Legislator Case Law & Legislation
465/2020 AI generated

465/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

465/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της Δημοτικής Ενότητας ……………… του Δήμου ………., με Α.Φ.Μ……………. της Δ.Ο.Υ. …………., που εδρεύει στην Τοπική Κοινότητα ………., της Δημοτικής ………………. ……………. του ………… ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Ως προς τον 9ο αναιρεσιβλήτων "Ι. Ν. Α. Π.", που εδρεύει στην …………… …….. της Τ.Κ. …. της Δημοτικής Ενότητας …………………..

Keywords

AI generated
partial expropriation downzoning abandonment of expropriation depreciation of remaining property access to property destruction of crops
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 465/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) διορθώνει το αναιρετήριο ως προς την αρίθμηση των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα, μετά τον αύξοντα αριθμό 41 ακολουθεί ο αύξων αριθμός "41α" αντί του "18" που αναγράφτηκε εκ παραδρομής εσφαλμένα και β) διορθώνει το επώνυμο του υπό στοιχ. 110 αναιρεσιβλήτου "Χ. Χ. του Γ.", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής εσφαλμένα, στο ορθό "Χ. Χ. του Γ.".

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.), νομίμως εκπροσωπούμενου (αρ. ιδ. 1, 223), 2) Β. Α. συζ. Δ., κατοίκου ………. ………….. κ.λ.π.(σύνολο 152). Οι υπό στοιχ. 4ο, 5ος, 9ος, 11α, 11β, 11γ, 12ος, 14ος, 19ος, 21η, 23ος, 25ος, 28ος, 30α, 30β, 30γ, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 46ος, 52ος, 54ος, 61ος, 62ος, 64ος, 68ος, 70ος, 75ος, 106ος, 108ος 110ος, 115ος, 117ος, 118ος και 152ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Παληογεώργου, που δήλωσε στο ακροατήριο (καταθέτοντας και σχετικό σημείωμα στο Γραμματέα) ότι: 1) Ως προς τον 3ο των αναιρεσιβλήτων παρίστανται οι:

α) Σ. Π. χα Γ. , β) Κ. Π. του Γ. και της Σ., γ) Α. Π. του Γ. και της Σ., δ) Γ. Π. του Ι. και της Β. , ε) Γ. Π. του Α. και της Ε., στ) Χ. Π. του Α. και της Ε., ζ) Α. Π. του Α. και της Ε., η) Π. – Ρ. Π., σύζυγος Κ. Ρ., το γένος Π. Α. και Ε. για την υπ' αριθμ. 4 ιδιοκτησία, ζητούν δε να διορθωθεί αντιστοίχως το όνομα του 3ου των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Δ.

Ξ." ώστε να συμπληρωθούν τα δικά τους ονόματα και δηλώνουν ότι απαραδέκτως ασκείται η υπό κρίση αναίρεση κατά του Δ. Ξ. ως προς την άνω ιδιοκτησία, διότι οι ως άνω άσκησαν κύρια παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, ως προς την άνω ιδιοκτησία και έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημιώσεως αυτής και ως εκ τούτου το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας λάβει γνώση των ανωτέρω ήδη από την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, εσφαλμένως και απαραδέκτως άσκησε την υπό κρίση αναίρεση κατά του Δ.

Ξ. για την άνω ιδιοκτησία. 2) Ως προς το 4ο των αναιρεσιβλήτων παρίσταται η ".Π. [Κοινωνία Αστικού Δικαίου άρθρου 785 επ. ΑΚ] των συνιδιοκτητών του Α. "Α.", της Τοπικής Κοινότητας Ε. της Δ. Ε. Θ. του Δ. Δ., με Α.Φ.Μ. ………….ης Δ.Ο.Υ. ………., που εδρεύει στην Τοπική Κοινότητα …………, της Δημοτικής Ενότητας …………. του Δήμου …………..

και αιτείται την διόρθωση της επωνυμίας της ως εξής: από το εσφαλμένο "Νομικό Πρόσωπο με την επωνυμία "………………………………" (Π. Δ.), που εδρεύει στην …………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στο ορθό, ήτοι: "…… ……….. [Κοινωνία Αστικού Δικαίου άρθρου 785 επ. ΑΚ] των συνιδιοκτητών ………………………", της Τοπικής Κοινότητας ……………….

