Legislator Case Law & Legislation
465/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against Epirus Court decision for failure to consider prior final judgment on labor relationship.

Case Number 465/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the fifth appeal reason regarding the Epirus Court's decision, finding it procedurally flawed. The appellants argued the lower court failed to consider a final first-instance judgment establishing an employment relationship, which was crucial to their case. The Court ruled that this omission constituted a substantive error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating the case's remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of Second Instance commits a substantive error if it fails to take into account a final and binding judgment that is relevant to the formation of its evidentiary findings.

Keywords

AI generated
substantive error final judgment Code of Civil Procedure remittal for retrial employment relationship evidentiary findings appeal reason

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 465/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Β. του Ο., κατοίκου ... και 2. Ι. Β. του Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Λάρδα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIUM BANK ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Μαρκάκη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κορίννα Φασουλή-Γραφανάκη, με δήλωση της του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2007 ανακοπή και τους από 14-4-2007 πρόσθετους λόγους ανακοπής και την από 20-3-2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5675/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 936/2009 του Εφετείου Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2012 αίτησή τους και τους από 2-1-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 31-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως ως αβάσιμοι και το από 2-1-2013 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ως απαράδεκτο. Στην περίπτωση που κριθεί πως το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτά εισηγείται να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος του δικογράφου αυτού και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι ως αβάσιμοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 936/2009 τελεσίδικη-απόφαση του Eφετείου Πειραιώς, η οποία, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και, αφού έκανε δεκτές τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την 5675/2008 την οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τις από 20-3-2007 ανακοπές των αναιρεσιβλήτων κατά του …/15-12-2006 πίνακα κατατάξεως, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Μελπομένη Αθανασίου-Μπαρλαμά ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, τον οποίο και τροποποίησε με την αποβολή από αυτόν των απαιτήσεων των καθ'ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων και την κατάταξη σ' αυτόν των απαιτήσεων των ανακοπτουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 975 αριθ.3 ΚΠολΔ οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη.

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 κα, 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νομού 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ, Νόμου 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1973, προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής. Αν, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι, όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται, στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (άρθρα 669, 672 ΑΚ) και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Δεν αποκλείεται, όμως ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση συμβάσεως, (που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση), να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως διευθύνοντος συμβούλου δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσης εργασιακής συμβάσεως με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως.

Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως αυτής, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξαρτάται, πέραν από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διευθύνων σύμβουλος υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές γι' αυτόν (διευθύνοντα σύμβουλο), εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Το ίδιο ισχύει και για το μέλος του Δ.Σ της Α.Ε.. Ειδικότερα, εξαρτημένη εργασία δεν αποκλείεται να παρέχει και ένα μέλος του Δ.Σ ανώνυμης εταιρίας, όταν προσφέρει αντί μισθού υπηρεσίες πέρα από τα καθήκοντα του ως μέλους του Δ.Σ και υπόκειται στον ως άνω έλεγχο του τελευταίου (ΑΠ 45/1997). Σημειώνεται, ότι για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως συμβάσεως εργασίας ή έργου ή συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτελέσεως της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη (για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων) η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία της δηλώσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και χωρίς επίσης να ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται από τους συμβαλλομένους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τ' ακόλουθα: "Στις 26η Ιουλίου 2006 εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό...δύο ακίνητα της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζυμαρικά ΚΟΡΩΝΑ..." Τα πλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν...αντί συνολικού πλειστηριάσματος 3.420.010 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό,αναγγέλθηκαν, εκτός των άλλων δανειστών, για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την τάξη του άρθρου 975 αριθ 3 ΚΠολΔ και για το συνολικό ποσό των 1.269.344 ευρώ οι αναφερόμενοι (στην αναιρεσιβαλλόμενη) 61 δανειστές, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες.

