Legislator Case Law & Legislation
464/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in small claims contract dispute over construction work and payment terms.

Case Number 464/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a small claims contract dispute regarding construction work and payment. The appellant argued that the lower court erred in characterizing the contract as a work contract rather than a sale, misapplied laws regarding building permits, and failed to properly assess the employer's delay. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings on contract characterization and the employer's delay were based on a proper evaluation of evidence and did not constitute a reversible error under small claims procedures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 513 and 681 of the Civil Code; Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure: In small claims proceedings, an appeal based on alleged errors in the characterization of the contract or the evaluation of evidence regarding delay is inadmissible if the lower court's decision is based on a proper assessment of the facts and does not involve a reversible legal error.

Keywords

AI generated
small claims procedure contract characterization employer delay reversible error construction contract appeal dismissal evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 513 and 681 of the Civil Code
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 464/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου-Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Α. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις…. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-04-2017 και 19-9-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2018 μη οριστική και 25/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-06-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 5-4-2017 αγωγή και υπό την επίκληση της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης εργολάβου στην εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου ζήτησε (υπαναχωρώντας, κατ' εκτίμηση του οικείου δικογράφου, από τη σύμβαση) την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού έναντι της εργολαβικής αμοιβής της . Η τελευταία άσκησε την από 19-9-2017 αντίθετη αγωγή ζητώντας το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής υπό την επίκληση της συνδρομής υπερημερίας του εργοδότη αναιρεσείοντος περί την αποδοχή της προσφερόμενης εκ μέρους της παροχής. Επί των αγωγών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκαν από το Ειρηνοδικείο Σερρών, με τη διαδικασία των μικροδιαφορών, αρχικώς η 48/2018 μη οριστική απόφαση και εν συνεχεία η προσβαλλόμενη, με την από 24-6-2019 αίτηση αναιρέσεως, με αρ. 25/2019 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 513 και 681 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα, "με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή του δικαιώματος που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε", "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή" προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η σύμβαση πώλησης διαφέρει από τη σύμβαση έργου στο ότι, στη μεν σύμβαση πώλησης ο πωλητής οφείλει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στη μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος, δεν υποχρεούται όμως στην κατασκευή του ακόμη και αν το πράγμα δεν υπάρχει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αντίθετα, στη σύμβαση έργου, ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να παραγάγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (έργο) στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη, και όχι απλώς να παράσχει ένα συγκεκριμένο, ήδη έτοιμο, αντικείμενο.

Κατά συνέπεια από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ1137/2020, ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018). Εξ άλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 683 ΑΚ "όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό τη χορηγεί ο εργολάβος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση, και αν την χορηγεί ο εργοδότης οι διατάξεις για σύμβαση έργου".

Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, από τις οποίες η μία είναι η ύλη για την κατασκευή έργων να χορηγείται από τον εργολάβο και η δεύτερη να υπάρχει αμφιβολία για το ποια σύμβαση (πώληση ή σύμβαση έργου) θέλησαν οι συμβαλλόμενοι. Ο εισαγόμενος με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 683ΑΚ ερμηνευτικός κανόνας, δεν εφαρμόζεται, όταν οι συμβαλλόμενοι εκφράσθηκαν για την έννοια της σύμβασης σαφώς και δεν προκύπτει περί αυτής καμία αμφιβολία, οπότε δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του (ΑΠ 403/1992), όπως, όταν, παρά τη χορήγηση της ύλης από τον εργολάβο, στην καταρτισθείσα σύμβαση απαντούν τυπικά στοιχεία της σύμβασης έργου, που είναι ασυμβίβαστα με τη σύμβαση πώλησης, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία, κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, η εκτέλεση του έργου θα γίνει από τον εργολάβο και το επιτελείο των τεχνιτών που διαθέτει στο εργαστήριο του, όταν το κατασκευαστέο πράγμα έχει προσδιορισθεί στη σύμβαση με ατομικά γνωρίσματα ή ιδιαίτερες ιδιότητες, έτσι ώστε να προσαρμόζεται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες προσωπικές ανάγκες και επιθυμίες του παραγγελέως και συνεπώς σε τυχόν περίπτωση άρνησής του να παραλάβει το πράγμα δεν μπορεί ή δυσχερώς μπορεί να διατεθεί σε άλλον ενδιαφερόμενο.

