464/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated464/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας καθώς και παν εν γένει πρόσωπον το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως Βιομηχανικός, Βιοτεχνικός, Μεταλλευτικός ή Γεωργικός εργάτης ή βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας". Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του β.δ.
Full text
Απόφαση 464 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 361/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 279/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά το άρθ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια του άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου (χωρίς, σημειώνεται, να προσαπαιτείται και η συνδρομή των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος).
Σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι καταρχήν σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση και εάν αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.
Προϋπόθεση επίσης για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη.
Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιονδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή ν` αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με την ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται την παραίτηση του υπαλλήλου και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεσή του σ` αυτήν, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Κατά το β' εδάφιο του αυτού ως άνω άρθ. 8 ν. 3198/1955, όπως προστέθηκε με το άρθ. 8 § 4 ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθ. 5 § 1 ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ν' αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρούν, είτε ν' απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικά το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη.
Για την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 κ.λπ. εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. (Β) Σύμφωνα με το άρθ. 10 του κ.ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 2655/1953 "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοια του παρόντος Νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας καθώς και παν εν γένει πρόσωπον το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως Βιομηχανικός, Βιοτεχνικός, Μεταλλευτικός ή Γεωργικός εργάτης ή βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας". Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του β.δ.
από 16/18-7-1920 τα στοιχεία που διακρίνουν τον ιδιωτικό υπάλληλο από τον απλό εργάτη (του οποίου η παροχή εργασίας συνίσταται στην καταβολή σωματικής ενέργειας) είναι η εξιδιασμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδίως η επίδειξη πρωτοβουλίας και η ανάληψη ευθύνης στην εκτέλεση της εργασίας, από την ανάπτυξη των οποίων προκύπτει ότι το πνευματικό στοιχείο υπερέχει του σωματικού στην εργασία.
Σε κάθε περίπτωση η διάκριση του μισθωτού ως υπαλλήλου ή εργάτη εξαρτάται από το είδος της παρεχομένης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στην σύμβαση χαρακτηρισμό ή τον τρόπο αμοιβής του. Ως προς το ανώτατο όριο της (οποιασδήποτε) οφειλομένης αποζημίωσης, με το άρθ. 2 § 2 α.ν 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα κ.λπ., η από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ., το όριο δε αυτό αυξήθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 207/1974 σε 600.000 δρχ., με το άρθ. 24 ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το άρθ. 24 ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δρχ., με το άρθ. 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ.
και σε 15.000 ευρώ με το άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003, ενώ με το άρθ. 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλομένης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κ.λπ. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθ. 9 § 1 ν. 1232/1982, 1 § 6ε ν. 1256/1982 και 51 ν. 1892/1990, δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα και κατά συνέπεια εργαζόμενος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθ. 8 ν. 3198/1955 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθ. 2 §§ 2 και 3 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ 618/1970, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν (ΟλΑΠ 1/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ιωαννίνων κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" και αντέφεσης (με τις προτάσεις) της τώρα αναιρεσίβλητης, επί αγωγής της τελευταίας, υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας αποζημίωσης λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής της μετά την συμπλήρωση 25ετούς συνεχούς υπηρεσίας, με την προσβαλλομένη 279/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα προσλήφθηκε την 6-10-1980 από την αναιρεσείουσα εναγομένη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εργάσθηκε έκτοτε σ' αυτήν ως καθαρίστρια ενταγμένη στο μόνιμο προσωπικό της, η σύμβαση δε αυτή ήταν ορισμένου χρόνου, αφού κατά το άρθ. 19 του συμβατική ισχύ έχοντος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης των υπαλλήλων της εναγομένης το μόνιμο προσωπικό της αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία με την συμπλήρωση του 60ου έτους ηλικίας, ότι η ενάγουσα εργάσθηκε στην εναγομένη Τράπεζα συνεχώς μέχρι την 7-11-2007 (πρόδηλη παραδρομή, προφανώς:
