Legislator Case Law & Legislation
464/2023 AI generated

464/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 464/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2021 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

464/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 8-1-2005 η Ε. Τ., που κατοικούσε, όσο ζούσε, στην ... εξαφανίστηκε χωρίς κάποια ειδοποίηση από την οικία της και για αρκετό καιρό διεξάγονταν έρευνες για την αναζήτηση της, οι οποίες απέβησαν άκαρπες.

Keywords

AI generated
over-indebtedness misappropriation of funds changed financial circumstances discharge of mortgages capital contribution and withdrawal placement for detoxification treatment
AI generated
1785/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1904/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
392/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1828/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
364/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Κ., συζ. Μ. Ρ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πιέρρου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 06.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 44/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 03.03.2020 έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την από 05.02.2020 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 108/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30.07.2013 αγωγή καταψηφιστική χρηματικής απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1, 2, 2 και 3 του ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.

δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλων ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι." (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου." (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.

Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις." (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.07/13.08.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 του Α.Κ. συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή ένα από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε ένα από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από τη μεταξύ τους σχέση.

Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου, το ποσό της καταθέσεως περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αιρέσεως, το ποσό της καταθέσεως εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1710 του Α.Κ. προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.

Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από τη μεταξύ τους σχέση ποσοστού της καταθέσεως, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονoμηθέντα, μη λειτουργούντος, στην περίπτωση αυτή, του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της καταθέσεως περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αιρέσεως (τον θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (Α.Π. 1137/2021, Α.Π. 712/2009, Α.Π. 711/2009, Α.Π. 1550/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 812/2021, Α.Π. 625/2008). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 314/2021, Α.Π. 824/2010). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ.

γ' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 εδάφ. α', 453 και 524§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1154/2021, Α.Π. 1137/2020, Α.Π. 1731/2008).

Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 3742/2012, Α.Π. 1440/2002), δηλαδή, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1102/2020, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 609/2021, Α.Π. 272/2020, Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 8-1-2005 η Ε. Τ., που κατοικούσε, όσο ζούσε, στην ... εξαφανίστηκε χωρίς κάποια ειδοποίηση από την οικία της και για αρκετό καιρό διεξάγονταν έρευνες για την αναζήτηση της, οι οποίες απέβησαν άκαρπες.

Τελικά στις 18-9-2008 σε δύσβατη και κρημνώδη δασική περιοχή του ευρύτερου τόπου κατοικίας της ανευρέθησαν ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα, τα οποία δυνάμει της με αριθμό πρωτ. 322/12-11-2008 ιατροδικαστικής έκθεσης του ιατροδικαστή Θ. Β., πιθανολογήθηκε ότι ανήκαν στην ίδια, ενώ στη συνέχεια με την με αριθμό πρωτ. ...

έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, πιστοποιήθηκε ότι τα σκελετικά υπολείμματα ανήκουν πράγματι στην ανωτέρω εξαφανισθείσα. Για το λόγο δε αυτό συντάχθηκε εν τέλει η με αριθμό 37/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου, από τη Ληξίαρχο Βορείων Τζουμέρκων που όριζε ως ημερομηνία θανάτου της την 18-9-2008. Η ως άνω αποβιώσασα, με την από 9-8-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, με τα με αριθμό 605/1-11-2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας τον ανιψιό της ενάγοντα.

Η Ε. Τ. ήταν άγαμη και άτεκνη κι ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος έντεκα ακινήτων ευρισκομένων στην τοπική κοινότητα …. στη δημοτική ενότητα ... της περιφερειακής ενότητας Ιωαννίνων και τα οποία είχαν περιέλθει σ' αυτήν από κληρονομία του πατέρα της Μ. Τ. του Γ. και Ε. και μετά το θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας της Λ.

χας Μ. Τ., κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε, δυνάμει των με αριθμό ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σωτηρίου Συγγούνα που μεταγράφησαν νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Ιωαννίνων. Με την με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σωτηρίου Συγγούνα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο ….

και α.α. …, ο ενάγων αποδέχθηκε την καταληφθείσα σε αυτόν κληρονομία που περιελάμβανε τα ως άνω ακίνητα. Επίσης αποδείχθηκε, ότι μετά την εξαφάνιση της ανωτέρω Ε. Τ., οι ανακριτικοί υπάλληλοι του ΑΤ Κατσικά στις 11-1-2005 εισήλθαν στην ανασφάλιστη οικία της και δέσμευσαν προς φύλαξη, μεταξύ άλλων, το με αριθμό ...

