Legislator Case Law & Legislation
465/2012 AI generated

465/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 465 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

465/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 465 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
labor law violations contractor claim for payment employee lack of entitlement unemployment insurance claimant unauthorized employment unpaid work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του.

Αριθμός 465/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΡΕΜΜΥΔΙΩΝ", που εδρεύει στα Κρεμμύδια Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύµβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύµβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύµβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κ.λπ. και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου, Αγροτικού Συνεταιρισμού Κρεμμυδίων, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και των συναφών διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων δηλαδή της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις προσλήψεως του προσωπικού της. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα εξής: Με την από 29-10-2004 αγωγή του, ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι δυνάμει αλλεπαλλήλων προφορικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθη από την εναγομένη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του αρχικά ως υπάλληλος γραμματέας και ταμίας αυτής, στη συνέχεια και ως βοηθός λογιστή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Ότι παρείχε την ανωτέρω εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εργοδότριάς του. Ότι η σύµβασή του κατ' αυτό το τρόπο μετετράπη σε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 έως 23/3/04, δεν του κατέβαλε τις ελάχιστες νόµιµες αποδοχές του, την αντίστοιχη αποζημίωση για την εργασία που αυτός παρείχε κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και τη χιλιομετρική αποζημίωση για εργασία εκτός έδρας. Ότι κατά μήνα Μάρτιο 2004 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί τη καταβολή του συμφωνημένου μισθού του, ενώ στις 24/3/04 προέβη κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων και του αντικειμένου της εργασίας του, αποβλέποντας στο να τον υποχρεώσει να αποχωρήσει από την εργασία του. Ότι ο ίδιος συνέχισε να προσφέρει σ' αυτή την εργασία, που μέχρι τότε παρείχε, παρά την άρνησή της να την αποδεχθεί. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά άτυπη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, η οποία είναι άκυρη, αφού δεν τηρήθηκαν γι' αυτή εκ μέρους της τελευταίας οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την εγκυρότητά της (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως). Παράλληλα η εναγομένη, εμμένοντας στην άρνηση της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες αυτού, έχει περιέλθει σε υπερημερία. Ότι με βάση όσα προαναφέρθηκαν ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι οι αρχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και συνεπεία τούτου, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, β) να αναγνωριστεί ότι η τελευταία ως υπερήμερη εργοδότης του οφείλει μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 11.022,94 ευρώ, γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει επιπλέον 93.993,51 ευρώ ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για εργασία Σαββάτων και Κυριακών, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση για τη μη πραγματοποίηση των αδειών και ως ημερήσια χιλιομετρική αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του και δ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη προσβολή της προσωπικότητάς του συνεπεία της (στην ένδικη αγωγή) αναφερομένης αδικοπραξίας της εναγομένης. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, με το περιεχόμενο της αγωγής, που προαναφέρθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είναι άκυρη και η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, μη νόμιμη, δίχως δε να ερευνήσει την επικαλούμενη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως αυτής και μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η, εκ της συμβάσεως εργασίας, κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 27346/1990 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας και του άρθρου 38 του ν. 2810/2000, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 11/2008 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