Επίσης, σε περίπτωση κατασκευής έργου σε ακίνητο (ΑΚ 948) που ανήκει στον εργοδότη με υλικά (κινητά) που χορηγεί ο εργολάβος, η κύρια ύλη είναι το ακίνητο, τα δε κινητά που μόνιμα συναρμολογήθηκαν σ' αυτό (ΑΚ 954) αποτελούν συστατικά του ακινήτου. Κύρια παροχή του εργολάβου είναι η κατασκευή και η παράδοση σε καλή λειτουργία του όλου έργου, η δε προμήθεια των υλικών αποτελεί το μέσο για την πραγμάτωση αυτής της παροχής.

Από όσα προαναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι σε περίπτωση κατασκευής από τον εργολάβο με δικά του υλικά μόνιμου έργου σε ακίνητο του εργοδότη, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ, γιατί, αφενός η πρώτη ύλη (το ακίνητο) χορηγείται απ' αυτόν και, αφετέρου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην κατασκευή και παράδοση του έργου ως κύρια παροχή, που σημαίνει ότι οι συμβατικές σχέσεις ρυθμίζονται από όσα συμφωνήθηκαν (ΑΚ 3, 361), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ (ΑΠ 1273/2018, ΑΠ 559/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Οφείλει δηλαδή έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση.

Μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000). Η υποχρέωσή του αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, συνάγεται, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, εάν α) δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, β) εάν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη, ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, (ΑΠ 983/2020 ΑΠ 1566/2018, ΑΠ 1876/2014).

Συνέπεια δε της υπερημερίας αυτού (δανειστή) είναι, ότι ο οφειλέτης δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΑΚ, να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή, καθετί, που χρειάστηκε να δαπανήσει επιπλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας.

Για την ύπαρξη δε υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, ήτοι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, που δανειστής είναι ο εργοδότης, όσον αφορά την υποχρέωση της πράξεως ή συμπράξεως του τελευταίου, της οποίας οι συνέπειες ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις παραπάνω διατάξεις, ώστε δεν μπορεί με βάση αυτές να αξιωθεί άλλη αποζημίωση, όπως το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον ή το διαφυγόν κέρδος του οφειλέτη ( ΑΠ 710/2018, ΑΠ 1504/2005, ΑΠ 1012/1998).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι, εφόσον η εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου κατέστη αδύνατη, λόγω υπαίτιας παραλείψεως του εργοδότη να προβεί στην αναγκαία προς τούτο σύμπραξη και περιελεύσεως του τελευταίου σε υπερημερία δανειστή, ο εργολάβος δικαιούται τη συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή, κατ' άρθρο 381 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του 686 εδ. β ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι αν έχει παρέλθει ο συμβατικός χρόνος παράδοσης και ο εργολάβος έχει περιέλθει σε υπερημερία, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 ως 385 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπαναχώρηση, αποτέλεσμα της οποίας, κατά το άρθρ. 389 ΑΚ που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχώρησης, σε συνδυασμό με τα άρθ. 904 και 911 ΑΚ, είναι ότι η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά (ex tunc), αποσβήνεται η υποχρέωση προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ1922/2009, ΑΠ 1031/2004, ΑΠ 533/2002).

Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσης της (ΑΠ692/2020, ΑΠ1026/2020, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).

Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ1623/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.2 περ. ιστ' του ν.4067/2012 "... 2. Έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, απαιτείται για τις ακόλουθες εργασίες σε κτίρια που υφίστανται νόμιμα:

ιστ. Κατασκευή πέργκολας σε ισόγειους ακάλυπτους χώρους ή στον περιβάλλοντα ακάλυπτο χώρο ή στην πρασιά ή στο δώμα ή στους ανοιχτούς εξώστες ή σε βεράντες ισογείων και ορόφων...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 παρ. 2 περ. ιδ' του ν.4495/2017 "Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας απαιτείται για τις εξής εργασίες:......