της Δημοτικής Ενότητας ……………… του Δήμου ………., με Α.Φ.Μ……………. της Δ.Ο.Υ. …………., που εδρεύει στην Τοπική Κοινότητα ………., της Δημοτικής ………………. ……………. του ………… ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Ως προς τον 9ο αναιρεσιβλήτων "Ι. Ν. Α. Π.", που εδρεύει στην …………… …….. της Τ.Κ. …. της Δημοτικής Ενότητας …………………..

του Δήμου …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, συμπληρώνει πλήρως ως άνω τα στοιχεία του. 4) Η 10η των αναιρεσιβλήτων Δ. Ν. (για την οποία δεν παρίσταται), απεβίωσε πριν την άσκηση της αναιρέσεως είχε ήδη γνωστοποιηθεί ο θάνατός της κατά την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Λαμίας και με τις προτάσεις - ανταιτήσεις, αλλά και με την αυτοτελή αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος, που ασκήθηκε από τους νόμιμους κληρονόμους της.

Επομένως το αναιρεσείον έλαβε γνώση του θανάτου της και διαπίστωσε τους κληρονόμους της, προ της ασκήσεως της υπό κρίση αναιρέσεως, οπότε έπρεπε να απευθύνει την υπό κρίση αναίρεση κατά των κληρονόμων της.

Συνεπώς απαραδέκτως απευθύνεται η υπό κρίση αναίρεση κατά της αποβιωσάσης, ως μη υπαρκτού προσώπου, λαμβανομένου τούτου και αυτεπαγγέλτως υπόψιν από το Δικαστήριο, ως εκ τούτου δε απαραδέκτως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω, προβαλλόμενης της σχετικής ενστάσεως απαραδέκτου και προσκομίζεται ληξιαρχική πράξη θανάτου της. 5) Ο 18ος των αναιρεσιβλήτων Σ. Α., απεβίωσε προ της ασκήσεως της αναιρέσεως, προσκομίζεται δε ληξιαρχική πράξη. 6) Ο 23ος των αναιρεσιβλήτων Ν. Α. του Κ. και της Κ., είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 40ο των αναιρεσιβλήτων. 7) Ο 25ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Α. του Χ. είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 118ο των αναιρεσιβλήτων. 8) Ο 110ος των αναιρεσιβλήτων Χ. Χ. του Γ. είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 152ο Χ. Χ. του Γ., διορθώνει δε το επώνυμό του, που αναγράφεται στο αναιρετήριο εσφαλμένα "Χ. ", στο ορθό "Χ. ". Ο 29ος των αναιρεσιβλήτων Χ. Κ. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τζινιέρη. Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 115/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις από 22-7-2012, 12-11-2012, 30-11-2012. 5-12-2012, 13-12-2012 και 14-12-2012 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 35/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 62 εδάφ.α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Τέτοια, όμως, ικανότητα δεν έχει το φυσικό πρόσωπο μετά το θάνατό του σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 35 ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, αν συντρέχει η κατά το πιο πάνω άρθρο 62 ΚΠολΔ προϋπόθεση, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 313 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης, αν αυτή εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού (ή νομικού) προσώπου. Τέλος, κατά το άρθρο 558 εδάφ.α' του ίδιου Κώδικα, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά φυσικού προσώπου που, κατά την άσκησή της, έχει ήδη πεθάνει (ή κατά ανύπαρκτου νομικού προσώπου) και που, ως εκ τούτου, στερείται της ικανότητάς του να είναι διάδικος, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού ελλείπει απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα έκδοσης αποφάσεως επί της ουσίας.

Το απαράδεκτο, όμως, αυτό τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νόμιμα με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 31/2009, ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 530/2017, ΑΠ 740/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση, από 19-4-2016, αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε - ασκήθηκε στις 26-4-2016, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε (βλ. τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου), κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 10-1-2020, εμφανίστηκε, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, η δικηγόρος Λαμίας Ειρήνη Παληογεώργου και δήλωσε ότι η 10η και ο 18ος των αναιρεσιβλήτων (Δ.

