Legislator Case Law & Legislation
464/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague arguments and procedural violations.

Case Number 464/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by private parties and the State against the Third Instance Court's rulings. The appellants argued for property ownership based on specific religious status and alleged procedural errors, but the court found their arguments vague and unrelated to the final judgment. Consequently, the appeals were rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague, does not affect the operative part of the decision, or improperly challenges uncontested factual findings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague argumentation procedural violation property ownership legal costs Third Instance Court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Δ. και της Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Δ. και της Μ., συζύγου Ν. Γ., κατοίκου ..., 3) Φ. Μ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., 4) Α. Μ. του Κ. και της Α., συζύγου Γ. Λ., κατοίκου ..., 5) Π. Μ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ Νομού Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Δήμαρχο Καλαμαριάς, που κατοικοεδρεύει στην Καλαμαριά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μπόσδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις,

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Δ., συζύγου Ν. Γ., κατοίκου ..., 3) Φ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Α. Μ. του Κ., συζύγου Γ. Λ., κατοίκου ..., 5) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2011 αγωγή των ήδη αποβιωσασών Μ. χήρας Δ. Β. και Α. χήρας Κ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23118/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1968/2018 μη οριστική, 1578/2021 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 28-12-2021 αίτησή του, και την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, συμπροσβαλλομένης και της υπ' αριθ. 1968/2018 μη οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 27-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 27-12-2021 αίτηση αναίρεσης των 1) Α. Β., 2) Α. Β., 3) Φ. Μ., 4) Α. Μ. και 5) Π. Μ. κατά 1) του Ελληνικού Δημοσίου και 2) του Δήμου Καλαμαριάς νομού Θεσσαλονίκης και β) η από 28-12-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά των 1) Α.

Β., 2) Α. Β., 3) Φ. Μ., 4) Α. Μ. και 5) Π. Μ. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 1578/2021, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί πλέον δε η πρώτη αίτηση και κατά της υπ' αριθμ. 1968/2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, είναι συναφείς και επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Οι ως άνω αναιρεσιβαλλόμενες 1578/2021 και 1968/2018 αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η Μ. χήρα Δ. Β. και η Α. χήρα Κ.

Μ., μετά το θάνατο των οποίων συνέχισαν τη δίκη στο δεύτερο βαθμό οι ήδη αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσίβλητοι της δεύτερης αναίρεσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων της πρώτης αναίρεσης την από 25-7-2011 αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε στη συνέχεια, με την οποία εξέθεταν ότι είναι συγκύριες σε ποσοστό 62,5% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και σε ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εξ αυτών ενός ακινήτου εμβαδού 248 τ.μ., που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Καλαμαριάς νομού Θεσσαλονίκης, στη συμβολή των οδών ...

και το οποίο απέκτησαν παραγώγως (δυνάμει κληρονομικής διαδοχής), άλλως με τακτική και άλλως με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι το ακίνητο αυτό κατά τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, ενεγράφη με δύο ΚΑΕΚ ως ανήκον κατά κυριότητα στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ότι ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος το έτος 1988 κατέλαβε αυθαίρετα το ακίνητο και το διαμόρφωσε σε χώρο παιδικής χαράς.

Με αυτά τα δεδομένα ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους για διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα βιβλία του πιο πάνω Κτηματολογικού Γραφείου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, σε περίπτωση δε αδυναμίας αυτούσιας απόδοσής του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το ποσό των 760.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία του ακινήτου, επιμεριζόμενο κατά το λόγο της μερίδας εκάστης.

Ζήτησαν, τέλος, οι ενάγουσες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν κατά το λόγο της μερίδας εκάστης, ως αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσης του ακινήτου και ως διαφυγόν κέρδος το ποσό των 259.200 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.800 ευρώ για κάθε μήνα από 1-7-2011 έως τη συζήτηση της αγωγής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 23118/2013 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε τις ενάγουσες (συγ)κύριες του επιδίκου ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Καλαμαριάς να αποδώσει σ' αυτές το ακίνητο και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς.

