Legislator Case Law & Legislation
465/2015 AI generated

465/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

465/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18/2/2015) η από 17/1/2014 αίτηση του Ε.-Α.

Keywords

AI generated
identity documents previous legal status original signature missing case documents documents subject to special treatment right of access to documents
AI generated
2310/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
828/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1265/2024
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21-6-2018 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2020 αίτηση και τους από 24-1-2022 προσθέτους λόγους αυτής.
1414/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1993 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ........., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2077/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4595/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 25 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1418/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε.-Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Σπυράτο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. K. G. G. M., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 2. Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Η πρώτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Προς ον η κοινοποίηση-αναγκαίο ομόδικο: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του προς ον η κοινοποίηση αναγκαίου ομοδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2759/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4846/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 4-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18/2/2015) η από 17/1/2014 αίτηση του Ε.-Α.

Σ. για αναίρεση της 4846/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη K. G. G. M. ούτε κατέθεσε δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την 25936/18.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικεία Πειραιά Ι.

Ζ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία της τελευταίας.

Η ανάκληση της διαθήκης μπορεί να γίνει, μεταξύ άλλων, με νέα διαθήκη, είτε ρητά, κατ' άρθρο 1763 παρ.1 ΑΚ, όταν ο διαθέτης εκφράζει σαφώς και ευθέως με μεταγενέστερη διαθήκη τη βούληση του να ανακαλέσει μερικά ή ολικά την προηγούμενη είτε σιωπηρά, κατ' άρθρο 1764 παρ.1 ΑΚ, όταν, χωρίς τη χρήση πανηγυρικών εκφράσεων περί ανακλήσεως, το περιεχόμενο της μεταγενέστερης διαθήκης εναντιώνεται στην προηγούμενη.

Εναντίωση υπάρχει: α) όταν οι διατάξεις των διαθηκών είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες, νομικά ή ουσιαστικά, δηλαδή πρακτικά δεν είναι δυνατή η εκτέλεση και των δύο παράλληλα. Στην περίπτωση αυτή, η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί την προηγούμενη, κατά το μέρος που εναντιώνεται προς αυτήν, ή β) όταν οι διαθήκες έχουν αντίθετο περιεχόμενο, οπότε είναι λογικά δυνατή η παράλληλη εκτέλεση και των δύο διαθηκών, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται.

Κατόπιν τούτου έπεται ότι, σε περίπτωση που οι διατάξεις της νέας διαθήκης είναι όμοιες κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους με εκείνες της παλαιότερης, χωρίς να συνάγεται βούληση του διαθέτη για ανάκληση, δεν θίγεται το κύρος της παλαιότερης, αφού η ουδόλως εναντιούμενη προς αυτή νεώτερη έχει την πρόδηλη έννοια της επιβεβαίωσης της επικύρωσης της.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη δήλωσης βούλησης του διαθέτη να προβεί σε ρητή ή σιωπηρή ανάκληση προγενέστερης διαθήκης με νεώτερη διαθήκη ή η ερμηνεία αυτής δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενόψει του ότι δεν χωρεί αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη με ερμηνεία, όταν το κείμενο της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, είναι σαφές και πλήρες, αποδίδοντας πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό που θέλησε ο διαθέτης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Α. (Τ.) χήρα Π. ή Π. Σ., το γένος Γ. Κ., στις 5-11-2007, βρέθηκε νεκρή στην οικία της στο …, ο δε θάνατος της, σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, που διενεργήθηκε στις 6-11-2007, επήλθε αιφνιδίως στις 5-11-2007, συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου.

Η θανούσα, της οποίας ο σύζυγος είχε αποβιώσει το έτος 1999, δεν είχε αποκτήσει όσο ζούσε τέκνα και άφησε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή της τον αδελφό της Ά. Κ.. Η θανούσα και ο σύζυγος της διατηρούσαν, όσο ζούσαν, φιλικές σχέσεις, μεταξύ άλλων, και με τον πρώτο ενάγοντα, με τον οποίο ήταν γείτονες στο …, όπου τόσο αυτός όσο και το ζεύγος Σ., διατηρούσαν εξοχικές κατοικίες και οι τελευταίοι συνεργάστηκαν αρκετές φορές μ' αυτόν, ως ιδρυτικά μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Μαραθώνα, του οποίου αυτός (πρώτος ενάγων) είναι και ο Πρόεδρος, για την επίλυση τοπικών προβλημάτων.