βιβλιάριο αποταμίευσης ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου με δικαιούχο την ως άνω κι αναγραφόμενο ποσό καταθέσεων 26.711,71 ευρώ καθώς και το με αριθμό ... βιβλιάριο κατάθεσης της αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος με δικαιούχο ομοίως την εξαφανισθείσα κι αναγραφόμενο ποσό καταθέσεων 7,87 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς συνδικαιούχος ήταν η εναγομένη.

Κατά το χρονικό διάστημα της εξαφάνισης της Ε. Τ. και ενώ ακόμα δεν είχαν ανευρεθεί τα υπολείμματα του νεκρού σώματός της, αλλά ούτε αυτή είχε κηρυχθεί σε αφάνεια, η εναγόμενη με την από 24-5-2005 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων, ζήτησε την απόδοση σ' αυτήν των δύο δεσμευμένων ως άνω βιβλιαρίων καταθέσεων των ως άνω κοινών λογαριασμών, ενώ με το με αριθμό 253/8-9-2005 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, έγινε η αίτησή της δεκτή και διατάχθηκε η άρση της δέσμευσης των ως άνω βιβλιαρίων και η απόδοση τους στην εναγόμενη.

Στη συνέχεια, όπως και η ίδια η εναγομένη συνομολογεί μετά την παραλαβή των βιβλιαρίων που έγινε την 10-10-2005, με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχος των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών εκταμίευσε εντός του έτους 2005 και σε κάθε περίπτωση πριν την ημερομηνία θανάτου της Ε. Τ., το σύνολο των καταθέσεων που υπήρχαν στους ως άνω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το σύνολο των ανωτέρω διαθέσιμων ποσών των κοινών τραπεζικών λογαριασμών προερχόταν αποκλειστικά και μόνο από τις αποταμιεύσεις της θανούσας Ε. Τ., γεγονός που εμμέσως πλην σαφώς συνομολογεί και η εναγόμενη, αφού σε κανένα σημείου των ισχυρισμών της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο κι ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν ισχυρίζεται ότι έστω και μέρος των χρημάτων των λογαριασμών προήλθαν εξ ιδίων.

Ομοίως αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, όντας υπάλληλος της Αγροτικής τράπεζας στο κατάστημα της πόλης των Ιωαννίνων και διατηρώντας συγγενικές και φιλικές οικογενειακές σχέσεις με την θανούσα, ήταν συνδικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού της από τις αρχές του 1990 και η ίδια συνομολογεί ότι η θανούσα "από την δεκαετία του 1990 την έβαλε συνδικαιούχο στον λογαριασμό της που είχε στην Αγροτική Τράπεζα χωρίς ποτέ να κάνει κάποια ανάληψη" (βλ.

σελ. 2 προτάσεων ενώπιον πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) κι ότι "τα χρήματα της τα είχε στην Αγροτική τράπεζα και το 1999 που εγώ αποχώρησα οριστικά από την τράπεζα τότε μετέφερε όλα της τα χρήματα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Καλεντζίου (δηλαδή πλησιέστερα στην κατοικίας της) και με εγκατέστησε και πάλι συνδικαιούχο.." (βλ.

σελ. 15 ως άνω). Το γεγονός όμως ότι η εναγόμενη ήταν από τις αρχές της δεκαετίας 1990 συνδικαιούχος στον λογαριασμό αποταμιεύσεων της Ε. Τ., οδηγεί στο σαφές συμπέρασμα ότι η εσωτερική σχέση που συνέδεε τις συνδικαιούχους του λογαριασμού ήταν η σχέση εντολής, με την έννοια ότι η ήδη αποβιώσασα, έθεσε, την συνδεόμενη μαζί της φιλικά εναγομένη συνδικαιούχο στον τραπεζικό της λογαριασμό, προκειμένου αν παραστεί ανάγκη να μπορεί να διαχειριστεί κατά τις εντολές της τα ποσά που υπήρχαν διαθέσιμα.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι το τότε κατάστημα που είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός, ήταν το κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στα Ιωάννινα, ενώ η αποβιώσασα κατοικούσε στην …. αλλά και από την ιδιότητα της εναγομένης που τότε ήταν υπάλληλος στο εν λόγω κατάστημα της τράπεζας και συνεπώς είχε την άμεση δυνατότητα και την ευκαιρία αν χρειαστεί να εξυπηρετήσει και να διευκολύνει την θανούσα σε ότι χρειαζόταν.

