464/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2793/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 731/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του και των από 25 Οκτωβρίου 2007 προσθέτων επ' αυτής λόγων.
Legislator headnote
AI generated464/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το προσκομιζόμενο σε κεκυρωμένο αντίγραφο, ως άνω πινάκιο και την εκκαλούμενη απόφαση)". Κατ' ακολουθίαν αυτών το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η παραγραφή, που είχε διακοπεί την 27-12-2001 με την άσκηση της αγωγής, διακόπηκε ξανά στις 26-11-2003 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 18-2-2004, ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως, έστω και αν θεωρηθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 464 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 464/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εμπορικής Τράπεζας Επενδύσεων Α.Ε ως καθολικής διαδόχου της Metrolife Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Έλεσα Μπακατσέλου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2793/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 731/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του και των από 25 Οκτωβρίου 2007 προσθέτων επ' αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η παραγραφή δε που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής διαδικαστική πράξη είναι κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο από τον γραμματέα, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνιστά διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη τη διακοπή της παραγραφής, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, εφόσον είναι ενέργεια αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αξίωση, πηγάζουσα από σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, υπόκειται στην κοινή εικοσαετή και όχι στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 332/1928, και επομένως δεν υπέκυψε σε παραγραφή εν επιδικία, όπως προέβαλε με ένσταση ο εναγόμενος, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής: "Στο πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγγράφηκε, με την επίσπευση και την επιμέλεια....του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας.....στις 26-11-2003 η ένδικη αγωγή, η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο του Δικαστηρίου εκείνου, της 18-2-2004 (βλ.
το προσκομιζόμενο σε κεκυρωμένο αντίγραφο, ως άνω πινάκιο και την εκκαλούμενη απόφαση)". Κατ' ακολουθίαν αυτών το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η παραγραφή, που είχε διακοπεί την 27-12-2001 με την άσκηση της αγωγής, διακόπηκε ξανά στις 26-11-2003 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 18-2-2004, ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως, έστω και αν θεωρηθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928.
Σημειώνεται ότι, όπως δέχεται και ο αναιρεσείων στην αίτησή του, μεταξύ της 27.12.2001, ημερομηνίας ασκήσεως της αγωγής, και της 26.11.2003 είχε μεσολαβήσει, την 11.12.2001, αναβολή της υποθέσεως για την 18.2.2004. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ. Διότι αφενός έκρινε ορθώς ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο συνιστά διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη τη διακοπή της παραγραφής και αφετέρου με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που επιτρέπει τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, εφάρμοσε τη διάταξη αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε ότι η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο στις 26-11-2003, με αποτέλεσμα η παραγραφή, πριν οπωσδήποτε συμπληρωθεί, να διακοπεί εκ νέου και να μην έχει συμπληρωθεί ούτε μέχρι την επακολουθήσασα την 18-2-2004 συζήτηση της υποθέσεως.
Επομένως, ο αντίθετος, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων πλήττει την ως άνω κυρία αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου είναι απορριπτέα, διότι η ένδικη αξίωση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, γιατί η άλλη (επικουρική) αιτιολογία της αποφάσεως, που στηρίζει την απορριπτική της ενστάσεως κρίση της στη διακοπή της παραγραφής κατά τα ανωτέρω, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Επομένως για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να καθορίζεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν εκήρυξε την ακυρότητα της εγγραφής στο πινάκιο της ημερομηνίας 26-11-2003, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ότι τον περί της ακυρότητας αυτής ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προέβαλε ο αναιρεσείων ως όφειλε ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως αποδεικτικού εγγράφου προσκομισθέντος από την αναιρεσίβλητη πινακίου εγγραφής πολιτικών υποθέσεων της Τακτικής Πολυμελούς της 18-2-2004. Κατά τον αναιρεσείοντα το έγγραφο αυτό περιέχει εγγραφή της ένδικης υποθέσεως με τον αριθμό 6 και δύο ημερομηνίες, ήτοι 30-1-2004 και 26-11-2003, καθώς και τη σημείωση ότι "οι δεύτερες ημερομηνίες που τέθηκαν στις υπ' αριθμ. 1,2,5 και 6 συμπληρώθηκαν σήμερα 30-1-2004 και ώρα 12.30' μετά από έλεγχο στο computer.....", η δε προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε αυτό αναφέροντας κατά λέξη "....Στο πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγγράφηκε, με την επίσπευση και την επιμέλεια, προς τούτο, του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, Αριστείδη Χαρίτου, στις 26-11-2003 η ένδικη αγωγή.....(βλ.
το προσκομιζόμενο σε κεκυρωμένο αντίγραφο ως άνω πινάκιο......)". Από τη διατύπωση όμως των αιτιάσεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αναφερόμενο στο εν λόγω έγγραφο, δεν του προσέδωσε συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλ' απλώς το μνημόνευσε κατά τρόπο γενικό εντός παρενθέσεως, συνάγοντας από την εκτίμησή του, ως αποδεικτικό πόρισμα, ότι η υπόθεση είχε εγγραφεί στο πινάκιο στις 26-11-2003.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη με τον υπό εξέταση λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η αξίωση χρηματιστηριακής εταιρείας, που ενήργησε, στο πλαίσιο συμβάσεως παραγγελίας (εντολής) αγορά μετοχών, να της αποδοθούν οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση της εντολής και ειδικότερα να της αποδοθεί το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών δεν καθίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια του προαναφερομένου άρθρου του Αστικού Κώδικα, από μόνο το λόγο ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία α) παρέλειψε να εκποιήσει τις μετοχές, όταν διαπίστωσε τη μη τήρηση εκ μέρους του πελάτη της υποχρεώσεώς του να της αποδώσει το καταβληθέν για την αγορά τους τίμημα και β) δεν αρνήθηκε να εκτελέσει την παραγγελία πελάτη της παρά την ύπαρξη ληξιπροθέσμων οφειλών του προς αυτήν από προηγούμενες συναλλαγές, παρόλο που, δυνάμει όρου της μεταξύ τους συμβάσεως, είχε το δικαίωμα να προβεί σε εκποίηση και να προβάλει άρνηση ως ανωτέρω.
Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης χρηματιστηριακής εταιρείας να απαιτήσει την απόδοση δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση χρηματιστηριακών παραγγελιών αγοράς και πωλήσεως μετοχών του εντολέως αναιρεσείοντος είναι καταχρηστική.
Κατά το αναιρετήριο η ένσταση αυτή στηριζόταν στον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η ενάγουσα παρέλειψε να εκποιήσει τις αγορασθείσες μετοχές, να κλείσει τον κωδικό και να απαιτήσει τα οφειλόμενα, αλλ' αντ' αυτών επέτρεψε ανεξελέγκτως τη διενέργεια πράξεων, θέτοντας σε κίνδυνο τα συμφέροντα αμφοτέρων των πλευρών.
Σύμφωνα όμως με τη σκέψη που προηγήθηκε η ένσταση αυτή, διατυπούμενη κατά τα ανωτέρω, δεν είναι νόμιμη. Το Εφετείο επομένως, που την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, αφού απέρριψε την ένσταση όχι ως μη νόμιμη αλλ' ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, οδηγήθηκε σε ορθό διατακτικό και, κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω ανυπαρξίας ή ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο σε σχέση με ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός, ως μη νόμιμος κατά τα προλεχθέντα, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στο άρθρο 4 του ν. 2076/1992 ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται σε πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα......και η κατ' επάγγελμα χορήγηση δανείων. 2. Η απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν κωλύει: (α).....(β) τη λήψη χρημάτων ή άλλων αξιών από επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και την, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. 3.
Οι παραβάτες........ τιμωρούνται μετά από έγκληση της Τράπεζας της Ελλάδος με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών.....". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 174 ΑΚ "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη". Η τελευταία διάταξη, για την κατάγνωση της ακυρότητας, τάσσει δύο προϋποθέσεις: 1) ότι η διάταξη είναι "απαγορευτικά" διατυπωμένη ή, ακόμη, και επιτακτικά, αν στη δεύτερη περίπτωση η απαγόρευση υπαγορεύθηκε από λόγους γενικότερου συμφέροντος και 2) ότι δεν συνάγεται κάτι άλλο από τη διάταξη.
Ιδίως λαμβάνεται υπόψη ο προστατευτικός σκοπός της απαγορευτικής διατάξεως και επί οικονομικών κανόνων η επίδραση της παραβάσεώς τους στην οικονομική τάξη της Χώρας και δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του κύρους της δικαιοπραξίας η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο προπαρατεθείς κανόνας του άρθρου 4 του ν. 2076/1992 έχει εισαχθεί προς ενσωμάτωση της Οδηγίας 89/846/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος (βλ.
άρθρο 1 του νόμου αυτού). Λαμβανομένων υπόψη, α) ότι για την παραβίαση του κανόνα αυτού διώκεται ποινικά ο κατ' επάγγελμα χορηγών τα δάνεια, κατ' έγκληση μάλιστα της Τράπεζας της Ελλάδος, β) ότι μια τέτοια δραστηριότητα επιτρεπόταν στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ.
γ' του ν. 2396/1996, κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1 του ίδιου ν. 2396/1996, όπως αυτή ίσχυσε κατά το χρόνο συστάσεως της ένδικης σχέσεως, μετά τις διαδοχικές αντικαταστάσεις της με την παρ. 5 του άρθρου 98 του ν. 2533/1997 και παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 2579/1998 και παρ. του άρθρου 16 του ν. 2733/1999, η παροχή δανείων και πιστώσεων επιτρεπόταν στις ίδιες Επιχειρήσεις προς τους πελάτες της, εφόσον τούτο αναφέρεται στην άδεια λειτουργίας τους και γ) ότι ήδη με τους ισχύοντες κανόνες των άρθρων 2 έως και 5 του ν. 2843/2000, που τέθηκε σε ισχύ από 28-3-2001, σε συνδυασμό με την απόφαση 2/213/28-3-2001 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της 2474/31-5-2001 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με τους οποίους επιτρέπεται γενικώς η παροχή πιστώσεων και δανείων για την απόκτηση μετοχών από τις Επενδυτικές Επιχειρήσεις προς τους πελάτες τους, συνάγεται ότι η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 2076/1992 παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων η έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Μετά ταύτα, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 91, 92 ΕμπΝ, 713, 719 ΑΚ, 2,3,20,21,25 ν. 1806/1988, 2 παρ. 1 και 2, 23 του ν. 2396/1996, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 98 του ν. 2533/1997, του άρθρου 29 του ν. 2579/1998, του άρθρου 16 του ν. 2733/1999, 4 του ν. 2076/1992 και 174 και 361 ΑΚ, υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ακυρότητας των επίδικων συναλλαγών ως διενεργηθεισών ύστερα από την απαγορευόμενη από το νόμο χορήγηση δανείου ή πιστώσεως, εκ μέρους της ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρείας, προς τον σκοπό εξυπηρετήσεως των συναλλαγών αυτών, καθώς και ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη μη διαλαμβάνοντας καθόλου αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της κατά τα άνω προβληθείσας ακυρότητας, στερείται νόμιμης βάσεως.
Τούτο δε διότι ο σχετικός περί ακυρότητας ισχυρισμός, ως μη νόμιμος κατά τα ανωτέρω, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/10/2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 731/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