ιδ) κατασκευή πέργκολας επιφάνειας άνω των πενήντα (50) τ.μ. σε ακάλυπτους χώρους, προκήπια, βεράντες ισογείων. Σε δώματα, υπαίθριους χώρους και ανοιχτούς εξώστες επιβάλλεται η έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας ανεξαρτήτως επιφάνειας...". Τέλος, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ1386/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), αν το αντικείμενο της μικροδιαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή στις υποθέσεις μικροδιαφορών δεν μπορεί να προβληθεί η εκ άρθρου 560 περ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου με αιτίαση την παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, κατά ρητή πρόβλεψη του εδ. β' του ως άνω άρθρου (ΑΠ 395/2017, AΠ1054/2009, ΑΠ 1309/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Σερρών δέχθηκε με την 25/2019 απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, μεταξύ αυτών καταρτίσθηκε σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας η ενάγουσα της με αριθμό κατάθεσης 72/2017 αγωγής ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε, περί τα μέσα του μηνός Μαρτίου του έτους 2016, να κατασκευάσει για τον ενάγοντα της με αριθμό κατάθεσης 32/2017 αγωγής μία τέντα - πέργκολα για το πρακτορείο Ο.Π.Α.Π.

που διατηρεί στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Κατόπιν των απαιτούμενων σχετικών μετρήσεων του χώρου όπου θα τοποθετούνταν, διαπιστώθηκε πως απαιτούνταν για την κατασκευή του τα παρακάτω υλικά, όπως αυτά προκύπτουν από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με αριθμό .../05 05 2017 τιμολόγιο πώλησης που εξέδωσε, ήτοι α) δεκατρία (13) τεμάχια τέντες ζελατίνων με τιμή μονάδας πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (57,50 Ε), ήτοι συνολικού ποσού επτακοσίων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (747,50 Ε), πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., β) μία πόρτα ζελατίνας με τιμή μονάδας εκατό ευρώ (100 Ε) πλέον του αναλογούντος Φ-Π.Α.

και γ) είκοσι έξι τετραγωνικά μέτρα τέντας πέργκολας με τιμή εκατόν τριάντα ευρώ (130 €) ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι συνολικού ποσού τριών χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα ευρώ (3.380€), πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Δόθηκε ακολούθως από τον Ζ. Α., ενάγοντα της με αριθμό 32/2017 αγωγής, στον αντίδικό του και ενάγοντα της συνεκδικαζόμενης αγωγής το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.500,00€) την 24 03.2016 ως προκαταβολή και συμφωνήθηκε πως με την παράδοση του έργου θα εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής του προς τον αντίδικό του, ύψους δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα δύο ευρώ και δέκα λεπτών (2 742,10€).

Την 04.04.2016 συνεργείο της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...," μετέβη στον χώρο που στεγάζεται το πρακτορείο Ο.Π.Α.Π. του Ζ. Α. του Γ. προκειμένου να τοποθετήσει την κατασκευασμένη πλέον πέργκολα και να ολοκληρώσει με τον τρόπο αυτό το συμφωνηθέν έργο. Ωστόσο, την ώρα της εγκατάστασης της πέργκολας στο χώρο του πρακτορείου εμφανίστηκε κλιμάκιο της πολεοδομίας το οποίο ξεκίνησε να διεξάγει σχετικούς ελέγχους.

Για το λόγο αυτό ο Ι. Κ., ομόρρυθμος εταίρος της προαναφερθείσας εταιρίας και το συνεργείο της εταιρίας αυτής, διέκοψαν τη διαδικασία εγκατάστασης της συγκεκριμένης πέργκολας, μετά και από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον αντίδικό του και ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου πρακτορείου ο οποίος και τον ενημέρωσε τιως δεν έχει εκδοθεί η σχετική πολεοδομική άδεια που απαιτείται για την εγκατάσταση του κατασκευάσματος αυτού.

Ο αντίδικός του, Ζ. Α., υποστήριξε επανειλημμένως μέσω του συνηγόρου του και της μάρτυρός του κατά την διαδικασία στο ακροατήριο πως εξεδόθη τελικώς τους επόμενους μήνες η σχετική άδεια αλλά ο αντίδικός του δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή του προκειμένου να έρθει και να εγκαταστήσει οριστικώς την ήδη κατασκευασθείσα πέργκολα.

Για το λόγο αυτό θεώρησε τον αντίδικό του υπερήμερο, την παροχή του μη εκπληρωθείσα και δήλωσε την υπαναχώρηση από τον ενοχικό δεσμό που τον συνέδεε με αυτόν. Ωστόσο, κατά την επαναληφθείσα συζήτηση, κατά την οποία είχε ζητηθεί από τον παρόν Δικαστήριο η προσκόμιση της σχετικής άδειας, ο ενάγων της με αριθμό 32/2017 εννοεί (αγωγής) δήλωσε πως δεν διέθετε το έγγραφο αυτό, με αποτέλεσμα να θεωρείται ο ισχυρισμός του περί υπερημερίας του αντισυμβαλλομένου του και αντιδίκου του ως μη αποδειχθείς και να κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβληθείς.