Απέρριψε δε τις υπόλοιπες βάσεις και αιτήματα της αγωγής. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης άσκησαν έφεση τόσο το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όσο και η πρώτη ενάγουσα, καθώς και οι κληρονόμοι της αποβιώσασας δεύτερης ενάγουσας, ήδη τρίτη, τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 1968/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις, απέρριψε τη βάση της αγωγής για την αποθετική ζημία των εναγουσών και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και ενώ είχε αποβιώσει και η πρώτη ενάγουσα, κληρονομηθείσα από την πρώτη και την δεύτερη των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, οι οποίες συνέχισαν τη δίκη, εκδόθηκε η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 1578/2021 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι δύο εφέσεις.

Ενόψει των ανωτέρω, οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί της από 27-12-2021 αίτησης αναίρεσης.

Κατά μεν το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι εκείνος που ζημίωσε άλλον, παρά το νόμο και υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος του, διότι μόνον έτσι η αποζημίωση θα είναι πλήρης κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η οποία απαιτεί να προσπορισθεί στον ζημιωθέντα και ό,τι θα μπορούσε αυτός να αποκτήσει με βάσιμη πιθανότητα δηλαδή και τη μελλοντική ζημία.

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν σαφώς τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν ληφθεί, που προκειμένου για μελλοντικές οικοδομικές εργασίες είναι και η έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής αδείας, που επιτρέπει τη διενέργειά τους, και που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτών (Ολ ΑΠ 20/1992, ΑΠ 1495/2009).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.

Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015).

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 25-7-2011 αγωγής, οι αρχικές ενάγουσες Μ. χήρα Δ. Β. και Α. χήρα Κ. Μ., μετά το θάνατο των οποίων κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης, όπως προαναφέρθηκε, υπεισήλθαν στη δικονομική τους θέση οι αναιρεσείοντες, εξέθεταν ότι εάν οι εναγόμενοι δεν τους είχαν αποστερήσει παρανόμως τη χρήση του επιδίκου ακινήτου τους και συγκεκριμένα, το πρώτο εξ αυτών με την κήρυξη του ακινήτου τους υπό απαλλοτρίωση, η οποία όμως, ουδέποτε συντελέστηκε και με την έκδοση των αναφερομένων διοικητικών πράξεων, ο δε δεύτερος Δήμος με την κατάληψη του ακινήτου και τη διαμόρφωσή του σε χώρο παιδικής χαράς, θα είχαν απολαύσει τους πολιτικούς καρπούς του ακινήτου τους.

Πιο συγκεκριμένα, εξέθεταν με την αγωγή τους τα ακόλουθα σχετικά με τους πολιτικούς καρπούς του ακινήτου τους, τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι απώλεσαν: "Η εμπορική αξία του επιδίκου ακινήτου υπολογίζεται σε 3.000,00 ευρώ/τ.μ. (οικόπεδο έκτασης 254,00 τ.μ. Χ 1,6 συντελεστής δόμησης = κτίσμα εμβαδού 406,40 τ.μ. Χ 60% ποσοστό αντιπαροχής = αντιπαροχή εμβαδού 243,84 τ.μ.

Χ 4.000 ευρώ/τ.μ. τιμή πώλησης κτίσματος = 975.360,00 ευρώ αξία αντιπαροχής Χ 80% συντελεστή απομείωσης αξίας μελλοντικού (μετά 2ετία) κτίσματος = 780.288,00 ευρώ αξία αντιπαροχής σήμερα : 254,00 τ.μ. έκτασης οικοπέδου = 3.000 ευρώ/τ.μ. σημερινή εμπορική αξία 1 τετραγωνικού μέτρου οικοπέδου (στρογγυλοποιημένη) και συνολικά σε 760.000,00 ευρώ σημερινή εμπορική αξία οικοπέδου (στρογγυλοποιημένη) (254,00 τ.μ.

εμβαδόν οικοπέδου Χ 3.000,00 ευρώ τιμή οικοπέδου/τ.μ. = 762.000,00 ευρώ συνολική εμπορική αξία οικοπέδου). Κατά τα ανωτέρω, η απόδοση (στρογγυλοποιημένη) του επιδίκου ακινήτου με βάση το ελεύθερο μίσθωμα ή πρόσοδο ή πολιτικούς καρπούς σε περίπτωση αξιοποίησής του με ανοικοδόμηση κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέρχεται σε 3.000,00 ευρώ ανά μήνα [243,84 τ.μ.