χήρα Η. Ντ. και Σ. Χρ. Α.) απεβίωσαν στις 8-2-2012 και 15-7-2009, αντίστοιχα, προσκομίζοντας τις σχετικές από 9-2-2012 και 15-7-2009, αντίστοιχα, ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Ληξιάρχου της Δημοτικής Ενότητας ………. του Δήμου ………., από τις οποίες και αποδεικνύεται ο θάνατός τους, χωρίς να απαιτείται, για το κύρος της γνωστοποίησης, αυτή να συνοδεύεται και από τα σχετικά αποδεικτικά μέσα που να αποδεικνύουν τη νομιμοποίηση της εν λόγω δικηγόρου κατά την παρούσα δίκη (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 642/2016).

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο κατά τις 8-2-2012 και 15-7-2009 θάνατος των αναιρεσιβλήτων αυτών έλαβε χώρα πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (10-2-2015) στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 35/5-5-2015 απόφασή του, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου του 18ου αναιρεσιβλήτου, ούτε, εν πάση περιπτώσει, προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, και, φυσικά, πριν από την κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως (στις 26-4-2016).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο του 18ου των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου αυτού που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της αναίρεσης με τους κληρονόμους του. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν από μόνοι τους, ούτε κλήθηκαν να παραστούν στη δίκη, προκειμένου να προβάλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς, στη θέση του αποβιώσαντος διαδίκου.

Γι' αυτό, η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά στον 18ο αναιρεσίβλητο και, αφού η υπόθεση χωριστεί ως προς αυτόν, να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 75 και 576 παρ.3 εδάφ.β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν.4139/2013 και δεν έθιξε ο νόμος 4335/2015).

Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 10ης αναιρεσίβλητης, διότι, κατά τη δίκη στο Εφετείο, γνωστοποιήθηκε ο θάνατος αυτής με δήλωση των κληρονόμων της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη, αλλά και με τις από 4-2-2015 προτάσεις τους [βλ.

τα 35/10-2-2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, στην 34η σελίδα, επί της από 12-10-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 125/12-10-2012 αίτησης του αναιρεσείοντος (για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης) που εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό του αντιπρόσωπο Γρηγόριο Γιάκα, καθώς και την 4η σελίδα των εφετειακών προτάσεων των παραπάνω κληρονόμων] και, κατά συνέπεια, το αναιρεσείον, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση του θανάτου της 10ης αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, είναι άκυρη (απαράδεκτη) η αίτηση αναίρεσης που απηύθηνε κατ' αυτής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

ΙΙ. Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.

Περαιτέρω, σύμφωνα, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 146 παρ. 10 του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου αιτήσεις αναίρεσης: "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19.

Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί".

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της κρινόμενης, από 19-4-2016, αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού συζήτησής της για τη δικάσιμο της 16-2-2018 που ορίστηκε αρχικά, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11-1-2019, οπότε αναβλήθηκε πάλι για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2020), τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (9-10-2017) και στα δημοτικά καταστήματα του Δήμου …………. (23-10-2017), της Δημοτικής Ενότητας ………………… (23-10-2017) και των Τοπικών Κοινοτήτων …………….. (20-10-2017) και ………………… (27-10-2017) του νομού ……………, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα.

Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ", φύλλο 26.926 της 17-11-2017, 2) "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 11.895 της 17-11-2017 και 3) "ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 13.512 της 17-11-2017], καθώς και σε μία της Λαμίας["ΛΑΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ", φύλλο 21.469 της 18/19-11-2017].

Ως εκ τούτου, από τους αναιρεσιβλήτους οι 1ος, 2η, 3ος, 6α, 6β, 6γ, 6δ, 7η, 8ος, 13ος, 15ος έως και 17ος, 20ος, 22ος, 24η, 26ος, 27ος, 31α, 31β, 32ος έως και 34ος, 41ος έως και 45ος, 47η έως και 51ος, 53ος, 55η έως και 60η, 63η, 65ος έως και 67η, 69ος, 71η έως και 74η, 76ος έως και 105ος, 107ος, 109η, 111ος έως και 114ος, 116ος, 119ος έως και 151ος, 153η, οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν προπαρατεθεί.