Η ανωτέρω Α. Σ. είχε επίσης καλές σχέσεις με τους συγγενείς εξ αίματος του συζύγου της και δη με τον δεύτερο ενάγοντα αδελφό του, μέχρι τη δημιουργία διαφορών σχετικά με την κληρονομιά του συζύγου της, συνεπεία των οποίων αυτή άσκησε την σε βάρος του β ενάγοντα και του γιου του Μ. Σ. την από 12-9-2003 αγωγή της.

Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν είχε καλές σχέσεις με τον αδελφό της Ά. Κ. και την οικογένεια του, οι οποίοι, κυρίως μετά το θάνατο του συζύγου της το 1999, επέδειξαν αδιαφορία γι' αυτή. Μετά δε το θάνατο του συζύγου της, η ανωτέρω Α. Κ. απομονώθηκε στην οικία της στο ... και επικοινωνούσε με τους ενάγοντες, κυρίως τηλεφωνικά.

Το καλοκαίρι του έτους 2001, αυτή (Α. Σ.), η οποία ήταν νομομαθής, παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, στενό οικογενειακό της φίλο, μία επιστολή (διαθήκη), που έφερε ημερομηνία 8-7-2001 και την υπογραφή της, στο περιεχόμενο της οποίας εξέφραζε την τελευταία της βούληση. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο αυτής της επιστολής - διαθήκης έχει ως εξής: "Οκτώ Ιουλίου δύο χιλιάδες ένα (8-7-2001).

Στο σπίτι μου στο ... σήμερα Κυριακή επιθυμώ να δηλώσω αυτό που κυρίως θέλω για την περίπτωση ξαφνικού θανάτου μου. Ευελπιστώ ότι θα αξιωθώ να κάνω μία διαθήκη ενώπιον συμβολαιογράφου αλλά προς το παρόν δηλώνω ότι βαθιά επιθυμώ να μην γίνει κληρονόμος μου ο αδελφός μου Ά. Κ. του Γ. και οποιοσδήποτε άλλος που έλκει δικαιώματα κληρονομιάς απ' αυτόν (οι κατιόντες του).

Δηλαδή επιθυμώ να τον αποκληρώσω. Είμαι βαθιά πικραμένη από την συμπεριφορά αυτού και της οικογενείας του και κυρίως αυτούς τους τελευταίους. Ούτε ένα τηλεφώνημα σαν να μην υπάρχω. Τύποις επιδιώκει να εμφανίζεται σαν συμπαριστάμενος σε μένα. Το επαναλαμβάνω τύποις. Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν λεπτομέρειες πως μου έχουν συμπεριφερθεί.

Πολύ πρόχειρα δηλώνω ότι επιθυμώ σαν κληρονόμους μου, αν εκτάκτως πεθάνω τον Ι. Κ. του Δ. και τον αδελφό του αγαπημένου μου συζύγου Π. Σ., ήτοι τον Ε. - Α. Σ.. Μεταξύ τους ας τα βρουν. Ενώ προτίθεμαι να επανέλθω με μία άλλη διαθήκη και να καθορίζω επακριβώς τα περιουσιακά μου στοιχεία και την ειδικότερη διάθεση τους.

