Legislator Case Law & Legislation
465/2009 AI generated

465/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 465/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27 Ιανουαρίου 2005 και 10 Μαρτίου 2005 αιτήσεις των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:8738/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1991/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της και των από 12 Νοεμβρίου 2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

465/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται η δυνατότητα να διαταχθεί καταβολή εγγυοδοσίας επί των περιπτώσεων των άρθρων 162 επ., επί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 694), επί κηρύξεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής (άρθρο 911), επί ασκήσεως ανακοπής ή εφέσεως (άρθρο 912 παρ. 1), ή αναιρέσεως (άρθρο 565 ΚΠολΔ), επί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρο 938), επί ανοχής ή παραλείψεως πράξεως (άρθρο 947).

Keywords

AI generated
production refunds product sector concerned product safety products from third countries action for price reduction counterfeiting of goods
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 465 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" πρώην "ELBISCO ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Λινάρδου.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε " που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Σαριδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27 Ιανουαρίου 2005 και 10 Μαρτίου 2005 αιτήσεις των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:8738/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1991/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της και των από 12 Νοεμβρίου 2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1399/2005).

Περαιτέρω, από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται η δυνατότητα να διαταχθεί καταβολή εγγυοδοσίας επί των περιπτώσεων των άρθρων 162 επ., επί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 694), επί κηρύξεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής (άρθρο 911), επί ασκήσεως ανακοπής ή εφέσεως (άρθρο 912 παρ. 1), ή αναιρέσεως (άρθρο 565 ΚΠολΔ), επί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρο 938), επί ανοχής ή παραλείψεως πράξεως (άρθρο 947).

Η δικαστική εγγύηση επιβάλλεται με δικαστική απόφαση στις περιπτώσεις που επιτρέπει αυτό ο νόμος, εξαρτών την επιβολή της κατά κανόνα από την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την φερεγγυότητα του οφειλέτη και με άλλες περιστάσεις, υπό τις οποίες τελεί η εξασφαλιζόμενη απαίτηση ή το εξασφαλιζόμενο δικαίωμα.

Η εγγύηση εξάλλου συνιστά ασφαλιστικό μέτρο., όταν επιβάλλεται με απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 704 και 705, ενώ όταν αυτή καθορίζεται με σύμβαση ή με άλλη διάταξη νόμου, δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο, αλλά περιεχόμενο ουσιαστικού δικαιώματος. Πάντως, και επί εγγυοδοσίας ως ασφαλιστικού μέτρου συμπληρωματικώς εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 162-168.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 168 (όμοια με τη διάταξη του άρθρου 847 ΚΠολΔ), προκύπτει σαφώς, ότι, αν επέλθει η περίπτωση για την οποία δόθηκε η εγγύηση, καταπίπτει αυτή υπέρ εκείνου υπέρ του οποίου δόθηκε, μετά από αίτηση, υποβαλλόμενη στο κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο ή Ειρηνοδικείο για τις υπ' αυτού διαταχθείσες εγγυήσεις.

Το Μονομελές δε Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο ακόμη και αν η εγγύηση δόθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 375/1997). Σε περίπτωση δε που η εγγύηση διατάχθηκε ως όρος αναστολής της εκτελεστής αποφάσεως μετά από άσκηση ενδίκου μέσου, αν το ένδικο μέσο δεν ευδοκιμήσει και επικυρωθεί η ανασταλείσα απόφαση, πρέπει να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται ο λόγος παροχής της εγγύησης, που σκοπό έχει την εξασφάλιση των συμφερόντων του δανειστή, ώστε να επέρχεται κατάπτωση της υπέρ αυτού, που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει.

Η αρμοδιότης, εξάλλου, του δικαστηρίου περιορίζεται στο να διατάξει την κατάπτωση της κατατεθείσας υπέρ του αιτούντος υπό του καθ' ου η αίτηση οφειλέτου ή τρίτου εγγυήσεως και την συνεπεία αυτής απόδοση στον αιτούντα της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας ή του παρακατατεθέντος στον γραμματέα του δικαστηρίου γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών.

