Supreme Court dismisses appeals against conviction for smuggling migrants into Italy via hidden cargo pallets.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by two defendants against their conviction for smuggling nine Afghan nationals into Italy. The court found that the lower court's reasoning regarding the objective and subjective elements of the crime was sufficient and supported by the evidence. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and the defendants were ordered to pay the legal costs of the criminal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 45, 94§1 of the Penal Code and Article 88§1 of Law 3386/2005 (as amended by Law 3772/2009); The court held that a conviction for smuggling aliens without entry rights into the EU is valid if the lower court adequately substantiates the objective and subjective elements of the crime based on the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 464 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. T. T. του P. και 2. R. T. του T. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιλιάνα Βλασακίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 191, 192/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 15 Νοεμβρίου 2023 κρινόμενες (2) αιτήσεις, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου … , Α. Μ. , έλαβαν αντίστοιχα, αριθμούς .../2023 και .../2023, και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να επιβληθούν τα έξοδα και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες με αριθμ. ...2023 και ...2023 αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) T. T. του P. , κατοίκου ... και β) R. T. του T. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμό 191 - 192/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους.
ΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ...2023 αίτηση του T. T. του P. , για αναίρεση της με αριθμό 191 - 192/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της παραλαβής, από κοινού, από τα εσωτερικά σύνορα, υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για την προώθηση αυτών στο εσωτερικό της Χώρας και στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
και διευκόλυνσης, από κοινού, της μεταφοράς αυτών, από οδηγό μεταφορικού μέσου (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 45, 94§1 του ΠΚ και του άρθρου 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009), με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του (άρθρο 84§2 στοιχ.
ε' ΠΚ) και καταδίκασε αυτόν, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, για κάθε ένα, από τα εννέα (9) μεταφερόμενα πρόσωπα και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών [εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών] ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ιλιάνα Βλασακίδου με δήλωσή της ενώπιον της Γραμματέως Εφετών Πατρών, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ.
εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 26-10-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510§ 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτήν αναιρετικού λόγου.
ΙΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ...2023 αίτηση του R. T. του T. , για αναίρεση της με αριθμό 191 - 192/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της παραλαβής, από κοινού, από τα εσωτερικά σύνορα, υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για την προώθηση αυτών στο εσωτερικό της Χώρας και στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
και διευκόλυνσης, από κοινού, της μεταφοράς αυτών, από οδηγό μεταφορικού μέσου (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 45, 94§1 του ΠΚ και του άρθρου 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009), με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του (άρθρο 84§2 στοιχ.
ε' ΠΚ) και καταδίκασε αυτόν, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, για κάθε ένα, από τα εννέα (9) μεταφερόμενα πρόσωπα και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών [εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών] ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ιλιάνα Βλασακίδου με δήλωσή της ενώπιον της Γραμματέως Εφετών Πατρών, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ.
εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 26-10-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510§ 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτήν αναιρετικού λόγου.
Με τον μοναδικό και κοινό λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται την απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται, από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αναφέροντας, κατά λέξη, ότι: "Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία που επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κωδ. Ποιν. Δικόν.
Η, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει τόσο ως προς την κατηγορία όσο και ως προς τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου Σας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζει την επιβαρυντική περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του αρ. 48 Ν. 3772/2009, δίχως να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, που προβλέπει και τιμωρεί η παραπάνω ποινική διάταξη.
Δεν αναφέρει τις αποδείξεις του Δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης το αν ο υπαίτιος ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν συντρέχει κάποια έτερη επιβαρυντική περίσταση, με την οποία στοιχειοθετείται η αναγκαιότητα για επαυξημένη ποινή και μη εφαρμογή της βασικής μορφής του αρ. 48 Ν. 3772/2009.
Ιδιαίτερα για την περίπτωση της κερδοσκοπίας διευκρινίζεται, ότι πρέπει να μνημονεύονται στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συμφωνία με τους μεταφερθέντες λαθρομετανάστες ή οποιονδήποτε άλλο άγνωστο δράστη περί συνολικής ή κατά μεταφερόμενο άτομο χρηματικής αμοιβής και ποιας αμοιβής, όπως απαιτεί και η νομολογία του Ακυρωτικού μας (ΑΠ 570/2018).
