Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to insufficient reasoning on comparative salary and economic necessity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final labor court decision terminating an indefinite-term employment contract. The employer argued the termination was justified by economic necessity and comparative salary analysis, but the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding specific salary comparisons and the necessity of dismissing the plaintiff over other employees. Consequently, the Court found the lower court's decision legally flawed due to this lack of reasoning and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 656 of the Civil Code, Article 1 and Article 5 of Law 2112/1920; The right to terminate an indefinite-term employment contract is not unlimited and must be exercised with sufficient reasoning, particularly regarding comparative salary and economic necessity, otherwise the decision is voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 465 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Επικοινωνιακό και Μορφωτικό Ίδρυμα της Εκκλησίας της Ελλάδος – Ραδιοφωνικός Σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. – Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάμπρου Σμαΐλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.06.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1792/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2636/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27.02.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 2636/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 1792/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 13.06.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2832/2013) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του v. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς, αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ’ υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν γίνεται από διάθεση εκδίκησης ή από εχθρότητα του εργοδότη προς το μισθωτό, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης.
Επί απολύσεως που αποδίδεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η ορθότητα της απόφασης του εργοδότη να ανταπεξέλθει με απολύσεις στην οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην απόφασή του και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατο μέσον αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου προς απόλυση έναντι άλλων, που πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου, από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση (ΑΠ 1267/2019, 1481/2018, 877/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
[II] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά:
«| Ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε την 05.12.1990 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ΝΠΙΔ, στη διαχείριση του οποίου υπάγεται ο Ραδιοφωνικός Σταθμός (Ρ/Σ) της Εκκλησίας της Ελλάδος, το τελευταίο προσέλαβε την ενάγουσα, ως ρεπόρτερ – δημοσιογράφο ΜΜΕ στον νεοϊδρυθέντα (τότε) ως άνω Ρ/Σ, στην έδρα του εναγομένου που βρίσκεται στο Μέγαρο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την επίβλεψη του εκάστοτε διευθυντή του Ρ/Σ, στον οποίο απασχολήθηκε μέχρι την 15.03.2013 που το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή της σύμβαση.
Ότι το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας για οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στα πλαίσια διαφόρων μέτρων που έλαβε προς το σκοπό μείωσης του εργασιακού κόστους για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο άνω ραδιοφωνικός σταθμός ήδη από το έτος 2009, τα οποία είχαν σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ελλείμματος στον ισολογισμό του, εξ αιτίας του ότι η δαπάνη μισθοδοσίας του απασχολούμενου στον άνω σταθμό προσωπικού υπερέβαινε τα έσοδα αυτού που έβαιναν συνεχώς μειούμενα.
Ότι η ενάγουσα, η οποία είχε προσληφθεί από το εναγόμενο στις 05.12.1990, κατά το χρόνο της απόλυσής της (15.03.2013) ήταν 43 ετών, απόφοιτη Τ.Ε.Ι., είχε αυξημένες ανάγκες διότι ήταν διαζευγμένη και μητέρα δύο τέκνων, της Ν., ηλικίας 20 ετών και άνεργης και του Ν., ηλικίας 19 ετών, ο οποίος είχε διακόψει τη φοίτησή του στη σχολή τουριστικών επαγγελμάτων και υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, διέμενε μαζί με τα τέκνα της σε μισθωμένη κατοικία, επιβαρυνόμενη με την καταβολή του μισθώματος ενώ εστερείτο άλλης περιουσίας και εσόδων από οποιαδήποτε άλλη πηγή, εκτός των εισοδημάτων από την εργασία της, ανερχομένου του μισθού της κατά τον άνω χρόνο σε 2.974 ευρώ.
Ότι κατά τον ίδιο χρόνο, που η ενάγουσα απολύθηκε, εργάζονταν στο εναγόμενο συγχρόνως με αυτήν, εκτός των άλλων, και εννέα ακόμα εργαζόμενοι που απασχολούνταν στον άνω ραδιοφωνικό σταθμό ως δημοσιογράφοι, δηλαδή με την ίδια ιδιότητα. Από αυτούς: 1) η Α. Μ., ηλικίας 48 ετών, πτυχιούχος ΑΕΙ, έγγαμη χωρίς τέκνα και είχε προσληφθεί, όπως και η ενάγουσα, την 05.12.1990, 2) η Α.