Δυνάμει δε της αποφάσεως αυτής, ο δικαιωθείς μπορεί να ζητήσει την ανάληψη από τον αρμόδιο γραμματέα του δικαστηρίου του παρακατατεθέντος σ' αυτόν γραμματίου ή της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας, ενώ μόνον στην περίπτωση που ο γραμματέας αρνείται να προβεί στην απόδοση της εγγυήσεως το δικαστήριο μπορεί να τον υποχρεώσει, εγειρομένης της αγωγής περί καταδίκης του σε ενέργεια της, ως άνω, πράξεως κατά την τακτική διαδικασία - σε απόδοση της κατατεθείσας εγγυήσεως.

Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι αδιάφορες, αφού, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, που έκρινε επί συνεκδικασθείσας αιτήσεως (με αριθ. καταθ. 3775/2005) της νυν αναιρεσείουσας και με την οποία ζητούσε να αρθεί η εγγύηση που διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 327/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου ως όρος αναστολής εκτελέσεως της με αριθμό 4661/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε αθέμιτο ανταγωνισμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, όπως τούτο προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ως πιθανολογηθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η καθής της δεύτερης αιτήσεως (με αριθμό 3775/2005) "Βιομηχανία Μπισκότων Ε.Ι. Παπαδόπουλος Α.Ε." με την από 16-6-1998 αγωγή της κατά της αιτούσας εταιρείας "ELBISCO ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητούσε, επικαλούμενη αθέμιτο ανταγωνισμό εκ μέρους της τότε εναγομένης, νυν αιτούσας, την απαγόρευση της παραγωγής και κυκλοφορίας του προϊόντος της με το διασχηματισμό "...", καθώς και κάθε προϊόντος της με στοιχεία παρόμοιου διασχηματισμού προς το προϊόν της ίδιας με το σήμα "...", όπως και την απόσυρσή του, ως άνω, προϊόντος της καθ' ης από την αγορά.

Με την με αριθμό 6354/1999 απόφαση του, ως άνω, Δικαστηρίου απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή, ασκηθείσης δε εφέσεως εκ μέρους της τότε ενάγουσας, νυν καθ' ης, εκδόθηκε η 3746/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (τμήμα 12°), με την οποία εξαφανίσθηκε η, ως άνω, απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Ακολούθως η τότε εναγομένη, νυν αιτούσα της δεύτερης αιτήσεως, με αίτησή της ζήτησε την αναίρεση της, ως άνω, αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έγινε δεκτή με την 1123/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Εφετείο.

Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την με αριθμό 4661/2003 απόφασή του, με την οποία εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε πάλι δεκτή εν μέρει η, ως άνω, αγωγή. Ειδικότερα, με την 4661/2003 απόφαση απαγορεύθηκε στην τότε εναγομένη "ELBISCO ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" η εμπορία του προϊόντος της "..." με το διασχηματισμό που περιγράφεται σ' αυτήν και απειλήθηκε κατ' αυτής χρηματική ποινή υπέρ της τότε ενάγουσας 150 ευρώ για τη διάθεση στην αγορά καθενός κυτίου με το, ως άνω, προϊόν της και με τον προαναφερθέντα διασχηματισμό.

Υποχρέωσε, επίσης, την εν λόγω εναγομένη να αποσύρει από την αγορά, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών το, ως άνω, προϊόν της και μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής επέτρεψε στην ενάγουσα το έργο της απόσυρσης από την κατανάλωση του προϊόντος αυτού. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η τότε εναγομένη, νυν αιτούσα, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 8-7-2003 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και αίτηση αναστολής της εκτελέσεώς της (4661/2003).