Η έλλειψη αυτή δεν επιτρέπει στον Άρειο Πάγο να ελέγξει αν εφαρμόσθηκε ορθά ο νόμος. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' Κ.Ποιν. Δικονομίας." Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο Ιο του ΝΔ 53/1974, "Ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997, "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξής του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 του κυρωθέντος, με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος, από την 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο Ν. 4619/2019), νέου ΠΚ "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα, αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης, μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος, ως ενιαίο "όλον".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης, μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος, θεωρείται εκείνος, που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη, για τον κατηγορούμενο, ποινική μεταχείριση, δεν αποκλείεται, δε, σε συγκεκριμένη περίπτωση, να εφαρμοσθεί, εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος, ως προς την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 819/2022, ΑΠ 101/2022).
Μονάδα σύγκρισης, δεν είναι, πλέον, ο νόμος, στο σύνολό του, αλλά καθεμία επιμέρους διάταξη, η οποία μπορεί να είναι επιεικέστερη ή μη, σε σύγκριση με την ομόλογή της. Έτσι, είναι δυνατή η εφαρμογή σε συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξεων διαφορετικών νόμων, η "σύμμειξη" νόμων. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων, στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται, από καθεμιά, από αυτές.
Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει, ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο, από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88§1 περ. β' του Ν. 3386/2005 (όπως η §1 αυτού τροποποιήθηκε, με το άρθρο 15§8 του Ν. 3536/2007 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§4 του Ν. 3772/2009), "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικό ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α)...., β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού.".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88§2 του Ν. 3386/2005, "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο.
Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων.
Οι κυρώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.". Ακολούθως, μετά την κατάργηση των διατάξεων του Ν. 3386/2005, με το άρθρο 139§§ 1 και 2 του Ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α' 80/1-4-2014, "Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις"), με τις διατάξεις του άρθρου 30§1 του Ν. 4251/2014 [:
ισχύει, βάσει της διατάξεως του άρθρου 148 αυτού, δύο (2) μήνες μετά την - κατά την 1/4/2014 - δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από 1/6/2014], ορίσθηκε, ότι: "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α)......, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού.".
Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 12§5 του Ν. 4637/2019, αντικαταστάθηκαν, στο προπαρατιθέμενο άρθρο 30§ 1 περ. β' του Ν. 4251/2014, οι λέξεις "τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000)", με τις λέξεις "εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000)". Ήδη, δε, οι διατάξεις του Ν. 4251/2014 καταργήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 178 του Ν. 5038/2023 (ΦΕΚ Α' 81/01-04-2023, "Κώδικας Μετανάστευσης"), ο οποίος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 179 αυτού, ισχύει, από 31-03-2024, ορίζοντας, σχετικώς, με το άρθρο 25§§1 περ.
β' και 2 αυτού, ότι "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται:
α)......, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο (2) ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού 2.
Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μην δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με την παρ. 1.
Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραία βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά τον απόπλου του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραία βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων.
Οι κυρώσεις της παρ. 3 εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρούσα.". Από τις διατάξεις του άρθρου 88§1 περ. β' του Ν. 3386/2005 (όπως η §1 αυτού τροποποιήθηκε, με το άρθρο 15§8 του Ν. 3536/2007 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§4 του Ν. 3772/2009), που, ως ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο (ως προς το ανώτερο και κατώτερο όριο της αθροιστικά προβλεπόμενης χρηματικής ποινής), έχουν, κατά το άρθρο 2§1 ΠΚ, εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση (ΑΠ 187/2023), προκύπτει, ότι: 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο τελείται, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα, που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν, από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά, προς το έδαφος Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, συνιστά, δε, επιβαρυντική περίσταση, κατά την περίπτωση β' της ανωτέρω διάταξης, μεταξύ των άλλων και όταν ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία, ή όταν περισσότεροι δρουν από κοινού. 2) Για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, ή σε Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 554/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 100/2022, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 274/2018, 1566/2018, ΑΠ 469/2015). 3) Για τη στοιχειοθέτηση του προκείμενου αδικήματος, αρκεί η αναφορά, ότι πρόκειται για μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών (χωρίς προσδιορισμό της εθνικότητάς τους), που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός εκάστου των μεταφερομένων προσώπων (ΑΠ 320/2023, ΑΠ 100/2022).
