464/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated464/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 464 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Φ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκλήρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. χας Γ. Κ., το γένος Ν. Κ., 2) Π. Κ. του Γ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου του αρχικού ενάγοντος Π. Κ. του Γ., 3) Μ. Κ. του Γ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου του αρχικού ενάγοντος Π. Κ. του Γ., 4) Μ. χας Π. Κ., το γένος Ν. Μ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου του αρχικού ενάγοντος Π. Κ. του Γ., κατοίκων όλων ..., 5) Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 6/16 εξ αδιαιρέτου του αρχικού ενάγοντος Π. Κ. του Γ. και 6) Ε. χας Κ. Ν., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Κ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 222/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330β' και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της συνυπαιτιότητας και της αμέλειας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικά Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 397/2019, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 520/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1591/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με το να καταλήξει στο πόρισμά του ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ.
Κ. (πεζού), είναι αφενός ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων, οδηγός του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στη δεύτερη των αναιρεσειόντων, σε ποσοστό 60%, αφετέρου ο θανών σε ποσοστό 40%, κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του χωρίς νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την αμέλεια των εμπλακέντων σε αυτό οδηγού και πεζού και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμέλειας καθενός από αυτούς και του ατυχήματος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 27-1-2013 και περί ώρα 19.15 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της παλαιάς Εθνικής Οδού Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα. Η ως άνω παλαιά εθνική οδός στο ύψος του 3ου χιλιομέτρου αυτής είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 10,80 μέτρων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1,40 μέτρων στο ρεύμα πορείας του ανωτέρω οχήματος, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας στην περιοχή ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω του ότι είναι κατοικημένη περιοχή.
Επίσης στο προαναφερόμενο σημείο η ως άνω οδός είναι ευθεία και οριζόντια (χωρίς κλίση), ενώ οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, κατά την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία, ήταν βροχή, το οδόστρωμα υγρό και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, ενώ, από άποψη φωτισμού, κατά μήκος της πλευράς του ρεύματος πορείας προς Ηγουμενίτσα δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, παρά μόνο στο σημείο, όπου βρίσκεται πρατήριο υγρών καυσίμων, υπήρχε αμυδρός τεχνητός φωτισμός προερχόμενος από το πρατήριο.
Την ίδια ως άνω χρονική στιγμή ο Γ. Κ., ο οποίος διέμενε στην περιοχή, ενδεδυμένος με σκουρόχρωμα ρούχα και κρατώντας επίσης σκουρόχρωμη ομπρέλα, επιστρέφοντας από το παρακείμενο επί του ρεύματος πορείας προς Ιωάννινα φαρμακείο, προτιθέμενος να διέλθει στην απέναντι πλευρά της οδού και επειδή δεν υπήρχε πλησίον του σημείου εκείνου διάβαση πεζών παρά μόνο σε απόσταση 300 μέτρων από το σημείο, κινήθηκε πεζός στο ύψος του πρατηρίου υγρών καυσίμων, όπου υπήρχε περισσότερος φωτισμός και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του παραπάνω οχήματος, χωρίς, όμως, να αναμείνει τη διέλευση του αυτοκινήτου που ερχόταν από τα Ιωάννινα, πιστεύοντας ότι θα προλάβει να διασχίσει την οδό.
Τη στιγμή εκείνη όμως και ο οδηγός του αυτοκινήτου - πρώτος εναγόμενος, κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε το όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό, ο οποίος, αφού είχε διασχίσει το αντίθετο (προς Ιωάννινα) ρεύμα πορείας, κινούνταν πλέον εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου και σε απόσταση μισού περίπου μέτρου από το ασφάλτινο έρεισμα της οδού και παρά την τροχοπέδηση του οχήματος και τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά που διενήργησε, δεν μπόρεσε, λόγω της μικρής απόστασης από αυτόν (περί τα είκοσι μέτρα), να ακινητοποιήσει το όχημά του και επέπεσε επ' αυτού (πεζού) με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του (εμπρόσθιο καπό, εμπρόσθιο δεξιό φτερό, εμπρόσθιο δεξιό φανάρι και προφυλακτήρα), ο οποίος αφού εκτινάχθηκε στον αέρα, χωρίς να έρθει σε επαφή με το παρμπρίζ, παρά μόνο με το καπό του αυτοκινήτου, παρασύρθηκε από αυτό σε απόσταση 25 μέτρων περίπου και ακολούθως επέπεσε στο οδόστρωμα με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του.
