Legislator Case Law & Legislation
464/2016 AI generated

464/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 464/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 464 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

464/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 464 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
expulsion despite health conditions physician license revocation physician right refusal of dental care coverage unfit notwithstanding health condition health insurance exemption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 464/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αρχικώς, 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ατσαβέ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" ως καθολικού διαδόχου του ενταχθέντος κλάδου υγείας σε εντός του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Στάθη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η ΔΥΠΕ Αττικής" (οιονεί εν μέρει καθολικού διαδόχου δυνάμει του ν. 4238/2014 του ν.π.δ.δ, ΕΟΠΠΥ) ως προς τους 4η και 29ο των αναιρεσιβλήτων, (και ο οποίος ΕΟΠΠΥ με την σειρά του είναι δυνάμει του ν. 3918/2011 διάδοχος του ν.π.δ.δ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. 4. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "6η ΔΥΠΕ Αττικής" (οιονεί εν μέρει καθολικού διαδόχου δυνάμει του ν. 4238/2014 του ν.π.δ.δ, ΕΟΠΠΥ ως προς τους 1ο και 14η των αναιρεσιβλήτων, και ο οποίος ΕΟΠΠΥ με την σειρά του είναι δυνάμει του ν. 3918/2011 διάδοχος του ν.π.δ.δ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α.Α. του Η. 2) Α. Α. του Ι., 3) Σ. Α. του Π., 4)

Ι. Β. του Δ., 5) Ε. - Μ. Β. του Μ., 6) Ι. Β. του Γ., 7) Χ. Γ. του Δ., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. 8)

Ι. Γ. του Π., 9) Β. Δ. του Κ., 10) Σ. Ζ. του Θ., 11) Γ. Ζ. του Π., 12) Κ. Ζ. του Μ., 13) Ν. Θ. του Α., 14) Ε. Ι. του Α., 15) Θ. Κ. του Π., 16) Δ. Κ. του Α., 17) Π. Κ. του Γ., 18) Α. Κ. του Π., 19) Σ. Κ. του Χ., 20) Β. Κ. του Α., 21) Γ. Κ. του Γ., 22)

Ι. Κ. του Π., 23) Γ. Λ. του Λ., 24) Θ. Λ. του Π., 25) Μ. Μ. του Π., 26)

Γ. Μ. του Α., 27) Δ. Μ. του Β., 28) Η. Μ. του Δ., 29) Κ. Μ. του Σ., 30)

Γ. Μ. του Ι., 31) Π. Μ. του Χ., 32) Χ. Μ. του Γ., 33) Σ. Μ. του Π., 34)

Π. Ν. του Δ., 35) Γ. Π. του Ι., 36) Μ. Π. του Α., 37) Π. Π. του Α., 38) Α. Π. του Ν., 39) Κ. Τ. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. 40) Δ. Τ. του Ν., 41) Γ. Τ. Α., 42) Χ. Τ. του Ε., 43) Σ. Φ. του Ν., 44) Α. Χ. του Μ., 45) Γ. Χ. του Ν. και 46) Γ. Ψ. του Π., απάντων κατοίκων Νομού Μεσσηνίας και συμβασιούχων υπαλλήλων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πετρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 35/24-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκε η απόφαση 19/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και η 73/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αρχικώς αναιρεσείον με την από 23-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 23-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση παραδεκτά απευθύνεται κατ’ εκείνων μόνο των διαδίκων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, κατ’ εκείνων δηλαδή έναντι των οποίων ηττήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Καλαμάτας με την 19/2009 απόφαση δικάζοντας επί της 35/24-12-2007 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος ερήμην των 7ης και 39ου εξ αυτών, αντιμωλία δε των λοιπών εναγόντων, απέρριψε την αγωγή ως προς τους ως άνω απολιπόμενους ενάγοντες ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά την κύρια βάση της ως προς τους λοιπούς.

Ακολούθως, επί της ασκηθείσης από το εναγόμενο εφέσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος ως προς την 7η και τον 39ο των εφεσιβλήτων και κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της 7ης και του 39ου των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς άσκηση αυτής, αφού έναντι αυτών δεν ηττήθηκε το αναιρεσείον (αρθ.68, 558 και 566 ΚΠολΔ) με την προσβαλλόμενη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....".