Επί παρανόμου μεταφοράς περισσοτέρων προσώπων, η μεταφορά ενός εκάστου αλλοδαπού αποτελεί διαφορετική πράξη - διακριτό έγκλημα, για το οποίο επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή, όπως, άλλωστε, ρητά και από την οικεία διάταξη του ανωτέρω σχετικού άρθρου, προβλέπεται, αφού ο παραβάτης αυτής, σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων, λόγω μεταφοράς περισσοτέρων προσώπων, τιμωρείται, κατά τις περί πραγματικής συρροής διατάξεις του άρθρου 94§1 ΠΚ (ΟλομΑΠ 9/1995, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1746/2019, ΑΠ 1413/2007).
Όπως γίνεται δεκτό, τόσο ο συνοδηγός, όσο και ο προπομπός οχήματος, με το οποίο μεταφέρονται υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ευθύνονται, ως συναυτουργοί και όχι, ως απλοί συνεργοί (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1298/2019, ΑΠ 534/2019, contra ΑΠ 1407/2022, ως προς τον προπομπό).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ισχύοντος ΠΚ, "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός.". Με τον όρο "από κοινού", νοείται, αντικειμενικά, σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά, κοινός δόλος, δηλαδή, ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας, ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.
Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις, συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού.
Όπως αναφέρεται και στη σχετική αιτιολογική έκθεση του ισχύοντος ΠΚ, "ορίζεται πλέον με σαφήνεια ότι για να χαρακτηρισθεί κάποιος συναυτουργός δεν αρκεί να έχει κοινό δόλο και να τελεί πράξεις που συμβάλλουν στην πραγμάτωση του εγκλήματος, αλλά πρέπει να πραγματώνει από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, πρέπει, δηλαδή, να τελεί σε κάθε περίπτωση πράξη αντικειμενικής υπόστασης.".
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας συμμέτοχος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται, με συγκλίνουσες, επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.
Αρκεί, δε, στην καταδικαστική απόφαση, να αναφέρεται, ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν, με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς, για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης, από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1416/2020, 375/2019).
Για τον έλεγχο, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΟλομΑΠ 50/1990, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 98/2022).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.
ΑΠ 1/2005, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 397/2020). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 904/2022).
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατ/νο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Προϋποτίθεται όμως ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατ/νο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 355/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 61/2017). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. , για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1515/2025, ΑΠ 541/2025, ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1166/2023, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 80/2020).
Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν αξιώνεται στο - εδώ εξεταζόμενο - έγκλημα της παραλαβής, από κοινού, από τα εσωτερικά σύνορα, υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για την προώθηση αυτών στο εσωτερικό της Χώρας και στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
και διευκόλυνσης, από κοινού, της μεταφοράς αυτών, από οδηγό μεταφορικού μέσου (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 45, 94§1 του ΠΚ και του άρθρου 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009), για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος.
Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει, να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται, από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 171§2 και 333§2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, προβάλλονται, δε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, πραγματικά περιστατικά, ώστε ο δικαστής να δύναται, μετά την αξιολόγησή τους, να τους κρίνει δεκτούς ή να τους απορρίψει, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, αιτιολογημένα, στην απόρριψή τους (ΟλομΑΠ 2/2005, ΟλομΑΠ 1716/1990, ΑΠ 1466/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 991/2018).
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016), διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171§2 του ίδιου κώδικα, από την οποία ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510§1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ (ΑΠ 323/2017). Η προβολή των αυτοτελών, περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων, ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται, κατά τρόπο, σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται, κατά το νόμο, για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, γι' αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πατρών, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, με αριθμό 191- 192/27-09-2023, απόφασής του, ως Δικαστήριο ουσίας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πραγματικά περιστατικά, κρίση του, τα ακόλουθα: "Επειδή από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλουμένης αποφάσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Στην Πάτρα, την 3-6-2010, περί ώρα 14:15', οι κατηγορούμενοι (T. (ον.) T. (επ.) του P.) και (R. (ον.) T. (επ.) του T.), Βούλγαροι υπήκοοι, οδηγός και συνοδηγός αντίστοιχα του υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... οχήματος (τράκτορας - επικαθήμενο), μετέβησαν στο λιμάνι της Πάτρας, προκειμένου να επιβιβαστούν στο Ε/Γ - Ο/Γ "SUPER FAST VI" πλοίο, που θα απέπλεε για την Αγκώνα της Ιταλίας, μεταφέροντας καρπούζια, τα οποία ήταν στοιβαγμένα σε παλέτες, διαστάσεων 1X1X1.
Στον έλεγχο που ενεργήθηκε από λιμενικούς κατά τη φόρτωση, σε μια παλέτα από την οποία είχαν αφαιρεθεί τα καρπούζια, βρέθηκαν στριμωγμένοι τρεις μετανάστες και στη συνέχεια, σε άλλες δύο, βρέθηκαν πάλι από τρεις. Συγκεκριμένα, στο χώρο του φορτίου του, βρέθηκαν συνολικά εννέα (9) υπήκοοι Αφγανιστάν, οι A.
N. , B. R. , J. H. , K. M. , H. A. , M. S. , M. H. , R. B. και H. A. A. , οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και στερούνταν των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων και με πρόθεση να εξέλθουν παράνομα από το ελληνικό έδαφος, με προορισμό άλλη χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεταφορά των ανωτέρω αλλοδαπών, όχι μόνο τελέστηκε εν γνώσει των κατηγορουμένων, αλλά με τη δική τους συνδρομή.
Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι το φορτίο ήταν κλειδωμένο με ισπανικού τύπου κλειδαριά, την οποία επιλέγουν σκοπίμως οι μεταφορείς, επειδή δεν μπορούν να παραβιαστούν εύκολα. Επομένως, οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί δεν θα μπορούσαν να εισχωρήσουν στο φορτηγό, εάν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν προηγουμένως ξεκλειδώσει την πόρτα, για να εισέλθουν και εγκατασταθούν οι αλλοδαποί στις παραπάνω κρύπτες.
Επίσης, οι αλλοδαποί δεν εισήλθαν στο φορτηγό κατά τις βραδυνές ώρες ερήμην τους, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, καθώς λόγω της δυνατής ψύξης που υπήρχε στο φορτηγό για τη συντήρηση του φορτίου, η παραμονή τους θα εγκυμονούσε σοβαρά προβλήματα για την υγεία τους. Επομένως, η επιβίβαση δε μπορεί να έλαβε χώρα παρά μόνο τις πρωινές ώρες, με τη συνδρομή των κατηγορουμένων, οι οποίοι στη συνέχεια επιχείρησαν να τους επιβιβάσουν στο πλοίο και να τους μεταφέρουν έτσι εκτός Ελλάδος.
Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική τέλεση του εγκλήματος, θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών, που στερούνταν ταξιδιωτικά έγγραφα, στο εξωτερικό, όπως τους αποδίδεται, να τους αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, που έχει χορηγηθεί με την πρωτοβάθμια εκκαλουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τέθηκαν προφορικά από την συνήγορο υπερασπίσεως των εκκαλούντων, περί αναγνωρίσεως τόσον του ελαφρυντικού του συννόμου βίου (αρθρ. 84§2α Π.Κ.) όσο και της μη εύλογης διάρκειας της δίκης (άρθρ. 84§3 του Π.Κ.). Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 84 με τίτλο "ελαφρυντικές περιστάσεις" του κυρωθέντος με το νόμο 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα μεταξύ άλλων ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Η διάταξη αυτή (84 παρ. 2α Π.Κ.) είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος Π.Κ. με την οποία ορίζετο "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Κριτήριο για την συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πλέον είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου.
Στην αιτιολογική έκθεση του περί κύρωσης του ποινικού κώδικα νόμου (4619/2019) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο αυτής με τίτλο "ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ" εκτίθεται: "Στις διατάξεις των άρθρων 84 και 85 για τις ελαφρυντικές περιστάσεις και την επιρροή τους στην επιμέτρηση της ποινής επήλθαν οι ακόλουθες μεταβολές, προς άρση των αμφιλογιών που προκάλεσε η ερμηνεία και η εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του ισχύοντος Π.Κ. : (α) Αντί του κριτηρίου της προηγούμενης "έντιμης" ζωής τίθεται το ορθολογικότερο της "νόμιμης", ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο.
Η εκπλήρωση απροσδιόριστων "ηθικών καθηκόντων" έχει φυσικοδικαϊικό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου". Για την ίδια διάταξη που ενδιαφέρει στην προκειμένη απόφαση (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.) στο πέμπτο κεφάλαιο της εν λόγω αιτιολογικής έκθεσης με τίτλο "επιμέτρηση της ποινής" εκτίθεται "Στο άρθρο 84 ακολουθείται κατ' αρχήν η ρύθμιση της ισχύουσας διάταξης, με δύο ουσιώδεις τροποποιήσεις, που κατέστησαν αναγκαίες εξαιτίας της διάστασης απόψεων κατά την ερμηνεία του άρθρου 84, που υπονομεύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου:
α. Στην περ. α' αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
β) "απαραβίαστη προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το Δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης". Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2022, ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση προσκομίζονται τα, στα πλαίσια του άρθρου 571 παρ. Ια' ΚΠΔ, αντίγραφα ποινικού μητρώου έκαστου των κατηγορουμένων από το Τμήμα Ποινικού Μητρώου του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, όσο και τα α) υπ' αριθ. ...2021 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Χάσκοβο Βουλγαρίας και υπ' αριθ. καταχ. ...2021 πιστοποιητικό ποινικού μητρώου του Πρωτοδικείου Ντιμιτροβγκράντ Βουλγαρίας από τα οποία προκύπτει ότι σε βάρος του 1ου κατηγορουμένου, T.
T. , δεν εκκρεμεί καμία κατηγορία στη Βουλγαρία και β) υπ' αριθ. ...2021 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Χάσκοβο Βουλγαρίας και υπ' αριθ. καταχ. ...2021 πιστοποιητικό ποινικού μητρώου του Πρωτοδικείου Ντιμιτροβγκράντ Βουλγαρίας από τα οποία προκύπτει ότι σε βάρος του 2ου κατηγορουμένου, R. T., δεν εκκρεμεί καμία κατηγορία στη Βουλγαρία.
Ωστόσο, τα ανωτέρω πιστοποιητικά και ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων, δεν αρκούν από μόνα τους για την κατάφαση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον, πέραν της αοριστίας του, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αυτά αποτελούν μαχητό τεκμήριο σύννομης ζωής. Όμως ο εγκλεισμός των μεταφερομένων αλλοδαπών εντός του εν λειτουργία ψυγείου του προαναφερθέντος φορτηγού, από τον οποίο κινδύνευσε η ζωή τους, σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνει κατά τρόπο αμάχητο το σεβασμό των κατηγορουμένων στα έννομα αγαθά της ζωής και της προσωπικής ελευθερίας με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, ώστε ο εν λόγω ισχυρισμός να πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ως προς δε τον ισχυρισμό από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 84 ΠΚ, κατά τον προστεθέντα στο Νέο ΠΚ παρ. 3 στο άρθρο 84, αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, αποτελεί και η ελαφρυντική περίσταση της μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
Νομοθετικός λόγος για τη θέσπιση της διάταξης αυτής είναι η ύπαρξη μακροχρόνιων καθυστερήσεων στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και γι' αυτό για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πέραν της μη υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές καθυστερήσεις, που οφείλονται στην κακή λειτουργία των δικαστικών υπηρεσιών και στους εμπλεκόμενους δικαστές, δηλαδή λόγοι αναγόμενοι στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και όχι σε γεγονότα ανώτερης βίας.
Ο καθορισμός της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει βάσει ενός ακριβούς ανώτατου ορίου προσδιοριζόμενου κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, όπως το διακύβευμα και η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή ακόμη η συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών και των διαδίκων, ο αριθμός των κατηγορουμένων, καθώς και η διάρκεια και η βαρύτητα των πράξεων που προσάπτονται στα πρόσωπα αυτά, καθόσον η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή η παρελκυστική συμπεριφορά της υπεράσπισης μπορούν να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν υπερβολικά μακρά διάρκεια (...).
Η ως άνω ελαφρυντική περίπτωση, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, άλλως δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού (αόριστου) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (...).
Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν της αναφοράς στον αριθμό της ποινικής διάταξης που προβλέπει τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, καμία αναφορά ως προς τα περιστατικά που τον απαρτίζουν δεν έγινε από την πλευρά των κατηγορουμένων.
Συνεπώς και ο εξεταζόμενος αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.".
Ακολούθως, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε αυτούς, ενόχους, για την πράξη της παραλαβής, από κοινού, από τα εσωτερικά σύνορα, υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για την προώθηση αυτών στο εσωτερικό της Χώρας και στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
και διευκόλυνσης, από κοινού, της μεταφοράς αυτών, από οδηγό μεταφορικού μέσου (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 94§1 του ΠΚ και του άρθρου 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009), αναγνωρίζοντας, σ' αυτούς, το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την πράξη τους και επέβαλε, σε έκαστο, ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, για κάθε ένα, από τα εννέα (9) μεταφερόμενα πρόσωπα και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών [εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών], αποτελούμενη, από την μία ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών, προσαυξανόμενη, κατά ένα (1) έτος [από τις έτερες οκτώ (8) συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των δύο (2) ετών].