Άρα, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 παρ.4 εδάφ. τελευταίο ν. 2882/2001. Να σημειωθεί ότι, αναφορικά με την απαλλοτριωμένη με αριθμό 4 ιδιοκτησία που στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης φέρεται να ανήκει στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Δήμο ……………………, ο οποίος, συνεπώς, από μόνο το γεγονός αυτό, νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη ως "ενδιαφερόμενος" και υπήρξε διάδικος και στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης στο Εφετείο, ως 3ος των καθ' ων η πιο πάνω, από 12-10-2012, αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος (άρθρ. 14 παρ.1 ν.2882/2001), εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ειρήνης Παληογεώργου, οι α) Σ.

χήρα Γ. Π κ.λ.π. (σύνολο 8) και δήλωσαν ότι ήδη, με τη 229/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε δικαστικά για την ιδιοκτησία αυτή, ενώ με την ίδια απόφαση διατάχθηκε και η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το ονοματεπώνυμο του φερόμενου ως κυρίου του ακινήτου τούτου και, συνακόλουθα, δικαιούχου της αποζημίωσης.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ.2 ν.4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ.9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018).

Η αποζημίωση αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του ακινήτου, αλλά και εκείνη που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ΑΠ Ολομ. 31/2005, ΑΠ 1069/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1555/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 59/1999).

Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις.

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 35/2015 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις αναγραφόμενες επτά (7) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 12-10-2012 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 125/12-10-2012) αίτηση του αναιρεσείοντος, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, α) οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, β) ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν.2882/2001, αποζημίωσης και γ) άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας για τα αναφερόμενα ακίνητα που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες ………… και ………………..

του δήμου ………………….. του νομού …………. και που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1009936/508/0010/20-2-2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., για την κατασκευή του Οδικού Άξονα Ε65, στο τμήμα Χ.Θ. 46+813 έως τη Χ.Θ. 48+145, υπότμημα Χ.Θ. 0+000 έως τη Χ.Θ. 8+361,22 της συνδετήριας οδού από Α.Κ.

………. έως την Ε.Ο. ………..-……………-……………………, δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους που συναπαλλοτριώθηκαν) και την ιδιαίτερη αποζημίωση στις αναγραφόμενες τιμές, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του.

Ειδικότερα, για τον καθορισμό της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης, αφού προηγουμένως διέλαβε ότι "...οι επίδικες εκτάσεις είναι κατά βάση γεωργικές ιδιοκτησίες, όπου υπάρχουν μονοετείς κυρίως καλλιέργειες, με ελάχιστη οικοπεδική αξία. Η περιοχή δεν είναι πολεοδομικώς θεσμοθετηθεμένη και χωροθετημένη, έχει δε όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις...", δέχθηκε τα εξής:[...2.

Από την υπ' αριθμ. 29 ιδιοκτησία της κτηματικής περιφέρειας …………….., στην θέση ………………, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 2.157,56 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 866,21 τ.μ., απομένει δε έκταση εμβαδού 1.291,35 τ.μ., της οποίας η αξία μειώνεται λόγω της μεταβολής του σχήματος του (μετατρέπεται σε επιτραπέζιο, που δυσχεραίνει την γεωργική του εκμετάλλευση), οφείλεται δε για τον λόγο αυτόν ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία προσδιορίζεται σε ποσοστό 20% επί της αξίας του εναπομένοντος τμήματος. 3) Από την υπ' αριθμ. 64 ιδιοκτησία της κτηματικής …….., στην θέση …………., με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 3.370,28 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.568,51 τ.μ., απομένει δε έκταση εμβαδού 801,77 τ.μ., της οποίας η αξία μειώνεται λόγω του μεγέθους (μικρή έκταση) και του σχήματος που αποκτά, ήτοι σχεδόν οξεία γωνία με μικρό πλάτος, που δυσχεραίνουν την γεωργική του εκμετάλλευση, οφείλεται δε για τον λόγο αυτόν ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία προσδιορίζεται σε ποσοστό 30% επί της αξίας του εναπομένοντος τμήματος. 4) Από την υπ' αριθμ. 26 ιδιοκτησία της κτηματικής περιφέρειας ……………., στην θέση …………….., με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 25.946,70 τ.μ., απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση εμβαδού 8.622,38 τ.μ.....

