465/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated465/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και οι ίδιες οι πράξεις κατοχής που ενήργησε ο Ψ1 και ο δικαιοπάροχός του και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ούτε από τον εναγόμενο και επιβεβαιώνονται και από μάρτυρες που με επιμέλεια δική του εξετάσθηκαν δηλαδή πολυετείς καλλιέργειες (αμπέλι, αμυγδαλιές) με υψηλές δαπάνες και μακροπρόθεσμα ωφελήματα δεν είναι πράξεις που δικαιολογούν ύπαρξη συμβάσεως χρησιδανείου ... ".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 465 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 465/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντινιά Στάμου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βέττα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2003 αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και την από 9-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν επί της 1ης αγωγής η 27/2005 απόφαση και επί της 2ης αγωγής η 28/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 93/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ετσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, κατά το πρώτος μέρος του, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 974, 980 και 1045 ΑΚ, 810, 815 και 816 ΑΚ και 1712, 1713, 1724, 1730, 1731, 1801 και 1802 ΑΚ, αντίστοιχα, με τις σ' αυτούς - λόγους - ειδικότερα διαλαμβανόμενες παραδοχές με βάση τις οποίες δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη και απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντα από τη σε βάρος του αδικοπραξία των αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφανίζοντας τις συνεκδικαζόμενες πρωτόδικες αποφάσεις, που είχαν εκφέρει διαφορετική κρίση, είναι απορριπτέοι προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφού, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επιχειρείται η έρευνα πλημμελειών εμπιπτουσών στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν και ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
"... Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο το νέμονταν οι φερόμενοι ως άνω δικαιοπάροχοι του εναγομένου, είτε ιδίω ονόματι, είτε δια των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ως αντιπροσώπων τους, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος... Δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και εκείνων του εναγομένου καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανέλαβε τη χρήση του επιδίκου ή άλλη έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος είχε δικαίωμα κατοχής και βάσει της οποίας ενεργούσε τις πιο πάνω περιγραφόμενες διακατοχικές πράξεις ...
και οι ίδιες οι πράξεις κατοχής που ενήργησε ο Ψ1 και ο δικαιοπάροχός του και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ούτε από τον εναγόμενο και επιβεβαιώνονται και από μάρτυρες που με επιμέλεια δική του εξετάσθηκαν δηλαδή πολυετείς καλλιέργειες (αμπέλι, αμυγδαλιές) με υψηλές δαπάνες και μακροπρόθεσμα ωφελήματα δεν είναι πράξεις που δικαιολογούν ύπαρξη συμβάσεως χρησιδανείου ... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες, που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν διαπίστωσε ούτε ρητά, ούτε έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς την έλλειψη δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητης και του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου, με βάση την οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανέλαβε τη χρήση του επίδικου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στην προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ως προς την αμέσως πιο πάνω δήλωση βούλησης των δικαιοπαρόχων της δεύτερης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, μολονότι η προσφυγή αυτή ήταν επιβεβλημένη και, έτσι, οδήγησε στην από εκείνο ευθεία παραβίαση των αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικών κανόνων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά απόφασης του ειρηνοδικείου ή απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, Ολ.
ΑΠ 8, 10, 11/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί του έγκυρου περιεχομένου δημόσιας διαθήκης και, ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "υποθετικά" και "υπαινικτικά" δεν υπήγαγε ορθά τα όσα πλήρως και αναντιρρήτως αποδεικνύονται από το περιεχόμενο της ...
δημόσιας διαθήκης του θανόντος ... (απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), γιατί απέδωσε σε ανύπαρκτο γεγονός (μη συμπερίληψη του επίδικου ακινήτου στα κληρονομιαία) εικαζόμενη βούληση του κληρονομουμένου, υποκαθιστώντας λογικώς και νομικώς ανεπίτρεπτα, στη θέση ανύπαρκτου γεγονότος (το ότι στην πραγματικότητα κατά το χρόνο θανάτου του ... (1978) το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του και συνεπώς δεν μπορούσε να συμπεριλάβει στη διαθήκη του) την αναπόδεικτη εικασία "επειδή το είχε παραχωρήσει εν ζωή με άτυπη δωρεά στο γιό του, γι' αυτό και δεν το συμπεριέλαβε στη διαθήκη του".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα χαρακτηριζόμενα σ' αυτόν ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης και, ειδικότερα, στην εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας του περιεχομένου της επίμαχης δημόσιας διαθήκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2006 αίτηση για αναίρεση της 93/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