Ειδικότερα αυτός υπέστη βαρειές κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, σπονδυλικής στήλης και λεκάνης, από τις οποίες βλάβες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του... Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του οικείου των εναγόντων οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των εμπλακέντων σε αυτό προσώπων (οδηγού του αυτοκινήτου και πεζού) του ποσοστού αμελείας του καθενός προσδιοριζομένου σε 60% για τον οδηγό του αυτοκινήτου και σε ποσοστό 40% για τον πεζό.
Συγκεκριμένα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του την επιμέλεια που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός, και δη δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή ατυχήματος και δεν μείωσε την αυξημένη ταχύτητα των 65 χιλιομέτρων ανά ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενόψει των περιστάσεων (κατοικημένη περιοχή, περιορισμένη ορατότητα λόγω βροχής, νύκτας και μη επαρκούς φωτισμού).
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό παρά μόνο όταν βρισκόταν σε απόσταση είκοσι (20) περίπου μέτρων από αυτόν και έτσι να επιχειρήσει καθυστερημένα την πέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό που για το λόγο αυτόν δεν ήταν αποτελεσματικός, αφού δεν μπόρεσε τελικά να ακινητοποιήσει έγκαιρα το αυτοκίνητό του και να παρασύρει τον πεζό τη στιγμή μάλιστα που αυτός είχε διανύσει, κατά τα ανωτέρω, το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 3, 20 του ΚΟΚ).
Αλλά και ο θανών βαρύνεται με αμέλεια, αφού δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός πεζός και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ως άνω εθνική οδό, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων στην οδό, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να διέλθει με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, ενόψει μάλιστα ότι στο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να λάβει υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ότι δηλαδή ήταν νύκτα με βροχή, ο φωτισμός δεν ήταν επαρκής και ότι λόγω του ότι φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα, δεν μπορούσε να γίνει ευχερώς και εγκαίρως αντιληπτός από τους οδηγούς των διερχομένων αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να μην εκτιμήσει ορθά την απόσταση του αυτοκινήτου και την ταχύτητά του, να παρεμβληθεί στην πορεία του (αυτοκινήτου) και να προκληθεί έτσι ο θανάσιμος τραυματισμός του (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ).
Από τα ίδια ως άνω στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, η οποία επηρέασε την ικανότητά του να αντιληφθεί το χώρο και τη δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης της εθνικής οδού. Από τις υπ' αριθμ. πρωτ. ... εκθέσεις τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων προκύπτει ότι κατόπιν δύο εξετάσεων δείγματος από το αίμα του θανόντος που λήφθηκε μετά το ως άνω τροχαίο ατύχημα, προέκυψε ότι η περιεκτικότητά του σε οινόπνευμα ανερχόταν σε 3,28 και 3,32 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, αντίστοιχα.
Ωστόσο οι μετρήσεις αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες καθώς το αίμα ελήφθη από τον θανόντα την επομένη ημέρα του θανάτου του χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες (μικρότερη ποσότητα ληφθέντος αίματος από την προβλεπόμενη στο νόμο, παράλειψη σύνταξης πρωτοκόλλου αιμοληψίας). Για το λόγο μάλιστα αυτό οι ως άνω σχετικές εκθέσεις κηρύχθηκαν άκυρες με το 75/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων.