Η σχέση της εντολής περαιτέρω αποδεικνύεται επιπλέον κι από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Κ. Τ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης, που σε σχετική ερώτηση γιατί μπήκε συνδικαιούχος η εναγόμενη, καταθέτει ότι: "Κι αν το έκανε αυτό το έκανε για δικούς της λόγους όχι με την έννοια ότι ανήκουν τα χρήματα ...γιατί δεν ανήκαν ποτέ τα χρήματα, τα χρήματα ήταν αποκλειστικά δικά της.

Το έβαλε για να κάνει κάποιες εργασίες .... Αυτά, φόρους και το ένα και το άλλο". Όλα τα ανωτέρω πρέπει δε να συνδυαστούν με το γεγονός ότι η Ε. Τ. δεν ήταν μορφωμένη και συνεπώς ούτε μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια και την λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού αλλά κι ούτε γνώριζε το ισχύον νομικό καθεστώς που τον διέπει.

Επομένως από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι κατά το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών, η εναγόμενη τέθηκε συνδικαιούχος των λογαριασμών μόνο για να δύναται, όταν κι αν παραστεί ανάγκη, να εξυπηρετήσει την αρχική δικαιούχο και κυρία των χρημάτων, αναθέτοντάς της προς διευκόλυνσή της, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα της.

Η Ε. Τ. έως και τον θάνατό της ήταν σε καλή κατάσταση από άποψη υγείας και μπορούσε και φρόντιζε η ίδια τον εαυτό της καθώς κι όλες τις συνήθεις υποχρεώσεις της προς τρίτους (πληρωμή λογαριασμών κλπ.). Είχε δε εκδηλώσει την σαφή της πρόθεση να εγκαταστήσει μοναδικό κληρονόμο σε όλη της την κινητή κι ακίνητη περιουσία τον ενάγοντα.

Αυτό προκύπτει αφενός από το περιεχόμενο της διαθήκης της, με βάση το οποίο εγκαθιστά κληρονόμο τον ενάγοντα στην κινητή κι ακίνητη περιουσία της, αλλά και από τις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης Κ. Τ., που καταθέτει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και του μάρτυρα Σ. Γ., που στην προσαγόμενη ένορκη βεβαίωση του δηλώνει ότι η θανούσα του έλεγε: "ότι έχω και δεν έχω τα θέλω για τον Γ." και του μάρτυρα Γ.

Κ., ο οποίος στην από 6-4-2005 έκθεση ένορκης εξέτασής του ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Ι. Π. του Α.Τ. Κατσικάς αναφέρει: "Γνώριζα ότι είχε κάποιες οικονομίες και κάποια άλλα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία στην διαθήκη της απ' ότι τουλάχιστον έλεγε τα είχε αφήσει στον ανιψιό της Γ. Τ.". Επομένως κατά τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του ότι δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ θανούσας και εναγόμενης, που κατέστησε συνδικαιούχο αυτή την τελευταία στους τραπεζικούς λογαριασμούς της πρώτης, ήταν αυτή της εντολής.

Αντίθετα είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι μεταξύ της τελευταίας και της Ε. Τ. είχε συσταθεί άτυπη δωρεά του ποσού των προαναφερθέντων λογαριασμών υπέρ της εναγομένης προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα έξοδα χειρουργείου μεταμόσχευσης νεφρού της αδερφής της Σ..

Συγκεκριμένα όπως και η ίδια η εναγομένη συνομολογεί, η αδερφή της Σ. ζούσε με ένα νεφρό από το έτος 1993 και με τον καιρό η κατάστασή της επιδεινωνόταν με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεταμόσχευση νεφρού, η οποία θα γινόταν στην Αγγλία. Η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι επειδή τα χρήματα για τη μεταμόσχευση δεν υπήρχαν, ο πατέρας της αποτάθηκε στην Ε.

