Legislator Case Law & Legislation
465/2011 AI generated

465/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

465/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν.

Keywords

AI generated
pension rights equalization adjustment of remuneration misappropriation of salary deductions termination of benefits seniority allowance unemployment benefits of directors
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση.

Της αναιρεσίβλητης: Ξ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1049/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3908/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2009 αίτηση της και τον από 1-11-2010 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-11-2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το δεύτερο μέρος της διατάξεως του αριθμού 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο , που επιλαμβάνεται εφέσεως, η οποία υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (Ο.Τ.Ε.) κατά της υπ'αριθμ.1049/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εσφαλμένα δεν δέχθηκε αυτεπαγγέλτως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου) ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει την υπόθεση και δεν παρέπεμψε την εκδίκαση της υποθέσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν.

Από τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδάφ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία, αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι, συνεπώς, δίκαιη και εύλογη κατά αντικειμενική κρίση.

Η παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ.1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος. Περαιτέρω, με τις από 14-3-1985 και 10-5-1985 (τροποποιητική της πρώτης) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίσθηκαν μεταξύ ΟΤΕ -- ΑΕ και ΟΜΕ -- ΟΤΕ, κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμ.

καταθ. 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985, θεσμοθετήθηκε και ισχύει για το τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ-ΑΕ (αναιρεσείουσας) ενιαίο μισθολόγιο, με το οποίο το προσωπικό, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κατέχει, διακρίνεται από την στάθμη της εκπαιδεύσεως του σε κατηγορίες, με βάσει τις οποίες εντάσσεται και εξελίσσεται στα καθοριζόμενα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.).

Ο όρος 8 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε., που περιλαμβάνει τους πάγιους κανόνες ένταξης του προσωπικού στα μ.κ., ορίζει, στην παρ . 1, ότι η ένταξη σ' αυτά γίνεται με βάση την στάθμη εκπαίδευσης του και τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στον ΟΤΕ ως μόνιμου, δόκιμου ή έκτακτου, ενώ με τον όρο 2 παρ.1 αυτής (Ε.Σ.Σ.Ε.) το προσωπικό διακρίνεται με βάση την στάθμη εκπαίδευσης του στις μισθολογικές κατηγορίες:

ΣΕ (στοιχειώδους εκπαίδευσης), ΓΕ (γυμνασιακής εννεαετούς εκπαίδευσης), ΜΕ (μέσης δωδεκαετούς εκπαίδευσης), ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), ΑΡ3 (ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης), ΑΡ4 (ανώτερης τετραετούς εκπαίδευσης), ΑΤ4 (ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης) και ΑΤ5 (ανώτατης πενταετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 3 του μισθολογίου καθορίσθηκε η ένταξη του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) και η εξέλιξη του.

Ο όρος 11 τούτου (μισθολογίου) περιέχει διατάξεις μεταβατικής ισχύος, για το προσωπικό που υπηρετούσε ήδη στον ΟΤΕ κατά την εισαγωγή του μισθολογίου. Ειδικότερα, ο όρος αυτός (11) προβλέπει στην παρ. 1 ότι στα μ.κ. εντάσσεται μόνο το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, ενώ, κατά τον ίδιο όρο, το προσωπικό των κλάδων Ι, II και II του ΓΚΠ - ΟΤΕ (Διοικητικό, Οικονομικό, Τεχνικό) εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τα τυπικά του προσόντα, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς του άρθρου 7 του ΓΚΠ - ΟΤΕ στους τίτλους σπουδών.

Ακολούθως, με την από 21-3-1989 Ε. Σ. Σ. Ε. μεταξύ ΟΤΕ Α.Ε. και ΟΜΕ - ΟΤΕ (δημοσιεύθηκε με την Α.Υ.Ε. 13468/1989), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το μισθολόγιο του 1985, ορίσθηκε ότι το προσωπικό των ΑΡ2, ΑΡ3, ΑΡ4, ΑΤ4, ΑΤ5 κατηγοριών εξελίσσεται, για τις πρώτες τρείς κατηγορίες σε 15 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό και καταληκτικό για την πρώτη (ΑΡ2) το ενδέκατο και εικοστό πέμπτο, για την δεύτερη (ΑΡ3) το δωδέκατο και εικοστό έκτο και για την τρίτη (ΑΡ4) το δέκατο τρίτο και εικοστό έβδομο, για την τέταρτη κατηγορία (ΑΤ4) σε 16 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό το δέκατο τρίτο και καταληκτικό το εικοστό όγδοο και για την πέμπτη κατηγορία (ΑΤ5) σε 14 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό το δέκατο πέμπτο και καταληκτικό το εικοστό όγδοο, ορίσθηκε επίσης ότι όλα τα μισθολογικά κλιμάκια διανύονται ανά διετία.

