464/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 464 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated464/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 464 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 464 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 και 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 1264/1982, διότι, η πρώτη δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, και από τη δεύτερη σαφώς, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. δ. της υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακής Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητή Χρήστου Καραντζά, αφού, με αυτήν, και την, εξ αιτίας της, καταβολή αποδοχών, με τη λήψη της επίδικης άδειας, διευκολύνεται η συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας των μελών του ΔΣ του αναιρεσίβλητου.
Αριθμός 464/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΣ Βιομηχανία Συσκευασιών ΑΕ", που εδρεύει στην Μαγούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ΝΠΙΔ (Σωματείου) με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΒΙΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2281/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί αναιρέσεως (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωμα "να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση". Στην προκειμένη υπόθεση, άσκησε, για πρώτη φορά, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσίβλητου, παρέμβαση η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ-(Γ.Σ.Ε.Ε)", με την από 3-1-2012 πρόσθετη παρέμβαση της, την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα (βλ. 4003/13-1-2012 έκθεση επιδόσεως του δικ. Επιμελητή ...) επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων μελών του αναιρεσίβλητου σωματείου, μέλους του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Βόλου" και του τελευταίου, μέλους της ίδιας.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης παρέσχε την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα διαιτησίας, που εκείνος κρίνει σκόπιμο, για τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Περαιτέρω, με το ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", καθιερώθηκε σύστημα επιλύσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας, με τη θέσπιση του θεσμού του μεσολαβητή (άρθρα 14, 15) και με την ανάθεση της διαιτησίας σε όργανα ενός Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (άρθρα 16, 17), που ο νόμος αυτός ίδρυσε. Ειδικότερα, ο ν. 1876/1990, αφού όρισε ότι, αν οι διαπραγματεύσεις των μερών αποτύχουν, αυτά μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες μεσολαβητή ή να προσφύγουν στη διαιτησία (άρθρο 14 παρ. 1) και ότι οι όροι και η διαδικασία της προσφυγής καθορίζονται με ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων ή με κοινή συμφωνία των μερών, ελλείψει δε αυτών, με τις διατάξεις του νόμου τούτου (άρθρο 14 παρ. 2), στη συνέχεια ορίζει ότι ιδρύεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, ο "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας" (ΟΜΕΔ), με έδρα την Αθήνα. Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι η διαδικασία της μεσολαβήσεως αρχίζει με αίτηση, που υποβάλλουν τα µέρη από κοινού ή χωριστά (άρθρο 15 παρ. 2), ότι ο μεσολαβητής επιλέγεται από ειδικό κατάλογο μεσολαβητών, επί ασυμφωνίας δε των µερών ορίζεται µε κλήρωση (άρθρο 15 παρ. 3), ότι αν τα µέρη δεν καταλήξουν σε συµφωνία για επίλυση της διαφοράς τους µέσα σε ορισμένη προθεσμία, ο μεσολαβητής µπορεί να υποβάλει δική του πρόταση, η οποία, αν µεν γίνει δεκτή και υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα µέρη, εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας, αν δε όχι, θεωρείται απορριφθείσα (άρθρο 15 παρ. 6). Τέλος, προβλέπεται ότι προσφυγή στη διαιτησία γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων, µε κοινή συµφωνία των µερών, είτε µονοµερώς από το ένα µέρος, όταν το άλλο αρνείται τη μεσολάβηση, είτε από τους εργαζοµένους, όταν αποδέχονται την πρόταση του μεσολαβητή, που απορρίπτει ο εργοδότης ή, κατ' εξαίρεση, σε ορισµένες περιπτώσεις (οργανισµών κοινής ωφελείας κ.λ.