της οποίας η αξία μειώνεται λόγω της μεταβολής του σχήματος της, αφού μετατρέπεται σε κυκλική, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή της, οφείλεται δε για τον λόγο αυτόν ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία προσδιορίζεται σε ποσοστό 20% επί της αξίας του εναπομένοντος τμήματος.... 6) Από την υπ' αριθμ. 33 ιδιοκτησία της κτηματικής περιφέρειας …………, στην θέση ………………, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 4.010,49 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.685,15 τ.μ., απομένει δε έκταση εμβαδού 325,34 τ.μ., της οποίας μειώνεται η αξία, διότι καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, λόγω δε του μεγέθους (μικρή έκταση) και του σχήματος που αποκτά, καθίσταται ασύμφορη για οιαδήποτε εκμετάλλευση, οφείλεται δε για τον λόγο αυτόν ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία προσδιορίζεται σε ποσοστό 75% επί της αξίας του εναπομένοντος τμήματος.....].

Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι δεν διευκρινίζει, με την πληττόμενη απόφασή του, α) το χαρακτήρα των απαλλοτριωμένων ακινήτων ως αγροτικών ή αστικών και την κατά προορισμό χρήση τους, β) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων, δηλαδή ελάχιστο εμβαδόν, ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ.) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσης των ακινήτων αυτών, γ) τις διατάξεις, με βάση τις οποίες ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής, δ) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, ε) τις δυνατότητες πρόσβασης που είχαν τα ακίνητα πριν από την απαλλοτρίωση και αυτές που έχουν μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και στ) τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του έργου (που κατασκευάστηκε) στις δυνατότητες των ιδιοκτησιών και, συνακόλουθα, στη μείωση της πραγματικής αξίας τους και, γενικά, δεν αναφέρεται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ/τος της 24-4/3-5-1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3212/2003, αν τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πληρούσαν, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, τους όρους δόμησης και αν τα εναπομένοντα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικά τμήματα δεν είναι πλέον άρτια ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές για το ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, δηλαδή ότι είχαν και οικοπεδική αξία. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής, τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, με εξαίρεση το ΚΠ 33 ακίνητο, για το οποίο θα γίνει λόγος αμέσως παρακάτω, χαρακτηρίζονται, όπως έχει προεκτεθεί, ως "γεωργικές ιδιοκτησίες...με ελάχιστη οικοπεδική αξία" και, ως εκ τούτου, δεν νοείται να ερευνηθεί αν τα ακίνητα αυτά πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι πλέον άρτια ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα (ΑΠ 209/2019, βλ.

και ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 1555/2017, ΑΠ 96/2015). Περαιτέρω, 1) ως προς τη γεωργική χρήση των ακινήτων αυτών, το Εφετείο αναφέρει ότι, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση της ίδιας χρήσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι αυτή δυσχεραίνεται, εξαιτίας της μεταβολής του σχήματος των εναπομενόντων εδαφικών τμημάτων και της μικρής έκτασής τους, με συνέπεια, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, να υφίστανται μείωση της αξίας τους που, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραδοχές, είναι "σημαντική" και 2) στην ίδια απόφαση υπάρχει παραδοχή για τη μη δυνατότητα πλέον πρόσβασης των εναπομενόντων, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, εδαφικών τμημάτων στη διανοιγόμενη οδό, όπως θα εκτεθεί στην επόμενη σκέψη της παρούσας.