Πέραν αυτού όμως και από τα υπόλοιπα στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας και ιδίως τις, κατά την προδικασία διερεύνησης ποινικού αδικήματος, ληφθείσες ένορκες καταθέσεις μαρτύρων δεν προέκυψε ότι η κατάσταση του παθόντος και ο τρόπος που κινούνταν ήταν τέτοιοι, ώστε να μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι τελούσε αυτός σε κατάσταση μέθης και επηρεάσθηκε από αυτήν την αιτία η ικανότητά του να διασχίσει με ασφάλεια την εθνική οδό.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά του σχετίζεται, όπως προαναφέρθηκε, με έλλειψη της δέουσας προσοχής υπό τις συγκεκριμένες δυσμενείς καιρικές κυρίως συνθήκες που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκδήλωσής της. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των οικείων του θανόντος ότι το παραπάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και ότι παρέσυρε τον θανόντα, ενώ αυτός βρισκόταν στο έρεισμα της οδού, όπου και έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από ουσιαστική άποψη.
Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημα του πρώτου εναγομένου υπερέβαινε μεν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όχι όμως αυτό των 65 χιλιομέτρων ανά ώρα, όπως τούτο συνάγεται από την συγκριτική επισκόπηση της από 19-3-2013 έκθεσης του μηχανολόγου μηχανικού Δ. Μ. που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της πρώτης ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα του αυτοκινήτου προσδιορίζεται σε 80 χιλιόμετρα ανά ώρα πριν από τη σύγκρουση και την από 8-7-2013 έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Σ.
Α., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα του αυτοκινήτου προσδιορίζεται σε 48 χιλιόμετρα ανά ώρα πριν από τη σύγκρουση. Επίσης και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο θανών κατέβηκε αιφνίδια στο οδόστρωμα από τη δεξιά πλευρά της οδού σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και τη στιγμή που αυτό βρισκόταν σε απόσταση δύο περίπου μέτρων, δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν.
Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, η παράσυρση του πεζού έγινε κατά τη στιγμή που αυτός είχε διασχίσει το ένα ρεύμα πορείας προς Ιωάννινα και το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου και συνεπώς ο οδηγός του θα έπρεπε να τον αντιληφθεί από τη στιγμή που εισήλθε στο οδόστρωμα, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εθνική οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία περί τα 800 περίπου μέτρα.
Με βάση τα παραπάνω ο συνιστών άρνηση ισχυρισμός των εναγομένων ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο θανών, πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) που οι εναγόμενοι πρότειναν (επικουρικά) παραδεκτά πρωτοδίκως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα παραπάνω...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων έκρινε συνυπαίτιους του ατυχήματος, τον μεν οδηγό του αυτοκινήτου, πρώτο αναιρεσείοντα, σε ποσοστό 60%, τον δε θανόντα πεζό σε ποσοστό 40%, απέρριψε την από 12-12-2015 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 584/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει συνυπαίτιους τον οδηγό του αυτοκινήτου σε ποσοστό 30% και τον θανόντα πεζό σε ποσοστό 70% τον οδηγό του οχήματος - πρώτο αναιρεσείοντα, έκανε δεκτή την από 20-5-2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 10-5-2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα των συνθηκών του ατυχήματος, της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτού και της πρόκλησης του ατυχήματος, της επίσης αμελούς συμπεριφοράς του πεζού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και της πρόκλησης του ατυχήματος, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό και στην παραπάνω νομική σκέψη μνημονευομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, όπως και εκείνων των διατάξεων των άρθρων του ΚΟΚ 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, όσον αφορά τον οδηγό, και 38 παρ. 4, όσον αφορά τον πεζό.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η ταχύτητα που είχε αναπτύξει το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα όχημα κατά τον πριν την παράσυρση του πεζού χρόνο, η απόσταση που είχε διανύσει ο πεζός, διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα της οδού, και το σημείο της οδού που βρισκόταν όταν παρασύρθηκε από το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντα, η απόσταση από την οποία ο εν λόγω οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι και οι δύο (οδηγός και πεζός) είναι συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος.