Αντίθετα, κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας της με αριθμό 72/2017 αγωγής και όπως τελικώς απεδείχθη από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, η ομόρρυθμη εταιρία επανειλημμένως προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία με τον εναγόμενο της αγωγής αυτής, Ζ. Α. του Γ., προκειμένου να προσδιοριστεί νέα ημερομηνία εγκατάστασης της πέργκολας στο χώρο του πρακτορείου του, ωστόσο ο αντισυμβαλλόμενός της αδιαφόρησε και επανειλημμένα καθυστερούσε την ολοκλήρωση της κατασκευής του συμφωνηθέντος έργου, ώσπου τέλος να δηλώσει την υπαναχώρησή του από την σύμβαση που τον συνέδεε με την αντίδικό του και να αιτηθεί προοδευτικά με την πρώτη υπό κρίση αγωγή την επιστροφή του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάά5ων πεντακοσίων ευρώ (2.500,00€), το οποίο είχε ήδη καταβάλλει ως προκαταβολή κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, Εκ των ανωτέρω, επομένως, προκύπτει πως ο εργοδότης της σύμβασης αυτής, ήτοι ο Ζ.

Α. του Γ., ενάγων της με αριθμό κατάθεσης 32/2017 αγωγής και εναγόμενος αντιστοίχως της συνεκδικαζόμενης με αυτή με αριθμό 72/2017 αγωγής δεν απέκτησε το δικαίωμα να υπαναχωρήσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 686 Α.Κ. από τον ενοχικό δεσμό που τον συνέδεε με την αντίδικό του, εναγόμενη της πρώτης αναφερόμενης ανωτέρω αγωγής και ενάγουσα της δεύτερης και επίσης φέρουσα την ιδιότητα της εργολάβου της επίδικης σύμβασης.

Και τούτο διότι η φέρουσα την ιδιότητα του εργολάβου στην υπό κρίση σύμβαση έργου προέκυψε πως εγκαίρως ξεκίνησε την κατασκευή της συμφωνηθείσας πέργκολας, χωρίς δε δική της υπαιτιότητα δεν ολοκλήρωσε το συμφωνηθέν έργο, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενός της εργοδότης δεν της επέτρεπε την εγκατάστασή της (της πέργκολας) στο χώρο όπου βρίσκεται το πρακτορείο που εκείνος διατηρεί.

Αντίθετα, λόγω της υπερημερίας του εργοδότη, εξαιτίας της μη σύμπραξής του την ολοκλήρωση του έργου, η εργολάβος της υπό κρίση σύμβασης διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά της στην καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, ή του συμφωνηθέντος χρηματικού εννοεί (ποσού) που υπολείπεται για την εξόφλησή του, το οποίο εξάλλου αποτελεί και μία από τις βασικές υποχρεώσεις του εκάστοτε εργοδότη μίας σύμβασης έργου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 681 Α.Κ.

Υπό την παραδοχή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ένδικη αγωγή με αριθμό κατάθεσης 32/2017 πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ενώ η συνεκδικαζόμενη με αριθμό 72/2017 θα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, εφόσον εκ της αποδεικτικής διαδικασίας επείσθη το Δικαστήριο πως η ενάγουσα έχει λαμβάνειν από τον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα δύο ευρώ και δέκα λεπτών (2.742,10€), ως υπόλοιπο της αμοιβής που δικαιούται για το έργο που εκτέλεσε, νομιμότοκα από την 04.04.2016, ήτοι από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή προσφέρθηκε για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, κάνοντας με τον τρόπο αυτό δεκτό το αίτημα της ενάγουσας της με αριθμό κατάθεσης 72/2017 αγωγής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 2.742,10 ευρώ, νομιμοτόκως από 4-4-2016.