την 7-11-2005), όταν παραιτήθηκε απ' αυτήν με την συγκατάθεση της εναγομένης, η οποία με την 1025/11-11-2005 πράξη του Διοικητή της αποδέχθηκε την δήλωση παραίτησής της και την διέγραψε έκτοτε από την δύναμη του προσωπικού της, ότι σε κάθε περίπτωση η συγκατάθεση της εναγομένης στην οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας λογίζεται ότι έχει παρασχεθεί εκ των προτέρων σύμφωνα με το άρθ. 18 § 3 του Κανονισμού που προβλέπει την υποχρεωτική αποδοχή της παραίτησης εντός μηνός από την υποβολή της, ενώ εξάλλου με τον ως άνω Κανονισμό έχει αναγνωρισθεί στον εργαζόμενο και στην εργοδότρια Τράπεζα το δικαίωμα να λύουν την σύμβαση με αναιτιώδη παραίτηση του υπαλλήλου και αποδοχή της απ' αυτήν πριν από την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου και κατά συνέπεια η σύμβαση εργασίας ως τελούσα υπό διαλυτική αίρεση, αν πληρωθεί η αίρεση αυτή, καθίσταται αορίστου χρόνου, ότι λυθείσης πρόωρα της σύμβασης αυτής με την παραίτηση της ενάγουσας, πριν την συμπλήρωση την 31-12-2005 του ορίου ηλικίας που επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, πληρώθηκε η ως άνω αίρεση και η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου, ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο της παραίτησής της είχε συμπληρώσει 15ετή και πλέον συνεχή υπηρεσία στην εναγομένη και είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεδομένου ότι υπαγόταν στον Γενικό Κανονισμό Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, είχε ασφαλισθεί στα ταμεία των υπαλλήλων της, έστω και αν παρείχε εργασία καθαρίστριας, η παραίτηση δε αυτής και η αποδοχή της από την εναγομένη έγιναν με βάση τις διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, ότι με βάση τα παραπάνω συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθ. 8 § 1 εδ.
α' ν. 3198/1955 προϋποθέσεις και η ενάγουσα εδικαιούτο να λάβει αποζημίωση σύμφωνα με την διάταξη αυτή, χωρίς τους περιορισμούς των άρθ. 2 § 2 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970, αφού η εναγομένη δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα, ότι ο μισθός της ενάγουσας κατά τον χρόνο της αποχώρησής της ανερχόταν σε 1.427,46 ευρώ μηνιαίως και κατά συνέπεια δικαιούται ως αποζημίωση λόγω της πρόωρης παραίτησής της το 50% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 που ανέρχεται σε 17.486,38 ευρώ, μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ήδη για την αιτία αυτή ποσού των 15.000 ευρώ η εναγομένη της οφείλει ως υπόλοιπο αποζημίωσης το ποσό των 2.486,38 ευρώ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης και της αντέφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (1) δεχθέν ότι η αναιρεσίβλητη είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και υπολογίζοντας στην συνέχεια την αποζημίωσή της με βάση την ιδιότητα αυτήν, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 1 ν.δ. 2655/1953, με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθ. 10 του κ.ν. 3514/1938, αφού τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφασή του περιστατικά και δη η πρόσληψη της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και η απασχόλησή της έκτοτε και μέχρι την κατά τα ως άνω αποχώρησή της με την ιδιότητα της καθαρίστριας δεν προσήκουν σε υπάλληλο αλλά σε εργάτη, κατά την προαναφερθείσα έννοια και διάκριση, με περαιτέρω συνέπεια διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της οφειλομένης αποζημίωσης (με βάση το β.δ από 16/18-7-1920), ο οποίος επηρεάζει και το ύψος της, ως εκ τούτου δε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (2) ορθά εφάρμοσε την διάταξη του εδ.
α' του άρθ. 8 ν. 3198/1955 ως προς την επιδίκαση του ημίσεως της οφειλομένης σε κάθε περίπτωση και οποιουδήποτε ύψους αποζημίωσης, αφού κατά τα γενόμενα δεκτά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της (συμπλήρωση συνεχούς 15ετούς υπηρεσίας, ύπαρξη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αποχώρηση της αναιρεσίβλητης με παραίτηση και συγκατάθεση της αναιρεσείουσας), και όχι του εδ.