Χ., ηλικίας 45 ετών, έγγαμη χωρίς τέκνα και είχε προσληφθεί στις 10.09.1990, 3) Ο Δ. Ρ., ηλικίας 36 ετών, απόφοιτος Τ.Ε.Ι., έγγαμος με ένα τέκνο και είχε προσληφθεί την 01.11.2003, 4) ο Ε. Α., ηλικίας 35 ετών, απόφοιτος Ι.Ε.Κ., άγαμος και είχε προσληφθεί την 01.11.2003, 5) η Σ. Κ., ηλικίας 48 ετών, πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, έγγαμη, χωρίς τέκνα και είχε προσληφθεί την 01.04.2004, 6) ο Κ.
Π., ηλικίας 32 ετών, έγγαμος, με ένα τέκνο, είχε προσληφθεί την 11.03.2002, 7) ο Α. Γ., ηλικίας 39 ετών, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, έγγαμος, είχε προσληφθεί την 01.10.1999, 8) ο Β. Σ., ηλικίας 36 ετών, έγγαμος με ένα τέκνο, είχε προσληφθεί την 01.06.2005 και 9) ο Δ. Κ., ηλικίας 51 ετών, πτυχιούχος Α.Ε.Ι., έγγαμος με δύο τέκνα και είχε προσληφθεί την 1.12.2005.
Ότι με τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα, που είχε προσληφθεί το έτος 1990, ήταν κατά πολύ αρχαιότερη και μεγαλύτερης ηλικίας από τους περισσότερους των άνω συγκρίσιμων εργαζομένων, που διατηρήθηκαν σε όμοια με αυτήν θέση εργασίας, ήτοι των 3ου, 4ου, 6ου, 7ου και 8ου εξ αυτών, ενώ ήταν μεγαλύτερης μεν ηλικίας αλλά κατά πολύ αρχαιότερη στην εργασία της από τους 5η και 9ο εξ αυτών (κατά 14 και 15 έτη, αντίστοιχα).
Ότι η ως άνω αρχαιότητά της (12-15 ετών) έναντι των παραπάνω εργαζομένων θεμελιώνει και ενισχύει το «δικαίωμα στη θέση εργασίας», στην προστασία και διαφύλαξη του οποίου, ως μέσο βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και προσωπικής υπόστασης του μισθωτού, στοχεύουν τόσο οι νομοθετικοί όσο και οι νομολογιακοί περιορισμοί της καταγγελίας.
Επιπρόσθετα η ενάγουσα σε σχέση με όλους τους παραπάνω συναδέλφους της, ακόμα και με τις 1η και 2η από αυτούς, οι οποίες ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και είχαν προσληφθεί την ίδια χρονική περίοδο με την ίδια, είχε περισσότερα οικονομικά βάρη αφού ήταν διαζευγμένη με δύο τέκνα, τα οποία ήταν μεν ενήλικα, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, το ένα ήταν άνεργο και το έτερο σπουδαστής, που κατά το χρόνο της απόλυσής της υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία.
Αλλά ακόμα και ως προς τους συναδέλφους της που υπερτερούσαν αυτής ως προς τα τυπικά προσόντα, τούτο αντισταθμίζεται από την καταφανή υπεροχή της ενάγουσας στα οικογενειακά βάρη (ως προς την 1η συγκρινόμενη), την ηλικία και την επί 23 έτη εμπειρία της σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας της (ως προς τους λοιπούς συγκρινόμενους).
Εξ άλλου, δεν προέκυψε μειωμένη απόδοση της ενάγουσας σε σχέση με τους προαναφερόμενους συναδέλφους της, αλλά αντίθετα η απόδοσή της στην εργασία ήταν άκρως ικανοποιητική, με αποτέλεσμα εν όψει των ικανοτήτων της, της εμπειρίας της και της συνέπειάς της, να απασχολείται από το εναγόμενο συνεχώς επί 23 έτη στο ενημερωτικό πρόγραμμα του σταθμού, στα δελτία ειδήσεων και σε εκπομπές εκκλησιαστικού αλλά και ευρύτερα κοινωνικού περιεχομένου.