Εξάλλου, ναι μεν το ΚΠ 33 ακίνητο έχει, κατά την οικεία παραδοχή της απόφασης του Εφετείου, και οικοπεδική αξία, πλην, όμως, εφόσον το εμβαδόν που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, είναι μόνο 325,34 τετραγωνικά μέτρα, δεν μπορεί να υπαχθεί σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παραπάνω π.δ/μα ώστε να είναι άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο (ως ελάχιστο εμβαδόν προβλέπεται 750 τετρ.

μέτρα, κατ' άρθρ. 1 παρ.2 περ.β' υποπερίπτωση αα του διατάγματος αυτού). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του αριθμού 19 (καθώς και του αριθμού 1, όσον αφορά την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ.4 ν.2882/2001 που προπαρατέθηκε, ενώ διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η πιο πάνω διάταξη και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Γι' αυτό, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, κατά το μέρος που ερευνήθηκε, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα. Επισημαίνεται ότι ο παρών λόγος δεν εξετάζεται ως προς την ΚΠ 28 ιδιοκτησία, καθόσον αυτή φέρεται να ανήκει στη 10η αναιρεσίβλητη (και ήδη στους κληρονόμους της), ως προς την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο Ι σκέψη της παρούσας.

IV. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 1068/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 318/2016).

Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας: [...αποδείχθηκε, επίσης, ότι όλες οι ανωτέρω ιδιοκτησίες δεν έχουν καμία ωφέλεια από την κατασκευή του έργου. Και τούτο, διότι αυτό συνίσταται στην κατασκευή κλειστού αυτοκινητόδρομου υψηλών ταχυτήτων, σε υψομετρική διαφορά από το έδαφος των εν λόγω ιδιοκτησιών, χωρίς αυτές να έχουν άμεση πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο, αφού δεν δημιουργούνται κόμβοι και οδοί σ' αυτόν...].

Κατόπιν αυτού, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμο, το αίτημα των ενδιαφερόμενων ιδιοκτητών να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας του ν. 653/1977 για τις "επίδικες" απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των εν λόγω ακινήτων και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν, κυρίως, την αδυναμία πρόσβασης, από τα εδαφικά τμήματα που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, στον διανοιγόμενο "κλειστό" αυτοκινητόδρομο, κατέληξε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωμένες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη του Οδικού Άξονα Ε65 και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω οδού, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον που προβάλλει τις ίδιες, υπό στοιχ.

β' έως ζ', αιτιάσεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη

ΙΙΙ σκέψη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην πιο πάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 2062/2017).

Περαιτέρω, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ίδιου ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (και εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί, για τις οποίες, όμως, δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (ΑΠ 814/2017, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 101/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες επτά (7) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, όπως έχει προεκτεθεί, δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε, μεταξύ άλλων, την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις στις αναγραφόμενες τιμές, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του.

Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 (και κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με την απόφασή του παραβίασε τις παρατιθέμενες στην αρχή της σκέψης αυτής διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με το να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μεγαλύτερη από την αξία που αναγράφεται στη Φ33/129Α/6-2-2015 επικαιροποιημένη εκτιμητική έκθεση της "Σύμπραξης των Πιστοποιημένων Ορκωτών Εκτιμητών", χωρίς να αιτιολογεί ειδικά πού οφείλεται η απόκλιση αυτή.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και ευσύνοπτα, ως προς το επίμαχο ζήτημα (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 702/2017), ούτε προσκομίζεται η παραπάνω έκθεση, ώστε να διαπιστωθεί η επικαλούμενη προς τα άνω απόκλιση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του, εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων στην ενώπιον τούτου δίκη, καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, έγγραφα, τεχνικές εκθέσεις, προαναφερόμενη - από Φεβρουαρίου 2015 - επικαιροποιημένη έκθεση επανεκτίμησης, δικαστικές αποφάσεις ως συγκριτικά - πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, 115/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης κ.λπ.), καθώς και τη θέση των απαλλοτριωμένων, τη φύση τους και τον τρόπο εκμετάλλευσής τους και, επιπλέον, τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο της συζήτησης, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων που προσδιόρισε από εκείνη που αναφέρεται, κατά το αναιρεσείον, στην παραπάνω έκθεση, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση των ανεξάρτητων εκτιμητών.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος, σε κάθε περίπτωση, ο παρών λόγος της αναίρεσης. Στην πραγματικότητα, με το λόγο αυτόν, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