Τ. και της ζήτησε δάνειο προτείνοντας να βάλει υποθήκη το σπίτι του κι ότι η κληρονομούμενη, προκειμένου να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της για όλες τις υπηρεσίες που προσέφερε η οικογένεια της εναγομένης προς αυτή, διαβεβαίωσε τον πατέρα της εναγομένης ότι η τελευταία θα μπορούσε να αναλάβει τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό, οπότε θα καλούνταν η οικογένεια από το Νοσοκομείο για να μεταβεί στην Αγγλία ή την Κύπρο και ότι η μεταμόσχευση νεφρού έγινε το 2010.

Ωστόσο η ανωτέρω συμφωνία δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, η δε εναγόμενη αποφεύγει να περιλάβει στους ισχυρισμούς της τους όρους μιας τέτοιας δωρεάς, όπως δηλαδή πότε ακριβώς συντελέστηκε κι αν περιελάμβανε το σύνολο των αποταμιεύσεων της Ε. Τ. ή ένα μερικότερο ποσό αυτών. Από την στιγμή δε που σαφέστατα κατά την έναρξη του κοινού λογαριασμού, η σχέση που συνέδεε τις συνδικαιούχους ήταν η σχέση εντολής, σύμφωνα με όσα ανωτέρω ειπώθηκαν, γεγονός που εμμέσως συνομολογεί η εναγόμενη, αφού δεν αναφέρει ότι δημιουργήθηκε αυτός κι από δικά της χρήματα, ο ισχυρισμός της ότι είχε συσταθεί άτυπη δωρεά υπέρ της αδερφής μάλιστα της εναγομένης κι όχι της ίδιας, που ουσιαστικά αποτελεί πλέον ισχυρισμό περί μεταβολής της εσωτερικής σχέσης, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται διόλου από την εναγόμενη πότε αυτή συστήθηκε και ποιο ποσό περιελάμβανε.

Εξάλλου ούτε η κατάθεση της μάρτυρας Σ. Ν. στην ένορκη βεβαίωσή της, ούτε η ίδια η μητέρα της εναγομένης στην ένορκη εξέτασή της, ενώπιον του ακροατηρίου καταθέτουν με σαφήνεια πότε συστήθηκε η εν λόγω δωρεά. Πέραν αυτού η κατάθεση των μαρτύρων Σ. Ν. και Α. Π. στην ένορκη βεβαίωσή τους δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού η μεν πρώτη αναφέρει αντιφατικά ότι: "Εγώ έμαθα για τη διαθήκη και ρώτησα την Φ… γιατί δεν αφήνει τίποτα στην οικογένεια του ξαδερφού της του ……και αυτή μου είπε ότι άφησε όλες τις καταθέσεις που είχε στην τράπεζα στις κόρες του …..", ενώ όπως αποδείχτηκε το περιεχόμενο της διαθήκης γνώριζε μόνο ο πατέρας της εναγόμενης, αφού και η ίδια η μητέρα της εναγομένης στην ένορκη εξέτασή της ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε ότι ουδέποτε διάβασε την επίμαχη διαθήκη.

Η Α. Π., που αναφέρει με την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ότι το ζήτημα υγείας της αδελφής της εναγόμενης ανέκυψε το έτος 2003 με 2004, "για τον λόγο αυτό η Φ… που άνοιξε λογαριασμό στο Καλέντζι είχε κι εκεί συνδικαιούχο την Κ….", δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει γιατί η εναγόμενη υπήρξε συνδικαιούχος από τις αρχές του 1990 όταν δεν είχε τεθεί το θέμα της ανάγκης μεταμόσχευσης νεφρού.

Εξάλλου θα πρέπει να γίνει μνεία και του γεγονότος ότι παρότι η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έκανε ανάληψη του ποσού που κατ' αυτήν προοριζόταν μόνο για την επέμβαση της αδερφής της, εντούτοις έσπευσε να αποσύρει το σύνολο των καταθέσεων από τον κοινό λογαριασμό το έτος 2005 που ακόμη δεν είχε πιστοποιηθεί καν ο θάνατος της συνδικαιούχου, ενώ τότε δε συνέτρεχε κανένας λόγος για την ανάληψη των χρημάτων, αφού η ανάγκη δαπάνησης των χρημάτων για την επέμβαση της αδερφής της, προέκυψε τελικά το 2010.