Ότι η ενάγουσα ουδέποτε απασχόλησε για πειθαρχικά παραπτώματα το εναγόμενο, ούτε αρνήθηκε υπηρεσία που της ανατέθηκε και ουδέποτε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της.
Ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί υψηλόμισθη σε σχέση με τους ως άνω συγκρινόμενους συναδέλφους της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, αφού οι μηνιαίες αποδοχές της διαμορφώνονταν σε 2.974 ευρώ με τον συνυπολογισμό στο βασικό της μισθό, ύψους 2.288 ευρώ, του επιδόματος πολυετίας και του οικογενειακού επιδόματος που λάμβανε, καθώς και αμοιβής της για τη νυκτερινή εργασία που παρείχε αφού το ωράριό της της τέσσερις ημέρες την εβδομάδα ήταν από 18:00 έως 00:00.
Ότι μετά την απόλυση της ενάγουσας δεν καταργήθηκε το ζωντανό πρόγραμμα του ραδιοφωνικού σταθμού, αφού εξακολούθησαν να μεταδίδονται δελτία ειδήσεων (εκτός μόνο των τίτλων ειδήσεων τα μεσάνυχτα) και η απογευματινή καθημερινή ενημερωτική εκπομπή που αυτή παρουσίαζε, απασχοληθέντων για την κάλυψη του κενού από την απόλυσή της αρχικά των λοιπών συναδέλφων της και στη συνέχεια του δημοσιογράφου Μ. Δ. που απασχολείτο στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Ότι η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον το εναγόμενο έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα υπηρεσιακά (αρχαιότητα - εμπειρία - απόδοση) και κοινωνικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση), υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για την ενάγουσα έναντι των άλλων εργαζομένων, να καταλήξει στην επιλογή προς απόλυση αντ’ αυτής ενός εκ των άλλων εργαζομένων που διατηρήθηκαν, και ειδικότερα εξ αυτών που ήταν κατά πολύ νεότεροί της τόσο ηλικιακά όσο και υπηρεσιακά, ως προς τους οποίους το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές και η πρόσληψή τους από άλλον εργοδότη εν όψει και της ηλικίας τους ευχερέστερη. Ότι συνακόλουθα, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 281), με αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτής (καταγγελίας) και την εντεύθεν υπερημερία του εναγομένου ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, η οποία και δικαιούταν μισθούς υπερημερίας|».
[III] Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Εφετείο και δεχόμενο ότι η ως άνω απόλυση της ενάγουσας είχε γίνει μεν για οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ως άνω κοινωνικοοικονομικά κριτήρια και, συνεπώς, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφ’ ενός ευθέως, διότι για τη διατήρηση της αναιρεσίβλητης - εργαζόμενης στην υπηρεσία έναντι των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση λοιπών εργαζομένων, δεν έλαβε υπ’ όψη όλα τα προβλεπόμενα κριτήρια και ειδικότερα δεν αξιολόγησε ως συγκρίσιμα στοιχεία την οικονομική κατάσταση αυτών, τον λαμβανόμενο από αυτούς μισθό σε σχέση με τις αναφερόμενες αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθώς και την υπηρεσιακή απόδοση αυτών• αφ’ ετέρου δε εκ πλαγίου, καθ’ όσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την από άποψη κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων σύγκριση μεταξύ της απολυθείσης και των διατηρηθέντων συναδέλφων της σχετικά με το ζήτημα της ορθής ή μη επιλογής της αναιρεσίβλητης ως απολυθείσας έναντι των προαναφερομένων συναδέλφων της, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα:
(Α) Ενώ αναφέρει ότι η απόδοση της αναιρεσίβλητης στην εργασία της ήταν άκρως ικανοποιητική και ότι εν όψει των ικανοτήτων της, της εμπειρίας της και της συνέπειάς της, απασχολείτο στο ενημερωτικό πρόγραμμα του σταθμού, στα δελτία ειδήσεων και σε εκπομπές εκκλησιαστικού αλλά και ευρύτερα κοινωνικού περιεχομένου, δεν διαλαμβάνει ουδεμία παραδοχή ως προς τις εργασίες με τις οποίες ασχολούντο οι προς σύγκριση συνάδελφοί της, καθώς και την υπηρεσιακή απόδοση αυτών και, συνακόλουθα, αν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με την αναιρεσίβλητη και αν η τελευταία υπερτερούσε ή όχι αυτών από απόψεως ικανότητας και υπηρεσιακής απόδοσης.