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 13/2003,Ολ.ΑΠ 9/2004, 28/1992). Εξ άλλου, με τον ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Αν και, με ρητή διάταξη του νόμου αυτού (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ’ του ν. 2470/1997), εξαιρέθηκαν από τις μισθολογικές ρυθμίσεις, που ο εν λόγω νόμος επέφερε, οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτός, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργηση του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής" , στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας), περίθαλψη σύντομα η χορήγηση του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών. Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α’ του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 587), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του όρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β’ 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολο τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ’ ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ’ ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993. Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α’ της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ") που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ). Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν.2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ’ ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ’ ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 832/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β’ , σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2470/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 832/2015). Εξ άλλου, με το άρθρο 17 §§ 1 και 2 ν. 3918/ 2011 (ΦΕΚ Α’ 31/2.3.2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με άρθ. 72 § 2 ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α’ 150/27. 6.2011, 10 § 1 και 13 § 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α’ 41/1.3.2012) συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του 6 μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου (Ν. 3918/2011) στον Οργανισμό δε αυτόν (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αναιρεσείοντος) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λπ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 23 § 1B α και β του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του νόμου αυτού, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ’ άρθ. 26 § 1 και 9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72 § 21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α’ 150/27.6. 2011), το ιατρικό... και λοιπό προσωπικό που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσονται στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξης τους σε αυτόν βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής υπουργικής απόφασης. Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το Υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κ.λπ. μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ κ.λπ. Σε εκτέλεση και κατ’ εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β’ 3010/29-12-2011) από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ,, που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 3 ΠΔ 266/1989 (όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του ΠΔ 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Τέλος, με το άρθ. 29 § 1 του ως άνω ν. 3918/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατ’ άρθ. 33 § 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων και της προσβαλλόμενης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την αγωγή, επί της οποίας η προσβαλλόμενη, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία: "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ιατροί, ασκούντες τα ανάλογα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι λόγω της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.α’ του ν.2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.5 περ.α’ του ν.3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο ζήτησαν, κατά την κύρια βάση, όπως κατ’ εφαρμογήν της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (αρθ.4 παρ.1 και 22 παρ. 1β) επικουρικά δε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ λόγω παράνομης παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους είχε ανατεθεί να επεκτείνουν την εφαρμογή του νοσοκομειακού επιδόματος και σ’ αυτους, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να τους καταβάλει για το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ.7 ν.2470/1997, το ποσό των 176€ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2007 με τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή διαχωρισμούς, και συνολικά τα λεπτομερώς αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά, νομιμότοκα. To πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Καλαμάτας), με την 19/2009 απόφασή του, απέρριψε κατά τα ρηθέντα την αγωγή ως προς τους έβδομη και τριακοστό ένατο ενάγοντες ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ενώ δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως, του εναγομένου, με την προσβαλλόμενη, μετά από εκτίμησή των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: "Οι εφεσίβλητοι (εκτός των υπ’ αριθ.7 και 39 εξ αυτών, ως προς τους οποίους η αγωγή απορρίφθηκε επειδή δεν αποδείχθηκε ότι υπηρέτησαν στο εκκαλούν)...