εμβαδόν αντιπαροχής : 3 = 81,28 τ.μ. = 3 διαμερίσματα (εμβαδού 81,28 τ.μ. κάθε διαμερίσματος) Χ 600,00 ευρώ / μήνα (μηνιαίο μίσθωμα κάθε διαμερίσματος για χρήση κατοικίας) = 1.800,00 ευρώ μηνιαία απόδοση 3 διαμερισμάτων]... Αφού ληφθεί υπόψη ότι για τη σύναψη συμφωνίας αντιπαροχής, σύνταξης του σχετικού προσυμφώνου και έκδοσης οικοδομικής άδειας, καθώς και για την αποπεράτωση της οικοδομής επί του εν λόγω οικοπέδου απαιτείται, κατά κοινή πείρα, χρόνος τουλάχιστον ενός και ημίσεως έτους και, τέλος, ότι η αξίωσή μας γεννήθηκε την αρχή του έτους 1998, οπότε όφειλαν οι εναγόμενοι, κατά τα προεκτεθέντα, να άρουν τη δέσμευση του ακινήτου μας, πρόδηλο καθίσταται ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχαμε τη δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης του οικοπέδου μας και άμεσης εκποίησης της αντιπαροχής που θα λαμβάναμε από 01-07-1999, δηλαδή 1 και 1/2 έτος μετά την 01-01-1998.

Συνεπώς οι πρόσοδοι των οποίων έχουμε στερηθεί, λόγω της κατά τα ανωτέρω κατάληψης του επιδίκου ακινήτου μας, για την τελευταία δωδεκαετία ανέρχονται συνολικά σε [01-07-1999 / 30-06-2011 = 12 έτη = 144 μήνες (12 έτη Χ 12 μήνες / έτος) Χ 1.800,00 ευρώ / μήνα = 259.200,00 ευρώ], με αναλογία στο ποσό αυτό από 162.000,00 ευρώ για την πρώτη από εμάς (259.200,00 ευρώ Χ 62,5%) και από 97.200,00 ευρώ για τη δεύτερη από εμάς (259.200,00 ευρώ Χ 37,5%)".

Ζήτησαν δε οι ενάγουσες με το αιτητικό της αγωγής τους, "Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αδιαίρετα, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο καθένας τους, να καταβάλουν σε εμάς, λόγω αποζημίωσης στέρησης χρήσης, κατά τα ομοίως αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας μας στο επίδικο ακίνητο, συνολικά το ποσό των διακοσίων πενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων (259.200,00) ευρώ και ειδικότερα εκατόν εξήντα δύο χιλιάδες (162.000,00) στην πρώτη από εμάς (259.200,00 ευρώ Χ 62,5%) και ενενήντα επτά χιλιάδες διακόσια (97.200,00) ευρώ στη δεύτερη από εμάς (259.200,00 ευρώ Χ 37,5%), με νόμιμους τόκους και με το κοινό επιτόκιο υπερημερίας, από την επίδοση της παρούσας, καθώς και ομοίως το συνολικό για αμφότερες εμάς ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ και ειδικότερα, χίλια εκατόν είκοσι πέντε (1.125,00) ευρώ στην πρώτη από εμάς (1.800,00 ευρώ Χ 62,5%) και εξακόσια εβδομήντα πέντε (675,00) ευρώ στη δεύτερη από εμάς (1.800,00 ευρώ Χ 37,5%) για κάθε μήνα από 1ης Ιουλίου 2011 και μέχρι τη συζήτηση της παρούσας, με νόμιμους τόκους και με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, από τη 2η ημέρα του μήνα που αφορά και μέχρι την πλήρη εξόφληση σε αμφότερες τις περιπτώσεις".