(Β) Ενώ αναφέρει ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω του ότι ήταν διαζευγμένη, είχε αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις, διότι είχε μεν δύο ενήλικα τέκνα πλην όμως το ένα ήταν άνεργο και το άλλο σπουδαστής, που κατά το χρόνο της απόλυσής της υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, δεν διαλαμβάνει ουδεμία παραδοχή ως προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των συγκρινόμενων, δοθέντος ότι δέχεται ως προς αυτούς, αν είναι έγγαμοι ή άγαμοι με ή χωρίς τέκνα και συγκεκριμένα έναντι των 3ου ,6ου και 8ου, των ως άνω εργαζομένων, αν δηλαδή τα τέκνα αυτών ήταν ανήλικα ή μη και σε καταφατική περίπτωση, αν η οικογενειακή κατάσταση της αναιρεσίβλητης με τα ενήλικα τέκνα έδινε σε αυτή προβάδισμα παραμονής στην υπηρεσία σε σχέση με αυτούς που είχαν ανήλικα τέκνα.
(Γ) Ενώ αναφέρει ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε ούτε ιδιόκτητη κατοικία ούτε άλλη περιουσία, και ήταν επιφορτισμένη με την καταβολή μισθώματος δεν διαλαμβάνει ουδεμία παραδοχή ως προς τους συγκρινόμενους σχετικά με τα βάρη, τις υποχρεώσεις τους και την οικονομική τους κατάσταση.
Δ) Ενώ αναφέρει ότι οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης ανερχόντουσαν στο ποσόν των 2.974 ευρώ, δεν διαλαμβάνει ουδεμία παραδοχή ως προς το ύψος των αποδοχών των λοιπών συγκρινομένων και αν η διατήρηση της αναιρεσίβλητης στην υπηρεσία εξυπηρετούσε, σε σύγκριση με τους συναδέλφους της, το σκοπό μείωσης του εργατικού κόστους, στο οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, απέβλεπε η αναδιοργάνωση της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, που είχε καταστήσει αναγκαία τη μείωση του προσωπικού. Επίσης, αν και δέχεται ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του αναιρεσείοντος, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί θα έπρεπε να απολυθεί κάποιος από τους συγκρινόμενους υπαλλήλους – συναδέλφους, αν αυτοί λάμβαναν σαφώς κατώτερες αποδοχές από εκείνη και ειδικότερα οι 3ος, 4ος, 6ος, 7ος και 8ος, οι οποίοι ήταν νεώτεροι αυτής και ως προς την ηλικία και την αρχαιότητα, οι δε 5η και 9ος, οι οποίοι ήταν μεταγενέστεροι ως προς την αρχαιότητα έναντι της αναιρεσίβλητης.
(Ε) Ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε απασχόλησε για πειθαρχικά παραπτώματα το εναγόμενο, ούτε αρνήθηκε υπηρεσία που της ανατέθηκε και ουδέποτε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της, δεν διαλαμβάνει σχετικές παραδοχές όσον αφορά τους λοιπούς εργαζόμενους, και
(ΣΤ) Τέλος, δεν διαλαμβάνει παραδοχή σχετικά με το αν υπήρξε πρόταση του αναιρεσείοντος για συμβατική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων και αν η αναιρεσίβλητη και οι συγκρινόμενοι δημοσιογράφοι είχαν αποδεχθεί ή όχι τυχόν γενόμενη τέτοια πρόταση.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται σε αιτιάσεις και επισημαίνονται οι ως άνω ελλείψεις για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εναγομένου – αναιρεσείοντος, είναι βάσιμοι.
[IV] Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττημένη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2636/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