είναι συμβασιούχοι γιατροί, υπηρετούντες στο εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Περιφερειακό Υποκατάστημα Καλαμάτας) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προ της 1-1-2003 και μέχρι την 31-12-2007, πλην των υπ’ αριθ.15, 26 και 36 των εφεσιβλήτων, οι οποίοι υπηρετούν σε αυτό αντίστοιχα από 11-2-2003 από 18-9-2003 και από 9-2-2004. Ακόμη αποδείχθηκε συνομολογούντων των διαδίκων ότι οι εφεσίβλητοι δεν έλαβαν από το εκκαλούν το ανωτέρω "νοσοκομειακό" επίδομα. Οι υπ’ αριθμ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 37, 38, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46 των εφεσίβλητων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2007, 176,00 ευρώ μηνιαίως επί 60 μήνες=10.560,00 ευρώ, και α) η υπ’ αριθμ. 15 για. το χρονικό διάστημα από 11-02-2003 έως 31-12-2007, 176,00 ευρώ μηνιαίως επί 59 μήνες=10.384,00 ευρώ, β) ο υπ’ αριθμ. 26 για το χρονικό διάστημα από 18-09-2003 έως 31-12-2007, 176,00 ευρώ μηνιαίως επί 52 μήνες=9.152,00 και γ) ο υπ’ αριθμ.36 για το χρονικό διάστημα από 09-02-2004 έως 31-12-2007, 176,00 ευρώ μηνιαίως επί 47 μήνες=8.272,00 ευρώ. Το εκκαλούν αρνείται να καταβάλει στους εφεσίβλητους το επίδομα αυτό, ισχυριζόμενο με τη κρινόμενη έφεση του και με τις προτάσεις του, ότι δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος είναι όσοι εργάζονται με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε νοσηλευτική μονάδα, όπου παρέχεται νοσηλευτικό έργο ολόκληρο το 24ωρο και στο οποίο παραμένουν ασθενείς για νοσηλεία, ήτοι σε μονάδα κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης, και συνεπώς οι εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται να λάβουν το νοσοκομειακό επίδομα, αφού εργάζονται σε Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ. στην οποία παρέχεται πρωτοβάθμια περίθαλψη και οι ασθενείς δεν παραμένουν σε αυτή για νοσηλεία. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το νοσοκομειακό επίδομα χορηγείται όχι μόνο στο προσωπικό των νοσοκομείων, ήτοι μονάδων κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά και στο προσωπικό των μονάδων του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ. (δηλαδή μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης), καθώς και στους υπηρετούντες στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ν.π.δ.δ. του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τα όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη, οι γιατροί οι υπηρετούντες με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, ασκούν όμοια καθήκοντα και τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας κατά την παροχή της εργασίας τους, με τους γιατρούς που υπηρετούν σε άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το ΕΚΑΒ, τα Κέντρα Υγείας και τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., καθώς και με εκείνους που υπηρετούν στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ν.π.δ.δ. του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε., που λαμβάνουν το επίδομα αυτό, κρίνει ότι η μη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος που προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, και για τους υπηρετούντες στις μονάδες αυτές (ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας κ.λπ.) στους εφεσίβλητους οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας, προσφέροντας υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους της μονάδας αυτής και με τις παραπάνω ειδικότητες τους, αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για τους εφεσίβλητους γιατρούς των Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, δυσμενή διάκριση επί καταστάσεως ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω καταλαμβανόμενες από τις παραπάνω διατάξεις, περιπτώσεις, μη δικαιολογούμενη εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος...". Με βάση τα ανωτέρω κατέληξε ότι: "Οι εφεσίβλητοι (Σημείωση: πλήν της έβδομης και τριακοστού ένατου κατά τα ρηθέντα) δικαιούνται, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να λάβουν το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ.7 του Ν.2470/1997 και από 18-2-2004 του άρθρου 8 παρ.5 του Ν.3205/2003" απέρριψε δε κατ’ ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές κατά τα προαναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσίβλητων ιατρών (ως προς τους οποίους παραδεκτά ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση) και οι οποίοι υπηρετούσαν στις μονάδες Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση του αρχικώς εναγομένου, εκκαλούντος και αναιρεσείοντος Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης και των γενόμενων, κατά τη διάρκεια της αναιρετικής δίκης, κατά περίπτωση, καθολικών διαδοχών αυτού, αναφερομένων και παρισταμένων συλλήβδην ως αναιρεσειόντων, όπως διευκρινίζεται στις προτάσεις τους, να απορριφθεί και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη κατ’ αρθ.179 εδαφ. τελευταίο σε συνδυασμό με το άρθρο 183 εδαφ. τελευταίο ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 23/11/2011 αίτηση για αναίρεση της 73/2011 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ως προς τους αναιρεσίβλητους 7η και 39ο .

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