Η την θέληση της δηλούσα. Υπογραφή Α. Κ. Σ.". Ο πρώτος ενάγων, στον οποίο και δόθηκε αυτή η επιστολή, δεν αντιλήφθηκε αμέσως ότι επρόκειτο για διαθήκη και την εξέλαβε κυρίως ως έκφραση της βουλήσεως της ανωτέρω να αποκληρώσει τον αδελφό της και τα παιδιά του. Ωστόσο, η επιστολή αυτή συντάχθηκε με όλους τους νόμιμους τύπους της ιδιόγραφης διαθήκης, δηλαδή γράφτηκε ολόκληρη με το χέρι της διαθέτιδος, έχει ημερομηνία και υπογραφή και στο περιεχόμενο της εκφράζει την τελευταία της βούληση.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή πρόκειται για διαθήκη, πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες, όταν μετά το θάνατο της Α. Σ., διενεργήθηκε αποσφράγιση της οικίας της, όπου βρέθηκαν δύο διαθήκες και στο πλαίσιο της διαδικασίας, αυτής επιδείχθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων από τον πρώτο ενάγοντα φωτοαντίγραφο της άνω διαθήκης, οπότε αυτός τους ζήτησε να του προσκομίσουν το πρωτότυπο αυτής.

Όμως, παρά τις επίμονες προσπάθειες των εναγόντων να ανεύρουν το πρωτότυπο της από 8-7-2001 διαθήκης, αυτό κατέστη αδύνατο, γιατί απωλέσθηκε και έτσι ήταν αδύνατη η δημοσίευση της και η κτήση της κληρονομιαίας περιουσίας. Περαιτέρω, ως προς τις διαθήκες που βρέθηκαν στην οικία της θανούσης, αποδείχθηκε ότι κατά την αποσφράγιση της οικίας της, βρέθηκαν τρία αντίτυπα (πρωτότυπα) της από 14-1-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της και η με ημερομηνίες 15-6-2007 και 14-7-2007 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία ανακαλούσε προηγούμενη με ημερομηνία 6-3-2007 αγνώστου περιεχομένου και μηδέποτε δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη της.

Και τα τρία αντίτυπα (πρωτότυπα) της ανωτέρω από 14-1-2002 διαθήκης δημοσιεύθηκαν δυνάμει των 998/2008, 1123/2008 και 2532/2008 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ η με ημερομηνίες 15-6-2007 και 14-7-2007 ιδιόγραφη διαθήκη (ανάκληση διαθήκης) δημοσιεύθηκε δυνάμει του 2533/2008 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το περιεχόμενο της από 14-1-2002 ιδιόγραφης διαθήκης έχει ως εξής: "Διαθήκη. Σήμερα (δέκα τέσσερις Ιανουαρίου δύο χιλιάδες δύο) 14/1/2002 ημέρα Δευτέρα στο σπίτι μου στο ... εγώ η Α. χα Π. Σ., το γένος Γ. και Σ. Κ., συντάσσω μία πρώτη διαθήκη, στην οποία περιλαμβάνεται ότι προς το παρόν επιθυμώ και ορίζω εν σχέσει με τα κληρονομικά και δη όπως κατωτέρω αναγράφεται: 1)Το ημιυπόγειο δυάρι διαμέρισμα μου που αποτελείται από δύο δωμάτια, χωλ, κουζίνα και μπάνιο και του οποίου τα δύο δωμάτια βλέπουν στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στους ...

στην οδό ... ή ... αριθ. 3-5 επιθυμώ μετά το θάνατο μου να περιέλθει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στην αγαπημένη βοηθό μου K. (K.) G. G. M., η οποία ήδη κατοικεί μέσα σαν ενοικιάστρια μου (δήλωση στην εφορία γίνεται). 2) Δηλώνω ρητά ότι επιθυμώ να αποκλείσω εκ της κληρονομιάς παντός περιουσιακού μου στοιχείου (κινητού ή ακινήτου) όλους τους εξ αδιαθέτου διαδοχής συγγενείς μου (παντός βαθμού και τάξεως και μη υπάρχοντος νομίμου μεριδούχου) κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1713 του Αστ.

Κωδικός. Επιφυλάσσομαι μετά το πέρας των δύο δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούν εξ αφορμής του θανάτου του συζύγου μου Π. (περί αυτών γνωρίζει ο δικηγόρος Δ. Κ.) να καθορίσω με νεώτερη διαθήκη μου τα της τύχης της λοιπής περιουσίας μου. Πάντοτε είχα την επιθυμία η περιουσία μου μετά το θάνατο μου να διατεθεί για κοινωφελείς σκοπούς (χωριό SOS ή Γηροκομείο Αθηνών).