Ειδικότερα, ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες αναγγέλθηκε για το ποσό των 179.327,05 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίστηκε με την αναγγελία του, του οφείλει η καθ'ης ο πλειστηριασμός εταιρεία από την εργασιακή του σχέση....Ο δεύτερος αναιρεσείων αναγγέλθηκε για το ποσό των 179.327,05 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίστηκε με την αναγγελία του, του οφείλει η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρεία από την εργασιακή του σχέση....Επίσης αναγγέλθηκαν ως έχουσες ειδικό προνόμιο των άρθρων 976 αριθμός 2 και 1007 ΚΠολΔ, η ανακόπτουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) η οποία αναγγέλθηκε για τα ποσά των 2.383.272,19 και 2.934,70 ευρώ, καθώς και ανακόπτουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία αναγγέλθηκε για το ποσό του 1.013.269,34 ευρώ.

Επειδή, το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του επισπεύσαντος την εκτέλεση δανειστή και όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε .... Πίνακα Κατάταξης Δανειστών και κατέταξε στο διανεμητέο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, ποσό των 3.385.010 ευρώ. προνομιακά και τυχαία για απαιτήσεις τους από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την τάξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, και για το συνολικό ποσό των 1.269.344 ευρώ τα αναφερόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση) 61 άτομα, μεταξύ των οποίων και τους αναιρεσείοντες για τα ποσά των 179.327,05 και 179.327,05 ευρώ, αντίστοιχα.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται, αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες. Με την καθ'ης ο πλειστηριασμός πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία, τα ακόλουθα: "Η καθ' ης ο πλειστηριασμός ανώνυμη εταιρεία προήλθε εκ μετατροπής της Ο.Ε. … σε ανώνυμη εταιρεία... Επρόκειτο για μία "οικογενειακή" επιχείρηση, αφού 11.584 μετοχές της, ήτοι ποσοστό 64 %, κατείχε ο πατέρας Ο.

Α. Β., 3.258 μετοχές της, ήτοι ποσοστό 18%, κατείχε ο μεγαλύτερος γιος Α. Ο. Β., 9ος των καθ'ων η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων, ενώ τις υπόλοιπες 3.258 μετοχές, ήτοι ποσοστό 18%, κατείχε ο έτερος γιος της οικογένειας Ι. Ο. Β., 10ος των καθ'ων η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων.

Στις 21-1-1983 το Δ.Σ. της συσταθείσης κατά τα ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας συγκροτήθηκε με πρόσωπα της οικογενείας σε σώμα με 2ετή θητεία... ορίστηκε δε ότι η εκπροσώπηση της εταιρείας και δη όλες οι εξουσίες, που ανήκουν κατά το άρθρο 20 του καταστατικού στο Δ.Σ. εκχωρούνται στον Ο. Β. και ότι τον ανωτέρω πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνουν νομίμως στην άσκηση των ανωτέρω εξουσιών και αρμοδιοτήτων οι δύο αντιπρόεδροι Α.

Β. και Ι. Β. από κοινού. Τα αυτά ως άνω ίσχυσαν και στη συνέχεια... για το διάστημα από 1-7-1985 έως 30-6-1988, (πρακτικό συνεδριάσεως της 30-6-1987), για το χρονικό διάστημα μέχρι 30-6-1989, (πρακτικό συνεδριάσεως Δ.Σ. της 30-6-1989 με το οποίο εκλέγονται οι αυτοί ως άνω με διετή θητεία, ήτοι μέχρι 30-6-1994 ΦΕΚ 4170/13-7-1994 Τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε, όπου δημοσιεύεται η συγκρότηση σε σώμα του Δ.Σ.

όπως και ανωτέρω με πενταετή θητεία μέχρι 24.6.1999, (υπ' αριθ. 273 πρακτικό του Δ.Σ. της 24.6.1999). Εν τω μεταξύ το Δ.Σ. της εν λόγω καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας, συγκροτούμενο από τους τρεις ως άνω μετόχους της, καθώς και από την Χ. Β., μητέρα του 9ου και του 10°" των καθ'ων και την Ε. χήρα Ι. Π., γιαγιά εκ μητρός του 9ου και 10°" των καθ' ων η ανακοπή με το 32/30-5-1985 πρακτικό του ασχολήθηκε με το "θέμα προσδιορισμού αμοιβής για τα μέλη και αντιπροέδρους του Δ.Σ.