Το προσωπικό με τίτλο σπουδών ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης, που υπηρετούσε την 1-1-1985 είτε ως μόνιμο, είτε ως δόκιμο, εντάχθηκε στο μισθολόγιο βάσει της στάθμης εκπαίδευσης και των ετών σπουδών, ανεξάρτητα αν οι τίτλοι σπουδών τους αναγνωρίζονται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ - ΟΤΕ. Η ως άνω ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών, που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού για την κατηγορία αυτή των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του 2ου όρου του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών, που λαμβάνονται υπόψη για την διάκριση κάθε κατηγορίας, είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, στις 10-5-1988, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως οικονομικός υπάλληλος και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στον εισαγωγικό βαθμό ΟΠ5 και έκτοτε εξελίχθηκε κανονικά, υπηρετώντας έως τον χρόνο σύνταξης της ένδικης αγωγής.

Η εναγομένη - δέχθηκε στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο - με βάση τις μεταβατικές διατάξεις του όρου 2 του μισθολογίου, σε συνδυασμό με τις 2024/1-9-1987 και 2143/16-10-1989 αποφάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενέταξε στο μισθολόγιο πτυχιούχους, οι οποίοι υπηρετούσαν σ' αυτήν την 1-1-1985 ως έκτακτοι και μονιμοποιήθηκαν αργότερα, όπως (ενδεικτικά) την Α.

Δ. και τον Ν. Ρ., επίσης μισθωτούς που ήταν μόνιμοι την 1-1-1985 και εντάχθηκαν ως πτυχιούχοι, αν και απέκτησαν τα πτυχία τους μετά την 1-1-1985, όπως (ενδεικτικά) τους Χ. Ζ., Ν. Ζ. και Α. Β., καθώς και όσους πτυχιούχους Παιδαγωγικής Ακαδημίας υπηρετούσαν ως μόνιμοι την 1-1-1985, τους ενέταξε στην κατηγορία ΑΤ4 και ΠΕ4, αν και τα πτυχία τους δεν ήταν από αυτά που προβλέπει ο ΓΚΠ-ΟΤΕ, όπως (ενδεικτικά) τους Γ.

Ψ., Σ. Κ., Ε. Α., Δ. Δ. και Κ. Κ.. Η ενάγουσα, η οποία ήταν πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, εντάχθηκε από 1-9-1994 στην κατηγορία ΑΡ2, από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ2 και από 1-6-2001 στην κατηγορία ΤΕ, λαμβάνοντας τις αποδοχές που αντιστοιχούν στα κλιμάκια των κατηγοριών αυτών, ενώ παρείχε στην εναγομένη τις ίδιες υπηρεσίες με τους προαναφερόμενους συναδέλφους της, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και είχε τα ίδια με όλους τυπικά προσόντα.

Η εναγομένη - συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - με τις παραπάνω 2024/1-9-1987 και 2143/16-10-1989 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της (για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της που υπηρετούσε την 1-1-1985 στο μισθολόγιο και μάλιστα στην κατηγορία ΑΤ4) προέβη σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, αφού η παροχή αυτή δεν έγινε κατ επιταγή διατάξεως αναγκαστικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι όροι των προαναφερομένων Ε.Σ.Σ.Ε.

αναφέρονται μόνο στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό.

Συνεπώς, ο αποκλεισμός από την οικειοθελή αυτή παροχή του προσωπικού που προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, όπως είναι και η ενάγουσα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι δίκαιη και εύλογη, καθόσον δεν συντρέχει ειδικός και σοβαρός, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγος που να την δικαιολογεί.

Ούτε συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ότι οι προαναφερόμενοι συνάδελφοι της ενάγουσας υπηρετούσαν ως έκτακτοι την συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ αυτή προσλήφθηκε αργότερα, καθόσον μόνο η διαφορά του χρόνου πρόσληψης δεν καθιστά δικαιολογημένη την εξαίρεση της ενάγουσας από την εν λόγω εκούσια παροχή της εναγομένης.