Εξάλλου αντιβαίνει στη κοινή λογική πως μια γυναίκα με πενιχρά εισοδήματα από μια σύνταξη πολέμου και μόνο στην ηλικία των 70 προσφέρει όλες τις οικονομίες της, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, χωρίς να ενδιαφέρεται για το πώς θα τα βγάλει πέρα στα γεράματα της αλλά και γιατί η οικογένεια της εναγομένης ζητάει δάνειο, ως ισχυρίζονται, από μια τέτοια γυναίκα, ενώ ο πατέρας της εναγομένης είναι συνταξιούχος διδάσκαλος, η δε εναγομένη είναι εργαζόμενη στην τράπεζα και στη συνέχεια συνταξιούχος, κι έχουν αμφότεροι εισπράξει εφάπαξ λόγω συνταξιοδότησης, ενώ εισέπρατταν μηνιαία εισοδήματα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πολύ μεγαλύτερα της κληρονομούμενης.

Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, βάσει του συνόλου των ως άνω αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών, η Ε. Τ. μετά την ανάληψη όλων των χρημάτων της από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της από την συνδικαιούχο αυτών εναγόμενη, όσο η ίδια βρισκόταν εν ζωή, άνευ εντολής, συναίνεσης ή έγκρισης της κι αντίθετα με την εσωτερική σχέση που τις συνέδεε ως συνδικαιούχες στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, δικαιούταν να ασκήσει την αναγωγική αξίωση της από τον κοινό λογαριασμό κατ' αυτής, βασιζόμενη στην εσωτερική σχέση εντολής.

Το δικαίωμα της αυτό, κληρονόμησε μετά τον θάνατό της ο ενάγων, ως μοναδικός κληρονόμος κάθε κινητής κι ακίνητης περιουσίας της αποβιωσάσης δικαιούχου του λογαριασμού αυτού, ως ήδη εκτέθηκε, ο οποίος άσκησε την υπό κρίση αγωγή ερειδόμενη στην εκ του κοινού τραπεζικού λογαριασμού αναγωγική αξίωση της αρχικής δικαιούχου του λογαριασμού κατά της εναγομένης συνδικαιούχου, που ανέλαβε το ποσό αυτού κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας.

Εξάλλου το γεγονός ότι η ανάληψη του ποσού των λογαριασμών έγινε από την εναγόμενη, όσο ζούσε η αρχική δικαιούχος, καθιστά άνευ σημασίας το αν είχε περιληφθεί ή όχι ως όρος της κοινής τραπεζικής κατάθεσης η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, διότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί του χρηματικού υπολοίπου του κοινού λογαριασμού στην περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, σύμφωνα με όσα αναλύονται λεπτομερώς στο σκεπτικό της παρούσας.

Επομένως ο ενάγων, ασκώντας το δικαίωμα αναγωγής της αποβιώσασας Ε. Τ., ως μοναδικός κληρονόμος της, κατά της εναγομένης, ως συνδικαιούχου των κοινών τραπεζικών λογαριασμών τους, για την ανάληψη από την τελευταία ολόκληρου του ποσού των καταθέσεων, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, δικαιούται ολόκληρο το ποσό των κοινών καταθέσεων, ήτοι το συνολικό ποσό των 26.719,58 ευρώ.