Α. και Ι. Β., οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες προς την εταιρεία πέραν των συνήθων καθηκόντων των ως μελών του Δ.Σ, εργαζόμενοι στο εργοστάσιο νυχθημερόν και περιτρέχουν την επικράτεια για την προώθηση των εργασιών της επιχειρήσεως", αποφάσισε δε να προσληφθούν από 7-7-1985 ως μισθωτοί υπό της εταιρείας, υπό τον όρο η πρόσληψή τους να εγκριθεί από την Γ.Σ..

Σύμφωνα με το από 29-6-1985 πρακτικό της Γ.Σ. των μετόχων της καθ'ης η εκτέλεση εταιρείας, οι ως άνω μέτοχοι, (πατέρας και τέκνα) ενέκριναν την πρόσληψη των τελευταίων (τέκνων) ως μισθωτών της εταιρείας. Σύμβαση προσλήψεως δε φαίνεται να έχουν υπογράψει, μέχρι δε και το Μάρτιο 1989 δεν είχαν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α.

Με έκτακτη Γ.Σ. των μετόχων της εταιρείας της 15-10-2001, λόγω προβλημάτων υγείας του Ο. Β. η Γ.Σ. προέβη σε εκλογή νέου Δ.Σ. με 5ετή θητεία, με το 334/15.10.2001 δε πρακτικό του Δ.Σ. ανετέθησαν καθήκοντα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου στον 9° των καθ'ων Α. Β., ο 10ος των καθ'ων Ι. Β. εξελέγη αντιπρόεδρος και διορίσθηκαν και οι δύο εκπρόσωποι της εταιρείας.

Στις 30-6-2005 το Δ.Σ. επανασυγκροτείται σε σώμα και επανεκλέγει τον Α. Β. ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και τον Ι. Β. ως αντιπρόεδρο και νομίμους εκπροσώπους ομοίως αμφότερους. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, (ενδεχομένως και ενωρίτερα), έκαστος των αδελφών Β. κατείχε 46.100 μετοχές της εν λόγω εταιρείας, επί συνόλου 138.000 μετοχών, ήτοι ποσοστό 33,4 % έκαστος.

Τέλος, από την τακτική Γ.Σ. της 16-6-2006 εξελέγη νέο Δ.Σ., το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα και ορίστηκε ότι την εταιρεία εκπροσωπούν ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος Α. Β. του Ο. ή και ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ι. Β. του Ο..... Οι ανωτέρω αδελφοί Β. (9ος και ο 10ος των καθ' ων οι ανακοπές), με την αναγγελία τους υπεστήριξαν ότι έχουν απαιτήσεις προερχόμενες οπό αμοιβές δεδουλευμένων και νομίμων αποζημιώσεων, καθόσον την 1-2-1983, προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την καθ'ης η εκτέλεση εταιρεία.

Στην από 23-1-2007 και με αριθμό 17445/2007/428/25-1-2007 αγωγή, που άσκησαν εναντίον της καθ'ης η εκτέλεση εταιρείας τους μαζί με άλλους 49 εργαζομένους, ισχυρίστηκαν ότι την 1-2-1983, δηλαδή μετά την απόκτηση από αυτούς της ιδιότητας του αντιπροέδρου του Δ.Σ, και εκπροσώπου της, προσελήφθησαν απ' αυτήν ως αρχιτεχνίτες ζυμωτές και εξελίχτηκαν σε διευθυντικά στελέχη της, έκτοτε δε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους μέχρι τις 25-7-2006, που απελύθησαν.

Οι ισχυρισμοί των εν λόγω καθ'ων οι ανακοπή είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, αν ληφθούν υπόψη οι όροι και οι ιδιάζουσες πραγματικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες οι εν λόγω μέτοχοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην καθ'ης η εκτέλεση οικογενειακή εταιρεία τους, αλλά και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μεταξύ αυτών και της εταιρείας σχέση δεν είναι εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.

Ειδικότερα η συνολική παροχή υπηρεσιών των εν λόγω καθ'ων προς την εταιρεία τους, ήταν εκείνη του μετόχου-διευθύνοντος συμβούλου και αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της. Οι εν λόγω καθ' ων, λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της εταιρείας τους, αλλά και του αριθμού των μετοχών που κατείχαν και συγκροτούσε την πλειοψηφία, ενεργούσαν αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή τους περί του συμφέροντος της εταιρείας, χωρίς να έχουν εξάρτηση από την εταιρεία, (την οποία αποτελούσαν οι ίδιοι και νωρίτερα ο πατέρας τους), ούτε να λαμβάνουν εντολές ή οδηγίες από το Διοικητικό της Συμβούλιο, του οποίου μέλη ήσαν οι ίδιοι και άλλα μέλη της οικογενείας τους, σχετικά με τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους.