Mε αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 681, 694, 349, 351, 355, 358 και 381 ΑΚ, που εφάρμοσε, και των άρθρων 683, 686, 383-387, 389 και 513 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή αφενός μεν ότι η περί υπαναχωρήσεως δήλωση του αναιρεσείοντος εργοδότη από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου ουδεμία επέφερε έννομη συνέπεια ώστε να δικαιούται αυτός στην απόδοση του προκαταβληθέντος, έναντι της εργολαβικής αμοιβής, ποσού, αφετέρου δε ότι η αναιρεσίβλητη εργολάβος δικαιούται το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής για την κατασκευή της πέργκολας, καθόσον η μη τοποθέτησή της στο ακίνητο του αναιρεσείοντος δεν κατέστη εφικτή λόγω υπαίτιας μη σύμπραξης αυτού, συνισταμένης στην έλλειψη της απαιτούμενης αδείας, και της περιελεύσεως αυτού σε υπερημερία, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές, ότι:

α) στα μέσα Μαρτίου 2016 ανατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη το έργο της κατασκευής και τοποθέτησης πέργκολας -τέντας στον υπαίθριο χώρο του πρακτορείου ΟΠΑΠ του πρώτου, με συγκεκριμένες και μνημονευόμενες για την υλοποίησή της προδιαγραφές και τα απαιτούμενα για το σκοπό αυτό υλικά που η αναιρεσίβλητη προμηθεύτηκε, β) η αναιρεσίβλητη κατασκεύασε τη πέργκολα, αλλά η διαδικασία εγκατάστασης αυτής στο πρακτορείο του αναιρεσείοντος την 4.4.2016 κατέστη αδύνατη λόγω εμφάνισης κλιμακίου ελέγχου της πολεοδομίας και διακοπής της τοποθέτησης κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι δεν είχε εκδοθεί η απαιτούμενη για την εγκατάστασή της άδεια γ) ο αναιρεσείων, ουδέποτε συνέπραξε στην ολοκλήρωση του έργου για την τοποθέτηση της επίμαχης πέργκολας στο πρακτορείο του και αδιαφόρησε παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της αναιρεσίβλητης να επικοινωνήσει μαζί του για τον προσδιορισμό νέας ημερομηνίας εγκατάστασης, ούτε και εξέδωσε τελικώς την εν λόγω άδεια, δ) δεν συνέτρεξε πταίσμα του εργολάβου, ο οποίος εγκαίρως ξεκίνησε το ανατεθέν έργο και δεν κατέστη δυνατόν να το ολοκληρώσει με την τοποθέτησή του λόγω της προμνημονευθείσας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι τρεις, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το Ειρηνοδικείο ότι, αντιστοίχως, α) "με ελλιπή αιτιολογία παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 29 ν.4495/2017 και 4 ν.4067/2012 διότι δέχθηκε ότι απαιτούνταν η έκδοση οικοδομικής άδειας χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές περί του ποια ήσαν τα χαρακτηριστικά και οι προδιαγραφές της ώστε να είναι απαραίτητη η έκδοση της σχετικής άδειας κατά τις άνω διατάξεις", β) "διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επίμαχης σύμβασης και των συνεπειών της, ενόψει του ότι αφενός δέχεται ότι συνήφθη σύμβαση έργου, αφετέρου διαλαμβάνει παραδοχή περί εκδόσεως τιμολογίων πώλησης κινητών πραγμάτων και ότι τον καταδίκασε σε καταβολή του ανεξόφλητου υπολοίπου από πώληση και όχι από εργολαβική αμοιβή, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 681, 683, 686 και τη μη εφαρμογή των άρθρων 383-387, 389 και 513ΑΚ", γ) "για ελλιπή αιτιολογία σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 686 ΑΚ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπερημερίας του ιδίου ως εργοδότη που δέχθηκε, καθόσον δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί του χρόνου και τρόπου που επιχείρησε να έλθει σε επαφή μαζί του η αναιρεσίβλητη και πως εκδηλώθηκε η κωλυσιεργία του", είναι αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτών, αφού ο αναιρεσείων υπό την προσχηματική επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας (εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ), αφενός επιχειρεί τη θεμελίωσή τους στην εκ του άρθρου 560 αρ. 1 πλημμέλεια υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής και μη εφαρμογής αντιστοίχως των ως άνω επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η προβολή της οποίας (πλημμέλειας) όμως ρητά κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη εξαιρείται, εφόσον η παρούσα υπόθεση συνιστά μικροδιαφορά, αφετέρου πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1008/2018).

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 25/2019 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σερρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