Συνεπεία των ανωτέρω γίνεται δεκτός ο λόγος έφεσης του εκκαλούντος που επικαλείται πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού για την φύση της εσωτερικής σχέσης στους κοινούς λογαριασμούς κληρονομούμενης κι εναγόμενης. Απορριπτέοι συνακόλουθα τυγχάνουν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας και συγκεκριμένα ο πρώτος λόγος έφεσης της, με τον οποίο επικαλείται ότι ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα αναγωγής λόγω της ενσωμάτωσης στους όρους των κοινών τραπεζικών λογαριασμών τους του αρ. 1 και 2 ν.5368/1932, ο δεύτερος και τρίτος λόγος της έφεσης της, που επικαλείται ότι ο ενάγων ασκεί το δικαίωμα του ως κληρονόμος της κληρονομούμενης επί της κινητής περιουσίας της που βρέθηκε κατά τον χρόνο θανάτου αυτής, πλην όμως τότε δεν υπήρχαν χρήματα στους λογαριασμούς της, αφού η ανάληψη των χρημάτων έγινε ενόσω ζούσε η κληρονομούμενη κι ο τέταρτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας που ισχυρίζεται ότι συμμετείχε στους κοινούς λογαριασμούς της κληρονομούμενης επειδή η ανωτέρω για λόγους ευγνωμοσύνης προς την οικογένεια της συνέστησε άτυπη δωρεά όλων των χρημάτων της που περιείχοντο στον ως άνω κοινό λογαριασμό υπέρ της αδερφής της προς κάλυψη των εξόδων θεραπείας της.".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 03.03.2020 έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 05.02.2020 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 108/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την από 30.07.2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε αυτή στο σύνολό της, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων επτακοσίων δεκαεννέα ευρώ και πενήντα λεπτών του ευρώ (26.719,58 €) καθώς και τα δικαστικά έξοδα.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ. ισχυριζομένη ότι το εν λόγω Δικαστήριο ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 και τούτο διότι, αν και στην ένδικη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού είχε περιληφθεί η από την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 5638/1932 ρήτρα, το Δικαστήριο παρέβλεψε αυτήν, αναγνώρισε το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει αξίωση από την εσωτερική σχέση μεταξύ της θανούσας και της αναιρεσείουσας και, εν τέλει, να επιδιώξει την καταψήφιση υπέρ αυτού της απαιτήσεως που συνιστούσε περιεχόμενο της αξιώσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τούτο ενόψει της ανέλεγκτης αναιρετικά παραδοχής του ότι η ανάληψη του ενδίκου χρηματικού ποσού από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχους τη θανούσα και την αναιρεσείουσα εκ μέρους της δεύτερης (αναιρεσείουσας) έλαβε χώρα ενόσω η συνδικαιούχος αυτής (θανούσα) βρισκόταν στη ζωή.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι η θανούσα συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού, σε ιδιόγραφη διαθήκη της, εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο μοναδικό της κληρονόμο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της που ήθελε ευρεθεί στο όνομά της κατά τον χρόνο του θανάτου της.

Ότι προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν παραδεκτά καθώς και ότι έννομη συνέπεια της παραδοχής του θα ήταν η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι το αγωγικό χρηματικό ποσό δεν υπήρχε στην περιουσία της θανούσας, λόγω της προηγουμένης δικαιωματικής αναλήψεώς του εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απαράδεκτος και, επομένως, απορριπτέος, διότι ο προβληθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά εντάσσεται στην αρνητική απάντηση της αναιρεσείουσας στην κατ' αυτής αγωγή υπό την έννοια ότι με αυτόν η προαναφερομένη αρνείται την ύπαρξη της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, ως κληρονόμου της θανούσας, εναντίον της.

Με το επικουρικό σκέλος του άνω λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τούτο διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, υποπέσαν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., καθότι ανέγνωσε και αξιολόγησε μέρος του εγγράφου της διαθήκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, ενόψει του ότι η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση του τμήματος του κειμένου της διαθήκης, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ορίσθηκε κληρονόμος της θανούσας αναφορικά με την κινητή και ακίνητη περιουσία της που ήθελε ευρεθεί κατά τον χρόνο του θανάτου της, δεν θα οδηγούσε σε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που εξήγαγε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 11γ του Κ.Πολ.Δ. εγκειμένη, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στο ότι δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν και επικληθέν έγγραφο το εμπεριέχον την ιδιόγραφη διαθήκη της άνω θανούσας ενόψει του ότι δεν διέγνωσε και δεν εφήρμοσε τον όρο που αμέσως προηγουμένως αναφέρθηκε.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος αποβαίνει διότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται κατά την αξιολόγηση του δευτέρου επικουρικού λόγου αναιρέσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε το περιεχόμενο του εγγράφου της διαθήκης με τα λοιπά προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα ώστε να καταλήξει στο τελικό συμπέρασμά του.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 § 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και τούτο διότι το αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους υποβλήθηκε με το κατατεθέν, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου και όχι πριν ή κατά τη συζήτηση αυτής (άρθρο 191 § 2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06.05.2021 αίτηση της Α. Γ. του Κ., συζύγου Μ. Ρ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