθε στην κατοχή του χρηματικό ποσό από τα πιο πάνω από τον Γ. Κ. υπεξαιρεθέντα, ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τις τραπεζικές εργασίες του λογιστηρίου, της παρακολούθησης του λογαριασμού "εγγραφές δικτύου" και της σύνταξης των ισολογισμών της αναιρεσείουσας Τράπεζας.

Πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αφού οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν, με επάρκεια και σαφήνεια, το πιο πάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αναφορικά με την αποδιδόμενη με την αγωγή στον αναιρεσίβλητο αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, δεν τελέσθηκε και, εντεύθεν, δεν προκλήθηκε η επ' αυτής ερειδομένη ζημία της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.9.2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα ... (Ν. 2330/1995)" για αναίρεση της υπ' αριθ. 5102/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