Η αποδιδόμενη, με το πρώτο τμήμα του λόγου αναίρεσης, αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι από το ένα μέρος θεωρεί ότι η έλλειψη προσοχής του πρώτου αναιρεσείοντα και τα άλλα στοιχεία της οδηγικής συμπεριφοράς τον οδήγησαν να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό, από το άλλο μέρος δέχεται ότι η όλη κίνηση του θανόντα πεζού εκτός διάβασης, στις συνθήκες που επικρατούσαν και με τη δεδομένη ενδυμασία του δεν επέτρεπε να γίνει έγκαιρα αντιληπτός από τους οδηγούς των διερχομένων αυτοκινήτων, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίνονται συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος και οι δύο εμπλακέντες σε αυτό και με τις παραπάνω παραδοχές αιτιολογείται ξεχωριστά η αμέλεια που επέδειξε καθένας από αυτούς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του καθενός και της επέλευσης του ατυχήματος.
Περαιτέρω την υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, το Εφετείο αποδίδει και στην αυξημένη για τις συνθήκες που επικρατούσαν ταχύτητα στην παραπάνω οδό, που ήταν μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, και την οποία ανελέγκτως προσδιορίζει σε 65 χ/ω, μετά από τη συγκριτική επισκόπηση των αντίθετων εκθέσεων που συνέταξαν οι μηχανολόγοι Δ.
Μ. και Σ. Α., μετά από παραγγελία της α' ενάγουσας και της β' εναγομένης, αντίστοιχα, δεχόμενο ότι αν εκινείτο με ταχύτητα σύμφωνη με τις επικρατούσες συνθήκες και πάντως όχι μεγαλύτερη από εκείνη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου, θα μπορούσε να δει έγκαιρα τον πεζό και να ακινητοποιήσει το όχημά του, αποφεύγοντας την παράσυρση αυτού, δεν ήταν δε ανάγκη να αναφερθούν στην πληττόμενη απόφαση και άλλα στοιχεία προσδιοριστικά της ταχύτητας των 65 χ/ω, ενώ η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το όχημα του α' αναιρεσείοντος εκινείτο με την ως άνω ταχύτητα των 65 χ/ω και όχι με εκείνη των 80 χ/ω, όπως ισχυρίζονταν οι οικείοι του θανόντος, είναι σαφής και ουδεμία αντιφατικότητα περιέχει, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, το δεύτερο τμήμα του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με την ταχύτητα των 65 χ/ω που δέχεται η προσβαλλόμενη ότι είχε αναπτύξει ο πρώτος αναιρεσείων, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Τέλος, τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, που επηρέασε την ικανότητά του να αντιληφθεί το χώρο και τη δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης της εθνικής οδού, απέρριψε το Εφετείο με την παρατιθέμενη ως άνω αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και χωρίς αντιφάσεις, καθόσον αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι οι αναφερόμενες μετρήσεις δεν είναι αξιόπιστες, καθώς το αίμα ελήφθη από τον θανόντα την επομένη ημέρα του θανάτου και κατά τη λήψη του αίματος δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες (λήψη μικρότερης ποσότητας αίματος από την προβλεπόμενη από το νόμο και παράλειψη σύνταξης πρωτοκόλλου αιμοληψίας), ενώ, δέχεται, ότι και από τα λοιπά στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προκύπτει ότι ο θανών τελούσε σε κατάσταση μέθης, και ότι η ως άνω συμπεριφορά του σχετίζεται με έλλειψη της δέουσας προσοχής υπό τις συγκεκριμένες δυσμενείς καιρικές συνθήκες που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκδήλωσής της.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο τμήμα του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο θανών τελούσε σε κατάσταση μέθης, είναι αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2017 (αριθμ. εκθεσης 53/2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 222/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