VI. Κατά το άρθρο 4 ν. 2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 388/2018).

Ειδικότερα, η αποζημίωση, για να είναι πλήρης, κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος, πρέπει να περιλαμβάνει και την αξία όχι μόνο του εδάφους, αλλά και των συστατικών του, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως (ΑΠ 78/2018, ΑΠ 157/2017, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 326/2014). Κατά μεν το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, κατά δε το άρθρο 954 του αυτού Κώδικα, συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και τα προϊόντα του ακινήτου, εφόσον συνέχονται με το έδαφος.

Έτσι, και η ύλη που εξορύσσεται από λατομείο είναι συστατικό (προϊόν) της εδαφικής έκτασης, στην οποία βρίσκεται το λατομείο (ΑΠ 207/1983), σύμφωνα και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1-3 του ν.1428/1984 "Εκμετάλλευση λατομείων..." (όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2115/1993), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη υπόθεση, χρόνο, πριν καταργηθεί με το άρθρο 69 παρ.1 του ν. 4512/2018.

Η ιδιότητα του συστατικού μέρους πράγματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ο αναιρετικός έλεγχος της οποίας, μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής, δηλαδή με ορθή εξειδίκευσή της, ακόμη και αν βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατομικής περίπτωσης, και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 157/2017, ΑΠ 781/2006).

Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής, σε σχέση με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης:[...τα ακίνητα που βρίσκονται στο Δ.Δ. ………….. διαθέτουν πλούσιο υπέδαφος, κατάλληλο για εξόρυξη αδρανών υλικών, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή δημόσιων έργων, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι στην επίδικη τουλάχιστον έκταση λειτουργεί λατομείο, αντιθέτως, δε, αποδείχθηκε ότι στις επίδικες απαλλοτριωθείσες εκτάσεις υπήρχαν καλλιέργειες σιτηρών.

Εν τούτοις και δεδομένου ότι τα υπάρχοντα λατομικά υλικά αποτελούν συστατικά των απαλλοτριούμενων εκτάσεων στην παραπάνω περιοχή, πρέπει να υπολογισθεί η αξία αυτών ως λατομικής ύλης...]. Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο, γιατί προσδιόρισε, αναφορικά με τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες των μελών του 4ου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα …………….., την αξία των λατομικών (αδρανών) υλικών που υπάρχουν στο υπέδαφός τους σε 0,75 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν είναι νοητή η ύπαρξη "λατομικών υλικών" και "λατομικής ύλης" (που δεν προσδιορίζεται το είδος τους), χωρίς την ύπαρξη θεσμοθετημένου λατομικού χώρου, ούτε είναι δυνατή, ταυτόχρονα, η εκμετάλλευση του υπεδάφους και η καλλιέργεια του εδάφους, παραβιάζοντας, έτσι, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 ν.1428/1984 και 954 αριθμ.2 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε, ορθά, ότι τα λατομικά υλικά, των οποίων η έννοια οριζόταν στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1428/1984 (ΣτΕ 1682/2000), δίχως να απαιτείται λεπτομερειακή περιγραφή τους, αποτελούν συστατικά των εδαφικών εκτάσεων, για τα οποία και πρέπει, όπως έχει προαναφερθεί, να καθοριστεί αποζημίωση, ώστε αυτή να είναι "πλήρης", χωρίς να αίρεται η ιδιότητά τους αυτή από το γεγονός ότι στην περιοχή εκείνη δεν λειτουργεί λατομείο, ούτε από το ότι το έδαφος καλλιεργείται.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ.α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωσης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 850/2009). Στην παρούσα περίπτωση, το φερόμενο ως υπόχρεο προς αποζημίωση αναιρεσείον αποδίδει, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αιτιάσεις, από τον αριθμό 9 εδάφ.

