Legislator Case Law & Legislation
465/2014 AI generated

465/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

465/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Keywords

AI generated
medically certified work incapacity fixed-term work long-term unemployment employment subject to social contributions post-service health impairment daily sickness allowance
AI generated
1166/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1083/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/7/2011 αίτησή του.
1687/2011
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
1704/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
682/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
2199/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας", που εδρεύει στον Αντικάλαμο Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2011 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 17-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-10-2011 αίτησης, για αναίρεση της 88/2011 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον, υπ' αριθμ. .../20-5-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας …, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε, γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας.

Και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου.

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011 και 18/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή της, η ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 1981 μέχρι το 2005 (χρόνος ασκήσεως της αγωγής), προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με αλλεπάλληλες συμβάσεις δήθεν μίσθωσης έργου, ως μοναδική καθαρίστρια του Περιφερειακού Ιατρείου στο Βλαχόπουλο του Κέντρου Υγείας Πύλου, στο οποίο έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες της συνεχώς, με μειωμένο ωράριο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του.

Ότι, επί 22 έτη, οι εν λόγω συμβάσεις ανανεώνονταν διαδοχικά, ο χαρακτηρισμός δε αυτών από το εναγόμενο, ως συμβάσεων έργου, είναι καταχρηστικός και δεν δικαιολογείται από τη φύση των υπηρεσιών της ή των καλυπτομένων αναγκών του εναγομένου, με αποτέλεσμα, οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να έχουν προσλάβει το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει από 1-5-2005 το ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στις έγγαμες καθαρίστριες με 22 έτη προϋπηρεσίας, που απασχολούνται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μειωμένης απασχόλησης, ανερχόμενο στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με σύμβαση έργου μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου ΝΠΔΔ και της ενάγουσας, που καταρτίστηκε ατύπως την 1-1-1982 και έληγε στις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, η ενάγουσα έγγαμη προσλήφθηκε ως καθαρίστρια του Περιφερειακού Ιατρείου Βλαχόπουλου...

Ακολούθως, από 1-1-1983 και μέχρι 31-12-1998 η σύμβαση αυτή ανανεωνόταν ανελλιπώς προφορικά και στη συνέχεια από 1-1-1999 επανακαταρτίστηκαν μεταξύ τους εγγράφως... χωρίς διακοπή αλληλοδιαδοχικές ετήσιες συμβάσεις έργου, που ίσχυαν μέχρι τη συζήτηση της έφεσης. Με βάση αυτές η ενάγουσα εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με μειωμένο ωράριο τεσσάρων ωρών, υπό τις εντολές και οδηγίες του εναγομένου...

Αποδείχτηκε ότι, σε όλη τη διάρκεια των 22 ετών προσέφερε στο εναγόμενο χωρίς διακοπή τις υπηρεσίες της, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς (συνεχείς) ανάγκες καθαριότητας του Περιφερειακού Ιατρείου Βλαχόπουλου, καθώς και ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των αλλεπαλλήλων συμβάσεων έργου που καταρτιζόταν μεταξύ των διαδίκων έγινε ενόψει των προεκτεθέντων, με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920.

Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεών της ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους, αφού το σύνολο των αλλεπαλλήλων συμβάσεων και σχέσεων εργασίας με το εναγόμενο, συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 8 του ν. 2112/1920, 281 ΑΚ και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις... 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος...

Και τούτο διότι: α) οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας της ενάγουσας, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων της ενάγουσας και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια της εργασίας της και β) τα παραπάνω ίσχυαν και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ...

δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή πριν από την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη) και ότι το ΠΔ 164/2004 δεν είχε εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας συνεχιζόταν ακόμη και άρα ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τούτου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας ότι η (σύμβαση) σχέση εργασίας αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει από 1-5-2005 το ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στις εργαζόμενες έγγαμες καθαρίστριες με 22 έτη προϋπηρεσίας, που απασχολούνται με παρόμοια σύμβαση, δεν έσφαλε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις της αναιρεσίβλητης (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και επανακαταρτισθείσες και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός αυτών ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, με ετήσια κάθε φορά διάρκεια, δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, και ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου).

Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), δεν έχουν εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις: α) του άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 5 Π.Δ. 81/2003 και 63, 72 Π.Δ. 410/1988 που απαγορεύουν το χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου, και γ) 5, 7 και 11 Π.Δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, δεν επιβαλλόταν ούτε από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, είναι αβάσιμος.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Ο ίδιος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ρηθεισών διατάξεων και εκείνων του ν. 993/1979, το Εφετείο επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, αφού ουδόλως, με την προσβαλλόμενη επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ρηθεισών διατάξεων, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αναρμοδιότητάς του προς εκδίκασή της, αφού αρμόδια προς τούτο είναι τα Διοικητικά Δικαστήρια είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις, προκύπτει ότι, σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996), (ανεξάρτητα του νόμω αβασίμου του ισχυρισμού αυτού, αφού το δικαστήριο ουσίας, δεν εστερείτο δικαιοδοσίας να ερευνήσει την υπόθεση, σε κάθε περίπτωση, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως ιδιωτική - βλ.

σχετ. ΑΠ 377/2014). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση του ΝΠΔΔ "Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας", για αναίρεση της 88/2011 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