Οι ίδιοι καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησεώς τους, μη υποκείμενοι ως προς αυτά στη νομική εξάρτηση του Δ.Σ. της καθ'ης η εκτέλεση εταιρείας τους. Ενδεικτικό του ότι οι εν λόγω καθ' ων οι ανακοπές συγκροτούσαν ουσιαστικά και διηύθυναν την καθ'ης η εκτέλεση εταιρεία και ότι δεν ακολουθούσαν οδηγίες ή εντολές άλλου οργάνου της, αποτελεί το γεγονός ότι σε πέντε (5) τουλάχιστον αυξητικές συμβάσεις παροχής προς αυτήν πιστώσεων από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ με αλληλόχρεο λογαριασμό, είχαν υπογράψει ως εγγυητές, ευθυνόμενοι όπως η πρωτοφειλέτρια, παραιτηθέντες μάλιστα της ενστάσεως διζήσεως.

Επομένως, η υπό τις ανωτέρω συνθήκες αξίωσή τους προς αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους, δεν συνιστά αξίωση απορρέουσα από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έτσι ώστε να έχουν πεδίο εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως η διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι οι εν λόγω καθ'ων είχαν ασφαλισθεί ως μισθωτοί στο Ι.Κ.Α, καθόσον ο διευθύνων σύμβουλος ΑΕ υπάγεται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α, ακόμη και αν δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία". Κρίνοντας το Εφετείο ότι η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την καθ'ης η εκτέλεση εταιρεία δεν ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και κατά συνέπεια οι προαναφερθείσες αναγγελθείσες απαιτήσεις τους δεν απολάμβαναν του προνομίου του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 713, 173 και 200 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νομού 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ.Νόμου, καθώς και εκείνη του άρθρου 2 εδ.

α' της διεθνούς συμβάσεως της Washington που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, αν θεωρηθούν αληθή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά όντως η συμβατική σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την καθ'ης η εκτέλεση εταιρεία δεν έφερε το χαρακτήρα της εργασίας εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι δεν υφίστατο η απαιτούμενη προς τούτο νομική εξάρτηση των αναιρεσειόντων από την εργοδότιδα (καθ'ης η εκτέλεση) εταιρεία, υπό την έννοια της υπάρξεως του δικαιώματος των οργάνων της τελευταίας να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και να παρέχουν δεσμευτικές γι' αυτούς εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, και κατά συνέπεια δεν ετύγχανε εφαρμογής από άποψη αναγκαστικής εκτελέσεως η διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τέταρτο λόγο του προσθέτου δικογράφου και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψιν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικό μέσο που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού τους, ότι η σχέση που τους συνέδεε με την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία έφερε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψιν την 2127/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, με την οποία έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η προαναφερθείσα από 23-1-2007 αγωγή, που αυτοί άσκησαν εναντίον της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας μαζί με άλλους 49 εργαζομένους, αφού κρίθηκε ότι η σχέση που τους συνέδεε με την εταιρεία αυτή ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την σε αυτή διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο κατά τη μόρφωση του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με την καθ'ης η εκτέλεση εταιρεία.

Τούτο γιατί, παρά τη μη κατ' αρχήν ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψιν αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά τους αναιρεσείοντες περιεχόμενο της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε για την πιο πάνω αγωγή (και) των αναιρεσειόντων, (της οποίας - αγωγής - σημειωτέον, γίνεται ρητή αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη), γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθη πράγματι υπόψιν από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος η εν λόγω απόφαση.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψιν την ανωτέρω απόφαση και να μη τη συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, (περί της αληθείας ή μη του ανωτέρω θεμελιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων), υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψιν αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πιο πάνω πέμπτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 (ΟλΑΠ 2/2013). Οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 936/2009 απόφαση του Eφετείου Πειραιώς

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