Επί της αιτήσεως της αναστολής εκδόθηκε η με αριθμό 327/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της 4661/2003 αποφάσεως του Εφετείου "έως ότου εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου για την από 8 Ιουλίου 2003 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως και με τους όρους:

α) καταθέσεως εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ ως και 7-11-2003 και β) συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4ης Οκτωβρίου 2004". Εξάλλου, με την 1388/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε, η, ως άνω, αίτηση αναιρέσεως και έτσι κατέστη αμετάκλητη η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου.

Ήδη, η εταιρεία "ELBISCO ΕΜΠΟΡΙΚΉ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", τότε αναιρεσείουσα, είχε καταθέσει στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου την με αριθμό ... εγγυητική επιστολή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας, με την κρινόμενη δεύτερη αίτηση, ζητεί την απόδοση. Δεν πιθανολογείται, όμως, η βασιμότητα της αιτήσεως αυτής.

Αντίθετα, πιθανολογήθηκε, ότι η καταθέσασα την, ως άνω, εγγυητική επιστολή εταιρεία καθ' όλο το διάστημα της αναστολής της, ως άνω, εφετειακής αποφάσεως, ήτοι από 20-10-2003, που εκδόθηκε η 327/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, μέχρι την 6-12-2004, που δημοσιεύθηκε η 1388/2004 απόφαση του ίδιου αυτού Δικαστηρίου, κυκλοφορούσε το, ως άνω, προϊόν της, που είχε απαγορευθεί με την εφετειακή απόφαση και δεν συμμορφώθηκε οικειοθελώς με το διατακτικό της απόφασης αυτής.

Τούτο προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την καθ' ης αποδείξεις, από τις οποίες φαίνεται ότι το προϊόν της αιτούσας πωλείτο στα καταστήματα μέχρι και το έτος 2005, εκτιμώμενες σε συνδυασμό και με τα διαλαμβανόμενα στην ίδια την αίτηση (της ELBISCO), η οποία ισχυρίζεται, ότι από τον Σεπτέμβριο του 2004 έχει αποσύρει το προϊόν της από την αγορά, πράγμα που σημαίνει ότι τουλάχιστον κατά το διάστημα από 20-10-2003 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004 κυκλοφορούσε το προϊόν της αυτό.

Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίπτοντας την δεύτερη αυτή αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα της εφέσεως αυτής (με αριθμό 4334/2006) είναι αβάσιμα, απορριπτόμενης και της εφέσεως αυτής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός μεν δεν παρεβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 168, 704 ΚΠολΔ, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, και οι δύο κύριοι λόγοι αναιρέσεως και ο πρώτος εκ των προσθέτων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 168 του ΚΠολΔ, αν πραγματοποιηθεί ο λόγος για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση, επέρχεται κατάπτωσή της υπέρ εκείνου για τον οποίον είχε δοθεί. Σχετικά αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο, όταν αυτό είχε διατάξει την εγγύηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Τόσο από τη γραμματική διατύπωση του εν λόγω άρθρου, όσο και από το πνεύμα της όλης διατάξεως, με σαφήνεια προκύπτει, ότι, βάσει των αποδείξεων που θα προσκομισθούν, ανάλογα το δικαστήριο θα αποφασίσει για την άρση ή την κατάπτωση της ήδη δοθείσας εγγύησης. Η απόφασή του δε που θα εκδοθεί, η οποία τέμνει οριστικά τη διαφορά, υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως, το Εφετείο δε θα αποφασίσει τελεσίδικα για την άρση ή την κατάπτωση της εγγύησης, χωρίς να υφίσταται με αυτόν τον τρόπο αναιρετική πλημμέλεια του δικάσαντος Εφετείου εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος εκ των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατά τον οποίον το Εφετείο υπερέβαλε την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων με το να αποφασίσει αυτό και όχι το Μονομελές Πρωτοδικείο για τη συνδρομή των όρων άρσεως της εγγυήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι είναι και απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται περί κανόνος δημοσίας τάξεως, ώστε να προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως και προτείνεται, χωρίς να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2007 αίτηση και τους από 12-11-2008 πρόσθετους λόγους της "ELBISCO ΑΒΕΕ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" για αναίρεση της 1991/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