Αλλά ακόμη και αν η ένταξη αυτή είχε γίνει κατ' επιταγή του νόμου, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, δηλαδή των ως άνω διατάξεων των Ε.Σ.Σ.Ε., που προαναφέρθηκαν και οι οποίες έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, και πάλι η ρύθμιση αυτή, που έγινε χωρίς να προκύπτει ύπαρξη λόγων γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος που να την δικαιολογούν, επιφέρει αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση, αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι ανίσχυρη και πρέπει, για την αποκατάσταση της αρχής της ισότητας που καθιερώνεται με αυτές, να εφαρμοσθεί και προς όφελος της ενάγουσας, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, η ίδια ευνοϊκή ρύθμιση και να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα έπρεπε να είχε ενταχθεί στην κατηγορία ΠΕ4 από 1-1-1999, όπως εντάχθηκαν οι παραπάνω συνάδελφοι της.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, επικύρωσε (με απόρριψη του σχετικού αντίθετου λόγου της εφέσεως της εναγομένης) την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και τον μοναδικό συναφή πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με τους προαναφερόμενους εργαζόμενους, γιατί έχει διαφορετικά με αυτούς προσόντα, διαφορετική βαθμολογική εξέλιξη και διαφορετική υπηρεσιακή αρχαιότητα, γι' αυτό και δεν παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος δημιουργούν ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορούν όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και ικανό αριθμό εργαζομένων της αναιρεσείουσας. Με αυτούς τίθεται το ζήτημα, αν οι προαναφερθείσες διατάξεις εισάγουν ή όχι ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση όμοιων κατηγοριών προσωπικού του ΟΤΕ, δηλαδή, αν μόνο η διαφορά του χρόνου προσλήψεως της αναιρεσίβλητης καθιστά ή όχι δικαιολογημένη την εξαίρεση αυτής από την άνω εκούσια παροχή της αναιρεσείουσας και ενόψει των εκτιθέμενων στην απόφαση λοιπών περιστατικών (παροχή της ίδιας εργασίας, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια ή ανώτερα τυπικά προσόντα με τους ευνοηθέντες), αν επηρεάζει ή όχι την εφαρμογή στην περίπτωση της (αναιρεσίβλητης) της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

Ειδικότερα δε, αν η διάκριση αμφοτέρων των ως άνω κατηγοριών, με μοναδικό κριτήριο το εντελώς συμπτωματικό στοιχείο του χρόνου της προσλήψεως του υπαλλήλου, εισάγει άνιση μεταχείριση και δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, ή από άλλο ειδικό και σοβαρό , κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, γιατί τέτοιοι λόγοι δεν συνάγονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΓΚΠ -ΟΤΕ, ώστε να αποκλείονται στο διηνεκές οι υπάλληλοι εκείνοι που προσλήφθηκαν και μονιμοποιήθηκαν μετά το ως άνω χρονικό σημείο, αφού είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα συμπληρώσουν και αυτοί χρόνο υπηρεσίας ίσο ή και μεγαλύτερο εκείνου, τον οποίο είχαν οι ευνοηθέντες συνάδελφοι τους, κατά τον χρόνο της ευνοϊκότερης κατατάξεως τους στο μισθολόγιο, ή αντιθέτως, αν η αρχαιότητα των μισθωτών που υπηρετούσαν ως έκτακτοι την 1-1-1985 δικαιολογεί την ιδιαίτερη υπέρ αυτών ρύθμιση, αφού αυτοί, κατά τεκμήριο, ήταν ήδη τότε περισσότερο έμπειροι και αποδοτικοί, η δε αρχαιότητα τους καθορίζεται απροσώπως και αντικειμενικώς, εξαρτώμενη μόνο από τον χρόνο προσλήψεως τους και, επομένως, η εν λόγω οικειοθελής προς αυτούς παροχή από την αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση ομοίων κατηγοριών εργαζομένων, ούτε παραβιάζει την μισθολογική ισότητα, κατ' αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν υποχρεούται, βάσει των διατάξεων αυτών, να χορηγήσει στους μετά την 1-1-1985 προσληφθέντες υπαλλήλους της την άνω παροχή. Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ.

β' του ΚΠολΔ , να παραπεμφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών (πλην του δευτέρου ) λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 14-7-2009 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3908/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.

Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σε αυτήν λόγο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1ην Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 29 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