Επειδή όμως έχω δεινοπαθήσει από την συμπεριφορά στενών συγγενικών μου προσώπων. Επειδή είμαι μόνη, μεγάλη (έτος γεννήσεως 1929) και δεν γνωρίζω το μέλλον, είναι φρόνιμο να λάβω τα μέτρα μου. Πρέπει με τη νεώτερη (μεταγενέστερη) διαθήκη μου να μεριμνήσω και να ανταμείψω όποιον ή όποιους μου συμπαρασταθεί στις δύσκολες στιγμές που θα έλθουν.

Αυτό υπαγορεύει η ηθική και το ανθρώπινο χρέος. Αυτό μου υπαγορεύει η συνείδηση μου και η ψυχική συναισθηματική μου ανάγκη. Η παρούσα θα δοθεί προς φύλαξη στο Δικηγορικό Γραφείο του κ. Δ. Η. Κ. και συνεργατών του, που βρίσκεται στην οδό ... στην ... (2ος όροφος τηλέφωνο ...). Μία άλλη όμοια της παρούσης διαθήκης (ιδιόγραφος) θα δοθεί στα χέρια της βοηθού μου K.

μέσα σε φάκελο για να ξέρει τον δικηγόρο στον οποίο θα απευθυνθεί μετά τον θάνατο μου. … 14-Ιανουαρίου 2002 Η διαθέτης - Υπογραφή". Η δεύτερη με ημερομηνίες 15-6-2007 και 14-7-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της άνω θανούσας, είχε το εξής περιεχόμενο: "Ανάκληση διαθήκης Σήμερα 15/6/2007 δέκα πέντε έκτου δύο χιλιάδες επτά ημέρα Παρασκευή στο σπίτι μου στο ...

δηλώνω ρητά ότι ανακαλώ και θεωρώ ως ουδέποτε γραφείσα την από 6/3/2007 διαθήκη, που αφορούσε (αναφερόταν) στην κ. Ά. σύζυγο Ι. Γ. και της την είχα δώσει εγώ η ίδια. Επαναλαμβάνω την ρητή δήλωση μου ότι την ανακαλώ και να θεωρηθεί ως ουδέποτε γραφείσα ύστερα από την ανάγωγη συμπεριφορά της προς εμένα σχετικά με τις μισθώσεις ακινήτου (δεν χρειάζεται συμβόλαιο αλλά απλό χαρτάκι).

Ρητά την ανακαλώ και την θεωρώ (και την πιστεύω) ως ουδέποτε γραφείσα λόγω αχαριστίας και μεγάλης ... προστυχιάς του Γ. Γ.. Η ανακαλούσα την από 6/3/2007 διαθήκη μου, την οποία θεωρώ ως μη γραφείσα αλλά ... Ανάκλησης ανύπαρκτος Υπογραφή Παρακαλώ πολύ όποιος την βρει να μπει στον κόπο να τη δημοσιεύσει. Ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι η Ά.

δεν είναι κυρία καθώς πρέπει ο κ. Γ. Γ. είναι ένα ηλίθιο κοράκι. Νόμιζε ότι θα μου φάει (τόσο έξυπνος) το διαμέρισμα το δικό μου στη .... Τους είχα χρόνια (χωρίς ανάλογες αυξήσεις). Ά. λυπάμαι ... και στο έχω πει σου κάνω έξωση. Το διαμέρισμα που μένετε είναι ότι χρειάζεται για μένα και εγώ θα νοικιάσω αυτό που μένω.

Με την εκτίμηση μου Ά. (πάντα) προσωπική 14-7-2007 δέκα τέσσερις Ιουλίου δύο χιλιάδες επτά - υπογραφή". Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Α. Σ. με τη δεύτερη με ημερομηνίες 15-6-2007 και 14-7-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της, που βρέθηκε στην οικία της, ανακάλεσε προηγούμενη ιδιόγραφη διαθήκη της, με ημερομηνία 6-3-2007, που είχε εγχειρήσει στην Ά.