Η ανωτέρω δε πράξη, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν, οι κατηγορούμενοι και ήδη, αναιρεσείοντες, συνίστατο στο ότι: "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση τέλεσαν έγκλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το Νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα:
Στην Πάτρα, την 3-6-2010, περί ώρα 14:15', ως οδηγός και συνοδηγός οχήματος, από κοινού επιβίβασαν υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και στερούνταν των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό τη μεταφορά τους σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο μεν πρώτος (T. (ον.) T. (επ.) του Ρ.) ως οδηγός, ο δε δεύτερος (R. (ον.) T. (επ.) του T.) ως συνοδηγός, του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... οχήματος (τράκτορας - επικαθήμενο), με το οποίο θα ταξίδευαν μέσω του λιμένος των Πατρών, με το Ε/Γ - Ο/Γ "SUPER FAST VI", που θα απέπλεε για την Αγκώνα της Ιταλίας, από κοινού επιβίβασαν σε άγνωστο τόπο, στο χώρο του φορτίου του, εννέα (9) υπηκόους Αφγανιστάν και συγκεκριμένα τους A. N. , B. R. , J. F. , K. M. , H.
A. , M. S. , M. H. , R. B. και H. A. A. , οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και στερούνταν των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό να τους μεταφέρουν λάθρα στην Ιταλία, πλην όμως, οι τελευταίοι έγιναν αντιληπτοί από τα αρμόδια λιμενικά όργανα, σε έλεγχο που αυτά διενήργησαν πριν τη φόρτωση του ως άνω οχήματος στο παραπάνω πλοίο και συνελήφθησαν".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, με τις παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους, ο μεν πρώτος, T. (όν.) T. (επών.) του P. και της R. , ως οδηγός και ο δεύτερος, R. (όν.) T. (επών.) του T.
και της D. , ως συνοδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου οχήματος (τράκτορας - επικαθήμενο), έχοντας αμφότεροι, από κοινού, αποφασίσει τη μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και δεν ήταν εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, από την Ελληνική Επικράτεια, προς το έδαφος Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρόθεση και από κοινού, επιβίβασαν στο ανωτέρω αυτοκίνητο όχημα, με το οποίο επρόκειτο να ταξιδέψουν, μέσω του λιμένος Πατρών, προς την Αγκώνα της Ιταλίας, με το Ε/Γ - Ο/Γ πλοίο "SUPER FAST VI", μεταφέροντας παλέτες, με καρπούζια, τους αναφερόμενους σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), εννέα (9) αλλοδαπούς, υπηκόους Αφγανιστάν, κρύβοντάς τους, επιμελώς, εντός των ανωτέρω παλετών, στο χώρο του φορτίου του ανωτέρω οχήματος, με σκοπό να μεταφέρουν αυτούς, λάθρα, στην Ιταλία, πλην όμως, αυτοί (οι ανωτέρω υπήκοοι τρίτης χώρας) έγιναν αντιληπτοί, από τα αρμόδια λιμενικά όργανα, κατά τη διάρκεια ελέγχου, που πραγματοποίησαν, πριν την φόρτωση του ανωτέρω αυτοκινήτου οχήματος, στο οποίο είχαν επιβιβασθεί, στο ανωτέρω πλοίο και συνελήφθησαν, εντός της ελληνικής επικράτειας.
Παράθεση επιπλέον στοιχείων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος περιστατικών, ενώ, στην προσβαλλομένη απόφαση, αιτιολογείται, επαρκώς, η συνδρομή της αναφερόμενης στο άρθρο 88§1 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§1 του Ν. 3772/2009, επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της ανωτέρω πράξης, εκ μέρους των δύο (2) κατηγορουμένων και ήδη, αναιρεσειόντων, με από κοινού δράση αυτών.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 577 παρ.2 περ. α σε συνδ. με άρθρ. 578 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποπ. Με τα άρθρ. 114 και 115 του Ν. 5090/2024), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμ. ...2023 και ...2023 αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) T. T. του P. και β) R. T. του T. , για αναίρεση της με αριθμό 191-192/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών
Επιβάλλει σε βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