Το Εφετείο με τις συμπροσβαλλόμενες 1968/2018 και 1578/2021 αποφάσεις του και με ταυτόσημη αιτιολογία, απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής ως αόριστο, δεχόμενο ειδικότερα ότι: "Με τα πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή ως προς το ως άνω κεφάλαιο, που αφορά σε αποθετική ζημία λόγω απώλειας μισθωμάτων που ισχυρίζονται ότι θα εισέπρατταν οι ενάγουσες από την εκμίσθωση μέλλοντος να οικοδομηθεί στην ιδιοκτησία τους κτίσματος, το οποίο (κεφάλαιο) επιχειρείται να θεμελιωθεί παράλληλα και στις διατάξεις των άρθρων 1096-1098 ΑΚ, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον στην αγωγή τους οι ενάγουσες περιορίζονται στην αναφορά της προθέσεώς τους και της αόριστης δυνατότητάς τους να είχαν προβεί στις ανωτέρω οικοδομικές εργασίες, χωρίς να προσδιορίζουν, όπως είναι αναγκαίο για την πληρότητα της ασκούμενης αξιώσεώς τους, τη διενέργεια οποιασδήποτε προπαρασκευαστικής πράξεως που να καθιστά πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την οικοδόμηση του ακινήτου αυτών π.χ.

ανάθεση σε μηχανικό της εντολής για ενέργειες εκδόσεως οικοδομικής άδειας και έκδοση της άδειας και συνεπώς την πραγματική στέρηση της χρήσης του κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα. Εκτός αυτού, στην αγωγή οι ενάγουσες δεν περιγράφουν με εξειδίκευση τους χώρους που θα εκμίσθωναν ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας αυτών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης των εναγουσών και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε επίσης απορρίψει το σχετικό αίτημα των εναγουσών για αποθετική ζημία ως αόριστο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε, κατά τα ως άνω το Εφετείο, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του δεν απέρριψε, παρά το νόμο, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το πιο πάνω αίτημα της αγωγής, δεδομένου ότι πράγματι αυτό ήσαν αόριστο και το ως άνω Δικαστήριο προέβη στην απόρριψη αυτών με την ορθή αιτιολογία της μη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών για την πληρότητά του στοιχείων και ως εκ τούτου της ύπαρξης, στο περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής, ελλείψεων, οι οποίες συνίστανται σε ασάφειες και ανεπάρκειες των πραγματικών γεγονότων που μπορούν να τη θεμελιώσουν, σύμφωνα με τις εφαρμοστές πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη.

Είναι δε σαφές ότι αποτέλεσμα της έλλειψης των στοιχείων αυτών της αγωγής, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην από το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτούμενη "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", είναι να μην εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος με την εν λόγω διάταξη σκοπός, δηλαδή της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει την νομική βασιμότητα του παραπάνω αγωγικού αιτήματος, στους δε εναγομένους να αμυνθούν ικανοποιητικά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες), καθώς και ο ταυτόσημος κατά περιεχόμενο και επί μέρους αιτιάσεις δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του ως άνω άρθρου, οι οποίοι αναιρετικοί λόγοι για το λόγο αυτό κρίνονται ενιαία και με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ενόψει της απόρριψης κατά τα ανωτέρω του αιτήματος της αγωγής για διαφυγόντα κέρδη ως αορίστου, δεν υπάρχει έδαφος έρευνας περί συνδρομής του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, επειδή προϋπόθεση έρευνας του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση, λόγο ανακοπής κλπ.) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 818/2017). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον πλήττονται οι προσβαλλόμενες αποφάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ως απαράδεκτος, επίσης, πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ανωτέρω αίτημα της αγωγής περί διαφυγόντων κερδών και το απέρριψε ως αόριστο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1293/2017).

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 918/2019, 755/2018, ΑΠ 551/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στις προσβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια ότι η επάλληλη αιτιολογία περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, επειδή δεν περιγράφονται σ' αυτήν με εξειδίκευση οι χώροι που θα εκμίσθωναν οι ενάγουσες, έτσι ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας αυτών, είναι εσφαλμένη.