Γ. και η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, εφόσον με τη διαθήκη αυτή δεν εγκαθιστά κληρονόμους. Περαιτέρω, η Α. Σ., με την από 14-1-2002 διαθήκη της δεν εγκατέστησε κληρονόμους, αλλά εγκατέστησε κληροδόχο της τη βοηθό της K. G. G. M., στο ημιυπόγειο δυάρι διαμέρισμα της που βρίσκεται στους ... στην οδό ... ή ... αριθ. 3-5, αποκλήρωσε τον αδελφό της και τα τέκνα του και επιφυλάχθηκε στο μέλλον να ορίσει την τύχη της λοιπής περιουσίας της, η οποία σημειωτέον αποτελούνταν κατά το χρόνο θανάτου της (κληρονομιαία περιουσία) από έτερο διαμέρισμα που βρίσκεται στους ...

στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... ή ... αριθ. 3-5, από το διαμέρισμα που διέμενε η ίδια στο ... επί της οδού ... μαζί με μία θέση στάθμευσης, από έτερο διαμέρισμα στη ..., επί της οδού ..., την οικοσκευή της οικίας της, μετρητά 40.000 ευρώ περίπου και ένα αυτοκίνητο μάρκας FIAT MAREA. Με την άνω διαθήκη της η Α.

Σ. ανακάλεσε σιωπηρά την από 8-7-2001 διαθήκη της, της οποίας το πρωτότυπο χάθηκε τυχαία. Το γεγονός ότι ανακάλεσε η άνω διαθέτης την από 8-7-2001 διαθήκη με την μεταγενέστερη από 14-7-2002 διαθήκη της αποδεικνύεται από το ότι αναφέρει ρητά και με σαφήνεια σ' αυτήν (από 14-7-2002 διαθήκη) ότι η βούληση της είναι αυτή η διαθήκη να είναι η πρώτη της διαθήκη και ότι επιφυλάσσεται μετά το πέρας των δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούσαν εξ αφορμής του θανάτου του συζύγου της, να καθορίσει με νεώτερη διαθήκη της την τύχη της λοιπής περιουσίας της.

Πράγματι, μεταξύ της άνω θανούσας και του β ενάγοντα και του γιου του υπήρχαν εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις σχετικά με τη κληρονομιά του συζύγου της, ως αποδεικνύεται ιδίως από την 5576/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες. Τα παραπάνω, δηλ.

η ανάκληση της από 8-7-2001 διαθήκης, ενισχύονται δε και από το ότι στην από 14-7-2002 διαθήκη της εξέφρασε την επιθυμία να αφήσει στο μέλλον με άλλη διαθήκη μέρος της περιουσίας της στα παιδικά χωριά SOS ή στο Γηροκομείο Αθηνών, δηλ. υπέρ κοινωφελών σκοπών, καθώς και να τιμήσει τα πρόσωπα που θα της συμπαρασταθούν κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της, έτσι ώστε, εκτός από τη διάθεση του προαναφερθέντος ημιυπόγειου διαμερίσματος, να αφήσει αδιάθετη την υπόλοιπη περιουσία της.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι με το περιεχόμενο της από 14-1-2002 διαθήκης, η διαθέτιδα ανακάλεσε σιωπηρά μεν, πλήρως όμως και με σαφήνεια δε την προγενέστερη από 8-7-2001 διαθήκη της και δεν υπάρχει δυνατότητα αλληλοσυμπλήρωσης των δύο διαθηκών, αλλά ούτε και περίπτωση προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 173 ΑΚ, αφού η ανάκληση της από 8-7-2001 διαθήκης είναι σαφής, καθόσον η διαθέτιδα δηλώνει ρητά μεν ότι η από 14-1-2002 διαθήκη της είναι η πρώτη, ανακαλούσα έτσι σιωπηρά οποιαδήποτε προγενέστερη, αποκληρώνει ρητά όλους τους εξ αδιαθέτου διαδοχής συγγενείς της, καταλείπει το ημιυπόγειο διαμέρισμα στην οικιακή βοηθό της και επιφυλάσσεται για το μέλλον να ρυθμίσει τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία, εκφράζοντας τις σχετικές επιθυμίες, δηλ.

να αφήσει μέρος της περιουσίας της σε κοινωφελείς σκοπούς (χωριά SOS , Γηροκομείο Αθηνών) και σε αυτούς που τυχόν θα την φρόντιζαν στο μέλλον. Τα ίδια κρίναν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από το παρόν δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως οι λόγοι έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντιφατικά και χωρίς επαρκείς αιτιολογίες έκρινε σχετικά με την παράδοση του πρωτοτύπου της από 8-7-2001 ιδιόγραφης διαθήκης και της τυχαίας απώλειας της, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι χώρησε σιωπηρά ανάκληση της άνω διαθήκης με τη νεώτερη από 14-1-2002 διαθήκη χωρίς να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις, των άρθρων 173 και 1764 ΑΚ και ενώ μεταξύ του περιεχομένου των δύο διαθηκών δεν υπάρχει εναντίωση, καθώς και ότι η βούληση της άνω διαθέτιδος ήταν να κληρονομηθεί από τους ενάγοντες είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος και του Ι. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) κατά των αναιρεσιβλήτων: α) ως απαράδεκτη, αναφορικά με τα αιτήματα για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων ως εκ διαθήκης κληρονόμων της Α.

Σ. και της πρώτης εναγομένης ως κληροδόχου αυτής, καθώς και το αίτημα ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι κληρονόμος αυτής, β) ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με τα αιτήματα για αναγνώριση ότι η Α. Σ. είχε συντάξει νομότυπα και παραδώσει στον πρώτο ενάγοντα την από 8/7/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της και ότι η διαθήκη αυτή ουδέποτε ανακλήθηκε, πλην του κληροδοτηθέντος στην πρώτη εναγομένη διαμερίσματος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173, 1764 παρ.1 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της σιωπηρής ανάκλησης της από 8/7/2001 ιδιόγραφης διαθήκης της Α.

Σ., και άρα, κατάργησης της με την από 14/1/2002 μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη της, ενόψει του ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αλληλοσυμπλήρωσης του περιεχομένου τους, και της μη ανάγκης προσφυγής στον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ για την (ευθεία ή έμμεση) ερμηνεία της από 14/1/2002 διαθήκης, διότι με αυτή η διαθέτης εξέφρασε με σαφήνεια τη βούληση της να ανακαλέσει την προγενέστερη από 8/7/2001 διαθήκη της.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ,ο οποίος κατ' εκτίμηση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559αρ.9ΚΠολΔ(και όχι του άρθρου559αρ1 και 19ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 70ΚΠολΔ,όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολο της, χωρίς να αποφανθεί με ειδική αιτιολογία ως προς το αγωγικό αίτημα του τελευταίου "να αναγνωριστεί ότι η θανούσα είχε συντάξει νομοτύπως και παραδώσει στον πρώτο των εκκαλούντων (εναγόντων) την από 8/7/2001 ιδιόγραφη διαθήκη, της οποίας το πρωτότυπο απολέσθηκε τυχαία", το οποίο (αίτημα) απέρριψε σιωπηρά, παρότι έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν όλα τα αναγκαία περιστατικά για την κατ' ουσία παραδοχή του.

Όπως, όμως, προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι η Α. Σ. συνέταξε νομοτύπως και παρέδωσε στον Ι. Κ. την από 8/7/2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, το πρωτότυπο της οποίας στη συνέχεια απωλέσθηκε τυχαία, περαιτέρω όμως έγινε δεκτό ότι το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης ανεκάλεσε σιωπηρά η ίδια η διαθέτης με τη μεταγενέστερη από 14/1/2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αλληλοσυμπλήρωσης των δύο διαθηκών.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αναγνωριστικό αίτημα της ένδικης αγωγής, αναφορικά με τη σύνταξη και παράδοση της από 8/7/2001 ιδιόγραφης διαθήκης στον Ι. Κ. και την τυχαία απώλεια του πρωτοτύπου της, αλλά αντίθετα επιλήφθηκε του πιο πάνω αιτήματος στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του και, στη συνέχεια, το απέρριψε στο διατακτικό της με την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17/1/2014 αίτηση του Ε.-Α. Σ. για αναίρεση της 4846/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