α'και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο 1) έκρινε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρ. 1 του ν.653/1977 τεκμήριο ωφέλειας και για τα ΚΠ 8, 11, 15, 25, 33, 44, 42, 56, 60 και 63 απαλλοτριωμένα ακίνητα, αν και δεν υποβλήθηκε από τους φερόμενους ιδιοκτήτες των ακινήτων αυτών αίτημα για άρση του εν λόγω τεκμηρίου και 2) άφησε αδίκαστο το αίτημά του για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και για τα ΚΠ 1, 3, 4, 8, 11, 15, 17, 19, 20, 22, 23 και 25 απαλλοτριωμένα ακίνητα, αν και το ζήτησε με τη με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 125/12-10-2012 αίτησή του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Και τούτο, διότι: 1) Ως προς το πρώτο σκέλος: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, για τα ΚΠ 15, 33 και 44 ακίνητα ζητήθηκε η άρση του τεκμηρίου ωφέλειας με τις αιτήσεις οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης κ.λπ. - με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης 143/26-11-2012, 146/6-12-2012 και 152/13-12-2012 (για την ΚΠ 15 ιδιοκτησία) και 152/2012 (για τις ΚΠ 33 και 44 ιδιοκτησίες).

Άλλωστε, και το ίδιο το αναιρεσείον σε άλλο σημείο του αναιρετηρίου (αρχή της 26ης σελίδας) αναφέρει ότι ζητήθηκε η άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες αυτές. Για τις υπόλοιπες πιο πάνω επτά (7) ιδιοκτησίες (ΚΠ 8, 11, 25, 42, 56, 60 και 63) δεν ζητήθηκε, πράγματι, η άρση του τεκμηρίου ωφέλειας (βλ.

τις σχετικές, με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης 146/2012 και 153/2012, αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής αποζημίωσης κ.λπ. των φερόμενων ως ιδιοκτητών τους). Και με την εκδοχή, όμως, ότι το Εφετείο δέχθηκε την άρση του τεκμηρίου αυτού και για τις επτά αυτές ιδιοκτησίες, ο λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του τούτο, είναι αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από τον οικείο κτηματολογικό πίνακα που προσκομίζει ο 29ος αναιρεσίβλητος, οι ιδιοκτησίες αυτές δεν φέρονται ότι αυτοαποζημιώνονται, άρα, δεν υπήρχε γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας για να αρθεί και, συνακόλουθα, ο ερευνώμενος λόγος δεν έχει αντικείμενο και 2) Ως προς το δεύτερο σκέλος:

Από την παραδεκτή επισκόπηση της σχετικής, από 12-10-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 125/12-10-2012, αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε αίτημα για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και για τις παραπάνω ιδιοκτησίες και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, ορθά, δεν καθόρισε οριστική αποζημίωση, ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, και γι' αυτές.

VIII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 4ου, 5ου, 9ου, 11α, 11β, 11γ, 12ου, 14ου, 19ου, 21ης, 23ου-40ου, 25ου-118ου, 28ου, 29ου, 30α, 30β, 30γ, 35ου έως και 39ου, 46ου, 52ου, 54ου, 61ου, 62ου, 64ου, 68ου, 70ου, 75ου, 106ου, 108ου, 110ου-152ου, 115ου και 117ου των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ.22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΕισΝΚΠολΔ), που εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 22 παρ.3 ν.2882/2001, και στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 148/2018), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αφού αυτοί ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 11/26-4-2016 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τη δέκατη των αναιρεσιβλήτων Δ. χήρα Η. Ν.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αυτής ως προς τον 18ο των αναιρεσιβλήτων Σ. Χρ. Α.

Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν (κληρονόμους του).

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 35/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 4ου, 5ου, 9ου, 11α, 11β, 11γ, 12ου, 14ου, 19ου, 21ης, 23ου-40ου, 25ου-118ου, 28ου, 29ου, 30α, 30β, 30γ, 35ου έως και 39ου, 46ου, 52ου, 54ου, 61ου, 62ου, 64ου, 68ου, 70ου, 75ου, 106ου, 108ου, 110ου-152ου, 115ου και 117ου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