π.) και αντιστρόφως (άρθρο 16 παρ. 1), ότι ο διαιτητής όπως και ο μεσολαβητής (άρθρο 15 παρ. 3) επιλέγεται µε κοινή συµφωνία των µερών από ειδικό κατάλογο, άλλως µε κλήρωση (άρθρο 16 παρ. 4) και ότι η απόφασή του, που ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αιτήσεως για μεσολάβηση, εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας (άρθρο 16 παρ. 4). Από όλα τα παραπάνω προκύπτει µε σαφήνεια ότι οι μεσολαβητές και οι διαιτητές, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συνιστούν όργανα του ιδρυθέντος από τον ίδιο νόµο ΝΠΙΔ µε την επωνυµία "Οργανισµός Μεσολάβησης και Διαιτησίας", (ΟΜΕΔ), µε τον οποίο συνδέονται µε σύµβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και επομένως οι πράξεις του διαιτητή του ΟΜΕΔ (διαιτητικές αποφάσεις) δεν αποτελούν πράξεις διοικητικής αρχής και συνεπώς δικαιοδοσία για την κρίση του κύρους και της νοµιµότητας τους έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, διότι, µε την αμφισβήτηση της νοµιµότητας τους, προκαλούνται ιδιωτικές διαφορές, των οποίων η επίλυση ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο παραπάνω δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων από τα πολιτικά δικαστήρια µπορεί να έχει τη µορφή είτε παρεμπίπτοντος ελέγχου, στα πλαίσια, δηλαδή, µιας ατοµικής εργασιακής διαφοράς, είτε του απ' ευθείας ελέγχου µε την άσκηση θετικής ή αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, από εκείνον που έχει έννοµο συμφέρον. Η διαιτητική απόφαση δεν ελέγχεται για την ουσιαστική ορθότητά της ή για τη σκοπιμότητά της, αλλά ο έλεγχος αναφέρεται μόνον στις εξής περιπτώσεις α) αν ρυθμίζει θέματα, τα οποία δεν μπορούν κατά το νόμο να είναι αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων, β) αν δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και διαδικασία, που προβλέπει ο Ν. 1870/1990 για την έκδοσή της, γ) αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα με μονομερή (υπέρ των εργαζομένων) ή αμφιμερή ενέργεια και δ) αν φέρει άλλα τυπικά ελαττώματα ή ελλείψεις. Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν. 1876/1990 ορίζεται ότι: "1. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. 3. Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με αμφιμερή ενέργεια". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 1876/1990 και του άρθρου 3 του ΑΚ προκύπτει ότι η ως άνω γενική αρχή δεν εφαρμόζεται επί κανόνων αναγκαστικού δικαίου (δηµοσίας τάξεως) µε αµφιµερή ενέργεια, ήτοι νόµων που δεν µπορούν να αποκλειστούν µε τη βούληση των ενδιαφερομένων και που τείνουν κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών (Ολ. ΑΠ 20/2006, ΑΠ 673/2009). Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1264/1982, "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήµατος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζοµένων", "οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζοµένων", κατά την παρ. 4 του άρθρου 5 του ιδίου νόµου "απαγορεύεται να δέχονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εισφορές και ενισχύσεις από εργοδότες ή οργανώσεις τους καθώς και από κοµµατικούς οργανισµούς ή άλλες πολιτικές οργανώσεις. Από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρούνται παροχές του εργοδότη για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι σ' αυτόν, ή, εφόσον υπάρχουν περισσότερες, ισοµερώς σε όλες", κατά την παρ. 2 του άρθρου 14 "απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασµό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των εργαζοµένων και ιδιαίτερα: α) να ασκούν επιρροή στους εργαζοµένους για την ίδρυση ή µη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) να επιβάλλουν ή να παρεμποδίζουν µε οποιοδήποτε τρόπο ή µέσο την προσχώρηση εργαζοµένων σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση, γ) ν' απαιτούν από τους εργαζοµένους δήλωση συµµετοχής, µη συµµετοχής ή αποχώρησης από συνδικαλιστική οργάνωση, δ) να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση ή µε οικονοµικά ή µε άλλα µέσα, ε) να επεµβαίνουν µε οποιοδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στ) να μεταχειρίζονται µε ευµένεια ή δυσμένεια τους εργαζοµένους, ανάλογα µε τη συµµετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση", κατά τις παρ. 1, 2, 3, 4 του άρθρου 17 " 1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα µέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους 2. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει: α) ... β) .... γ) Στους Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων άδεια απουσίας έως 5 μέρες το μήνα αν τα μέλη τους είναι 500 και πάνω και ως τρεις μέρες αν είναι λιγότερα, δ .... 3. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε τριάντα (30) μέρες το χρόνο για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, αλλιώς του Προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων και στο 1/3 του αναφερόμενου στα εδάφια β' και γ' χρόνου προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, οργάνωση. 4. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση, εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο. Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους" και τέλος, κατά το άρθρο 18 του ιδίου νόμου, "1. Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15, 16, 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα. 2. Ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν με συμφωνία μισθωτών και εργοδοτών ή με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ή Διαιτητικές Αποφάσεις υπερισχύουν". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία είναι βιομηχανία παραγωγής κυτίων από χαρτί, εδρεύει στην Αθήνα και διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής στο Βόλο, ενώ το εναγόμενο σωματείο αποτελεί την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού του εργοστασίου της. Το τελευταίο, με την από 5-4-2005 αίτησή του προς τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ζήτησε να επιλυθεί συλλογική διαφορά εργασίας που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στο ως άνω εργοστάσιο. Επί της διαφοράς αυτής εκδόθηκε στην Αθήνα η υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακή Διαιτητική Απόφαση του επιλεγέντα, δια κληρώσεως, Διαιτητή Χρήστου Καρατζά, για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στην επιχείρηση της ενάγουσας και μεταξύ των όρων εργασίας και αμοιβής περιελήφθη και ο όρος του άρθρου 4 παρ. δ με τον οποίο ορίσθηκε ότι "στους εργαζομένους συνδικαλιστές και μέχρι τρεις που εκπροσωπούν το σύλλογο των εργαζομένων κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέας ΣΣΕ ή που συμμετέχουν στις διαδικασίες Μεσολαβήσεως και Διαιτησίας και απουσιάζουν από την εργασία τους για το λόγο αυτό σε συναντήσεις που πραγματοποιούνται εκτός Βόλου, καταβάλλονται οι αποδοχές των ημερών απουσίας τους και πάντως όχι περισσότερες από πέντε (5) κάθε χρόνο. Η συμμετοχή των παραπάνω εργαζομένων σε εργασίες σχετικές με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις αποδεικνύεται με βεβαίωση της αρμόδιας αρχής (ΣΣΕΠΕ, ΟΜΕΔ, Υπουργείο Εργασίας κλπ)". Η ενάγουσα ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αγωγής της, αλλά και με λόγους εφέσεως, ότι ο όρος αυτός αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4, 14 παρ. 2 περ. α, δ, ε, στ και 5 παρ. 1 και 4 του ν. 1264/1982, που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ενώ το εναγόμενο ισχυρίζεται, με τις προτάσεις του, ότι η ως άνω ρύθμιση είναι επιβεβλημένη για να μπορούν να μεταβαίνουν τα μέλη του στην Αθήνα, όπου εδρεύει η εναγόμενη και ο ΟΜΕΔ και να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και στη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας ενώπιον του ΟΜΕΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1876/1990 η συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ των οποίων και η επιχειρησιακή και συνακόλουθα και η διαιτητική απόφαση, μπορεί να ρυθμίζει, μεταξύ των άλλων και ζητήματα που αφορούν την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στην επιχείρηση και την παροχή συνδικαλιστικών διευκολύνσεων. Όπως προαναφέρθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1264/1982, ορίζεται ότι ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων, που είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων, για την άσκηση των καθηκόντων τους, θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση, εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο. Πλην όμως η διάταξη αυτή δεν είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού προβλέπεται με άλλες διατάξεις η καταβολή αποδοχών με τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας και πιο συγκεκριμένα α) στον ιδιωτικό τομέα, κατά τη διάρκεια συνδικαλιστικής αδείας, στα μέλη της διοικήσεως τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, στον πρόεδρο εργατικού κέντρου κλπ. (άρθρο 6 του ν. 2224/1994) και β) στο δημόσιο τομέα και ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρα 30 παρ. 1 του ν. 1264/1982,22 παρ. 5 του v. 1400/1983, 14 ν. 2085/1992 και 6 του ν. 2224/1994). Εξάλλου και από το άρθρο 18 του ν. 1264/1982 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ιδίου νόµου δεν είναι αναγκαστικού δικαίου διάταξη, καθότι µε αυτό ορίζεται, µεταξύ των άλλων, ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώµατα και υπερισχύουν αυτών ρυθµίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωµάτων αυτών, που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν µε συµφωνία µισθωτών και εργοδοτών ή µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Εποµένως, καταλήγει το Εφετείο, η εκκαλουµένη απόφαση, που έκρινε ότι η ως άνω ρύθµιση του άρθρου 4 περ. δ της υπ' αριθ. 27/2005 διαιτητικής απόφασης, ως ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους από τη ρύθµιση του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1264/1982, είναι έγκυρη και υπερισχύει αυτής δεν έσφαλε. Περαιτέρω η ως άνω ρύθµιση δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 14 παρ. 2 του ν. 1264/1982, βάσει των οποίων απαγορεύεται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να δέχονται εισφορές και ενισχύσεις από εργοδότες και να προβαίνουν σε πράξεις που κατατείνουν σε παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των εργαζοµένων, καθότι η προβλεπόμενη µε αυτή αµοιβή, για τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας για τρία (3) µέλη του εφεσίβλητου σωµατείου έως πέντε (5) ηµέρες το χρόνο, προς άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώµατος της διαπραγμάτευσης µε την εκκαλούσα για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης ή αίτησης για διαμεσολάβηση ή προσφυγής στη διαιτησία, σε περίπτωση διαφωνίας µε την εκκαλούσα, και µάλιστα για τη µετάβαση εκτός της έδρας του τόπου εργασίας αυτών, δεν συνιστά αυτή (αµοιβή) υποστήριξη της συνδικαλιστικής οργάνωσης µε οικονοµικά µέτρα ή παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των µελών της. Αντίθετα, η καταβολή των αποδοχών των τριών (3) µελών του διοικητικού συμβουλίου του εφεσίβλητου σωµατείου και έως πέντε (5) ηµέρες το έτος, για την µετάβασή τους από το Βόλο στην Αθήνα (όπου εδρεύει η εκκαλούσα αλλά και ο ΟΜΕΔ), συνιστά διευκόλυνση της συµµετοχής και της άσκησης του συνδικαλιστικού αυτού δικαιώµατος. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ότι, µε τις διατάξεις των νόµων που προαναφέρθηκαν (ν. 2224/1994 κλπ), καταβάλλονται από τους εργοδότες οι αποδοχές για τη λήψη συνδικαλιστικών αδειών σε µέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων τόσο του ιδιωτικού όσο και του δηµόσιου τοµέα. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 2281/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 του Ν.1264/1982 και 18 παρ. 1 και 2 του Ν.1264/1982 διότι : Α) Η πρώτη διάταξη δεν είναι πράγματι αναγκαστικού δικαίου, ήτοι νόµου, που δεν µπορεί να αποκλειστεί µε τη βούληση των ενδιαφερομένων, αφού δεν τείνει κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών, δοθέντος ότι, η καταβολή αποδοχών με τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας προβλέπεται και με άλλες διατάξεις, 1) στον ιδιωτικό τομέα, κατά τη διάρκεια συνδικαλιστικής αδείας, στα μέλη της διοικήσεως τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, και 2) στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και Β) από τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1264/1982 στην οποία, µεταξύ των άλλων, ορίζεται, ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώµατα και υπερισχύουν αυτών ρυθµίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωµάτων αυτών, που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν µε συµφωνία µισθωτών και εργοδοτών ή µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, στα οποία (συνδικαλιστικά δικαιώματα), προδήλως, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις, σαφώς, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. δ. της υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακής Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητή Χρήστου Καρατζά, για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αφού, με αυτήν, και την, εξ αιτίας της, καταβολή αποδοχών, με τη λήψη της επίδικης άδειας, διευκολύνεται η συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας των μελών του ΔΣ του αναιρεσίβλητου. Εξάλλου, από την αντιπαραβολή των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων, προκύπτει ότι αυτές δεν συγκρούονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Επομένως, οι, ενιαίως, κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβάσης, λόγω της ήττας της (άρθρ.182, 193 και 176 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, διότι δεν υποβλήθηκε από αυτό αίτημα, καθόσον δεν κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 3-3-2011 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΒΙΣ Βιομηχανία Συσκευασιών ΑΕ", για αναίρεση της 249/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβάσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