β' του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η αποζημίωση των επικουρικά ασφαλισμένων ανέρχεται στο 40% της οφειλομένης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχεται παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη ήταν και επικουρικά ασφαλισμένη, ενώ εξάλλου ορθά δέχθηκε ότι η οφειλομένη (σε κάθε περίπτωση) στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση δεν υπόκειται στους περιορισμούς των άρθ. 2 §§ 2 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970 που ορθά δεν εφάρμοσε, ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Κατά συνέπεια μόνη η παραίτηση υπαλλήλου της ως άνω Τράπεζας λίγο πριν την υποχρεωτική αποχώρησή του λόγω της συμπλήρωσης του οριζομένου από τον Κανονισμό της ορίου ηλικίας, που έχει ως αποτέλεσμα την μετατροπή της άλλως (σε περίπτωση δηλ. μη παραίτησης αλλά παραμονής μέχρι την συμπλήρωση του ορίου αυτού) ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του, και μάλιστα εξ υπαρχής, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, προκειμένου να διεκδικήσει τη νόμιμη αποζημίωση για την πρόωρη αποχώρηση, και η στην συνέχεια άσκηση αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, χωρίς άλλα περιστατικά, δεν συνιστά κατάχρηση, αλλά χρήση νομίμου δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του καταγομένου σε δίκη με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική, καθόσον η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα αυτό πολύ μικρό διάστημα πριν συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας όριο ηλικίας, όταν και θα έληγε η διάρκεια της σύμβασής της και θ' αποχωρούσε αυτοδικαίως από την υπηρεσία της Τράπεζας, χωρίς να λάβει την αποζημίωση του άρθ. 8 ν. 3198/1955, δηλ.
προκειμένου να διεκδικήσει την αποζημίωση αυτή, την ένσταση δε αυτή από το άρθ. 281 ΑΚ η αναιρεσείουσα επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω ένσταση ήταν (νομικά) αβάσιμη και απορριπτέα, διότι τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά δεν καθιστούσαν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική, και απέρριψε στην συνέχεια γι' αυτό τον συναφή λόγο έφεσης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση (ακριβή προσδιορισμό του οφειλομένου για την ως άνω αιτία ποσού), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 1453/2010, 1600/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της που κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 2-12-2013, δηλ.
την παραμονή της μετ' αναβολή ορισθείσης συζήτησης της υπόθεσης, αλλά και με την αίτηση αναίρεσης, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτήν σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω απόφασης (χωρίς αίτημα, σημειωτέον, καταβολής και τόκων επί του ποσού αυτού).
Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι (α) με την 361/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για την παραπάνω αιτία το ποσό των 2.486,38 ευρώ, νομιμότοκα, καθώς και ποσό 350 ευρώ για δικαστική της δαπάνη για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, στην συνέχεια δε με την αναιρουμένη 279/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας (και η αντέφεση της αναιρεσίβλητης) κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, επομένως, επικυρωθείσα από το Εφετείο ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη εφετειακή απόφαση, και η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης για την δευτεροβάθμια δίκη ύψους 500 ευρώ (β) η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης, στην οποία ενσωματώθηκε και η πρωτόδικη, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη (1) ποσό 2.486,38 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο και 745,74 ευρώ για επ' αυτού τόκους (από 17-12-2008 απόδειξη με την υπογραφή της αναιρεσίβλητης) και (2) ποσό 850 ευρώ για επιδικασθείσα (συνολικά) δικαστική δαπάνη με τις ως άνω αποφάσεις (από 18-12-2008 απόδειξη υπογραφομένη από την αναιρεσίβλητη), συνολικά δηλ.
ποσό 4082,12 ευρώ, το οποίο πρέπει η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει κατά παραδοχή της αίτησης αυτής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 279/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ογδόντα δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (4082,12). Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