Ότι το Εφετείο παρέβλεψε το γεγονός ότι οι ενάγουσες είχαν αναφέρει στην αγωγή τους την εμπορική αξία του επίδικου ακινήτου και τις ανάλογες προσόδους του, με βάση την έκταση του οικοπέδου, τον ισχύοντα συντελεστή δόμησης και το ποσοστό αντιπαροχής, εκ των οποίων προέκυπτε ότι θα είχαν λάβει με ανοικοδόμηση κατά το σύστημα της αντιπαροχής 243,84 τ.μ.

ως εμβαδόν αντιπαροχής, που αναλογούσε σε τρία διαμερίσματα (εμβαδού 81,28 τ.μ. το καθένα), με μηνιαίο μίσθωμα κάθε διαμερίσματος για χρήση κατοικίας τα 600,00 ευρώ το μήνα, ήτοι 1.800,00 ευρώ μηνιαία ως απόδοση των τριών διαμερισμάτων. Ότι επομένως, υφίσταται στο κείμενο της αγωγής των δικαιοπαρόχων τους επαρκής εξειδίκευση των προς εκμίσθωση χώρων, που θα είχαν λάβει ως αντιπαροχή εάν δεν είχαν στερηθεί τη χρήση του επιδίκου λόγω τη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ότι για το λόγο αυτό η ως άνω επάλληλη αιτιολογία των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων είναι εσφαλμένη.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την ανωτέρω πλεοναστική αιτιολογία των προβαλλόμενων αποφάσεων, ενώ στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό των αποφάσεων αυτών η μη πληττόμενη επιτυχώς με τους δύο λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, κύρια αιτιολογία αυτών (αποφάσεων) ότι η αγωγή είναι αόριστη για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 914 και 932 ΑΚ (ΟλΑΠ 40/1998, ΑΠ 565/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ .δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από ...-2001ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτό προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διακατέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ. - ΑΠ 139/2022).

Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 464/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, καθώς και με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων την ειδικότερη αιτίαση ότι με την ανωτέρω κρίση τους περί της αοριστίας του αιτήματος της αγωγής για διαφυγόντα κέρδη, οι αποφάσεις αυτές προσβάλλουν το προστατευόμενο, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δικαίωμα στην ιδιοκτησία τους και την περιουσία τους, καθώς η κρίση τους αυτή συνεπάγεται την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης οφειλόμενης στην επί σειρά δεκαετιών αποστέρηση της χρήσης του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να υπάρχει υπέρτερος λόγος δημόσιας ωφέλειας.

Ότι η ερμηνεία του άρθρου 298 ΑΚ που δέχθηκε το Εφετείο επιβάλλει σ' αυτούς την απόδειξη αδύνατης προϋπόθεσης για την ευδοκίμηση της αγωγής, ήτοι την απόδειξη προπαρασκευαστικών ενεργειών ανοικοδόμησης ακινήτου ενόσω αυτό είχε καταληφθεί και επί αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω της κατάληψης.

Προβάλλουν, επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, και την ειδικότερη αιτίαση ότι η πιο πάνω κρίση του Εφετείου αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς, όπως διατείνονται, προκύπτει με σαφήνεια ότι ζητήθηκε από αυτούς ως όρος για το παραδεκτό της αγωγής μία προϋπόθεση, η οποία εκ του νόμου δεν προβλέπεται, αλλά και εκ των αδικοπρακτικών συνθηκών είναι αδύνατη.

Οι λόγοι αυτοί, κατά τις επί μέρους ως άνω αιτιάσεις τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η έρευνα των λόγων αυτών προϋποθέτει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι παραβίαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνεται και στην περίπτωση νομικής αοριστίας της αγωγής.

Τέτοια, όμως, πλημμέλεια δεν ιδρύεται στην περίπτωση ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, όπως εν προκειμένω δέχθηκε το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, ήτοι παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος των λόγων αυτών.

Κατά το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),"παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθό μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της ανωτέρω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, καθώς και με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων την ειδικότερη αιτίαση ότι με την ανωτέρω κρίση τους περί της αοριστίας του αιτήματος της αγωγής για διαφυγόντα κέρδη, οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν, σε συνδυασμό με τη μακρά διάρκεια της αντιδικίας, το κατοχυρωμένο από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη.

Οι λόγοι αυτοί κατά την ως άνω επί μέρους αιτίασή τους, είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, αφού οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ουσιαστικά σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη από 27-12-2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα επιδικαστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης για το πρώτο αναιρεσίβλητο και σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ.

με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957 (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ124/2021, ΑΠ682/2020) για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Β. Επί της από 28-12-2021 αίτησης αναίρεσης. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 10/2011 Ολ ΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα, απαράδεκτοι είναι οι λόγοι, οι οποίοι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018), ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν, δηλαδή δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 531/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων της από 30 Ιανουαρίου 1923 Σύμβασης της Λωζάνης, περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 23/25.8.1923 Ν.Δ.

και των άρθρων 1 και 7 της με το νόμο 4793/1930 κυρωθείσας από 10 Ιουνίου 1930 σύμβασης της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον δεύτερο λόγο έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό 23118/2013 και δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να επικαλεστεί και να αποδείξει είτε ότι η κατάληψη του ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εγκρίθηκε από τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμού, είτε ότι η κατάληψη αυτή, που έγινε πριν από την έναρξη της ισχύος της παραπάνω από 10 Ιουνίου 1930 Συμβάσεως της Άγκυρας, ήταν πραγματική, δεδομένου ότι για την περιέλευση των ανταλλάξιμων αυτών ακινήτων στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, έπρεπε η κατάληψη, που έγινε πριν από την 23.07.1930 να ήταν πραγματική και όχι πλασματική, ενώ εάν ορθώς ερμήνευε και εφάρμοζε τις ως άνω διατάξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι νομεύς των μουσουλμανικών κτημάτων που έχουν την ιδιότητα του ανταλλαξίμου θεωρείται το Δημόσιο, από το έτος 1923, ανεξάρτητα του πότε ή αν περιήλθε σε γνώση του η τέτοια ιδιότητά τους και ότι συνεπεία αυτού προέβη στην κατάληψη και καταχώρηση αυτών στα οικεία κτηματολόγια, καθόσον το δικαίωμα της κυριότητας και νομής επί των εν λόγω ακινήτων αποκτήθηκε από τη σύναψη των πιο πάνω συμβάσεων, οι οποίες, ως θέτουσες κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου, επέχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, ακολούθως δε να κάνει δεκτή την έφεση, να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και δικάζοντας την, με αριθμό κατάθεσης 31804/2011 αγωγή, να απορρίψει αυτήν καθ' ολοκληρίαν.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και, επομένως, ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1578/2021 απόφασης, έγινε δεκτό από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι

"... Συνεπώς, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς αυτό ουδέποτε υπήρξε ακίνητο ανταλλαξίμου μουσουλμάνου." (σελ. 38η της προσβαλλόμενης απόφασης).

Συνεπώς, ανεξαρτήτως αν ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος ή αβάσιμος, αν, δηλαδή, κατ' εσφαλμένη ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμη, η ένσταση του αναιρεσείοντος, περί ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, λόγω της ιδιότητας αυτού, ως ανταλλαξίμου, μουσουλμανικού ακινήτου, ο λόγος αυτός δεν επηρεάζει και δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι το Εφετείο εξέτασε τον ανωτέρω ισχυρισμό του - ένσταση αναιρεσείοντος και αφού τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή των εναγουσών, αναγνωρίζοντας την κυριότητα αυτών επί του επιδίκου ακινήτου. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης άλλος αναιρετικός λόγος, ο οποίος να προσβάλει την ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου. Επίσης, με τον ίδιο εξεταζόμενο λόγο, το αναιρεσείον επικαλείται και παραθέτει τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω να ισχυρίζεται, αν το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς και ποιους, που δεν προτάθηκαν ή αν δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς και ποιους, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττονται με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη από 28-12-2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 27-12-2021 και 28-12-2021 αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 27-12-2021 αίτηση των Α. Β., Α. Β., Φ. Μ., Α. Μ. και Π. Μ. για αναίρεση των 1578/2021 και 1968/2018 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το πρώτο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για το δεύτερο εξ αυτών.

Απορρίπτει την από 28-12-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1578/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